«Ιμερτά Μυθαναγνώσματα» Διαύγασμα Ε΄- Η Ξάνθη και ο Κόσυνθος

ωκεανοσΤον παλιό, καλό καιρό, ο τρανός θεός Ωκεανός αγάπησε πολύ και νυμφεύτηκε την πανώρια θεά Τηθύ, με την οποία απέκτησε πολλές χαριτωμένες θυγατέρες και πολλούς γενναίους γιούς.

Τα παιδιά κληρονόμησαν από τους γονείς τους σπάνιες αρετές, μεταξύ των οποίων ξεχώριζαν η ζηλευτή αθανασία, η πολύτιμη γονιμότητα και η αξιομίμητη φιλανθρωπία. Καθένα τους, αφού ενηλικιωνόταν και ωρίμαζε, έπαιρνε από τον Ωκεανό και την Τηθύ πολύτιμες συμβουλές και σοφές οδηγίες, ώστε να επιλέξει έναν τόπο επάνω στην γη, να εγκατασταθεί εκεί και να σκορπίσει γύρω του κάθε χαρά και κάθε ευλογία στο γένος των ανθρώπων. Με αυτόν τον τρόπο, οι δύο πανίσχυροι θεοί επιθυμούσαν να προστατέψουν, να διασώσουν, να φροντίσουν και να βελτιώσουν όχι μόνο την χλωρίδα και την πανίδα των διαφόρων περιοχών τού πλανήτη, αλλά και την ζωή, την υγεία και την κοινωνία των ανθρώπων.

Όταν ήρθε η κατάλληλη ώρα γιά να αναχωρήσει από την πατρική εστία, η Ξάνθη ήταν ήδη μία ευγενική και συνετή αρχοντοπούλα, καλόκαρδη, άξια και υπομονετική. Είχε ένα θαυμάσιο παράστημα – σωστή καλλονή – δύο αστραφτερά μάτια, κατάξανθα και μακριά μαλλιά, ελκυστικό χαμόγελο και γλυκύτατη φωνή. Η αιθέρια όψη και οι κομψές κινήσεις της προκαλούσαν σε όλους τον θαυμασμό, ενώ η εξαίσια συμπεριφορά της έκανε τους πάντες να την εκτιμούν και να την αγαπούν απεριόριστα. Συνομήλικός της ήταν ο ρωμαλέος αδελφός της, Νέστος, ένας πανύψηλος και γεροδεμένος νεαρός, ταλαντούχος και ατρόμητος, πάντοτε ευδιάθετος και πρόθυμος, με όμορφα, γαλανά μάτια και σγουρά, πυρρόξανθα μαλλιά. Ο Ωκεανός και η Τηθύς τού είχαν δώσει μία σαφή και απαράβατη εντολή: να συνοδέψει με περισσή προσοχή την δίδυμη αδελφή του μέχρι την Θράκη και να της συμπαρασταθεί σε οτιδήποτε θα χρειαζόταν.

Έτσι, λοιπόν, το επόμενο πρωί, την ώρα που ανέτειλε ο λαμπρός ήλιος, ο Νέστος και η Ξάνθη αποχαιρέτησαν την οικογένειά τους, ανέβηκαν στα δύο καθαρόαιμα, φτερωτά άλογά τους – τον Νεφοκράτη και την Κρηνιάδα – υψώθηκαν αρμονικά στον αέρα και πέταξαν απαλά προς τα καταπράσινα θρακικά λιβάδια. Σχεδόν ταυτόχρονα, όμως, από ένα διαφορετικό σημείο τού ορίζοντα, ένας άλλος νεαρός ταξιδιώτης, ο καρτερόψυχος Κόσυνθος, γιός τού μακάριου άρχοντα Υετού και τής στοργικής νύμφης Χειμωνίδας, αποχαιρετούσε με φιλιά τους σεβάσμιους γονείς και τ’ αδέλφια του και έφευγε γιά να γνωρίσει τον πολύτροπο κόσμο των ανθρώπων. Αγέρωχος και ατάραχος, επάνω στο καλοφτιαγμένο, αργυρόχρωμο άρμα του, που το έσερναν τέσσερις υπέροχοι, ιπτάμενοι ίπποι – ο Δαιδάλειος, η Τιθήνη, ο Όμβριος και η Περικάλλεια – ο ακμαιότατος ήρωας, με τα κυματιστά, καστανόξανθα μαλλιά και τα πανέξυπνα, πράσινα μάτια, κατέβαινε πρόσχαρος από τον απομακρυσμένο και κρύο βορρά προς την θερμή και φιλόξενη Μεσόγειο.

Έπειτα από πολύωρη πτήση, έχοντας παρατηρήσει με ευχαρίστηση και ενδιαφέρον τα όρη και τις πεδιάδες, τις λίμνες και τις θάλασσες, τους ανθρώπινους οικισμούς και τα κοπάδια των ζώων, η Ξάνθη και ο Νέστος έφτασαν και προσγειώθηκαν στην στεριά τής Θράκης, σε μία πολύ όμορφη περιοχή, βορειοανατολικά τής καταπράσινης Θάσου. Οι ντόπιοι, αρχικά, έμειναν έκπληκτοι από την απροσδόκητη εμφάνιση των δύο ουρανόσταλτων νέων και δεν τολμούσαν να τους προσεγγίσουν. Όταν ο δισταγμός άρχισε δειλά-δειλά να υποχωρεί, τους πλησίασαν με μεγάλη περιέργεια, τους κοίταξαν με ολοφάνερο θαυμασμό, άγγιξαν τα πολύτιμα και λαμπερά ενδύματά τους, τους προσέφεραν άγριους καρπούς και δροσερό νερό και τους ρώτησαν ποιοί ήταν, από πού έρχονταν και τι ήθελαν στον τόπο τους. Τα δύο αδέλφια δέχθηκαν με απλότητα και σεβασμό τις περιποιήσεις των κατοίκων τής περιοχής, απάντησαν πρόθυμα στις πάμπολλες ερωτήσεις και στις δικαιολογημένες απορίες τους, εξοικειώθηκαν γρήγορα μαζί τους – χάρη στην έμφυτη καλοσύνη και στην προσήνειά τους – και εγκαταστάθηκαν μόνιμα κοντά τους, παρέχοντας χρήσιμες συμβουλές και ωφέλιμες νουθεσίες, διδάσκοντας τέχνες και μεταδίδοντας γνώσεις, προτείνοντας λύσεις σε μακροχρόνια προβλήματα και υποδεικνύοντας το σωστό, το τίμιο και το δίκαιο.

Ένα καλοκαιρινό μεσημέρι, ο Νέστος, αφού προσευχήθηκε ένθερμα στον θεό Δία, σήκωσε το αλάνθαστο τόξο του και έριξε με άφθαστη δύναμη ένα βέλος προς τον μακρινό βορρά. Από εκείνο το σημείο, όπου καρφώθηκε το αργυρό βέλος, ξεπήδησε σφοδρός και βουερός, και ξεχύθηκε ορμητικός και ασυγκράτητος, ένας πλατύς και καθάριος ποταμός, που έλαβε αμέσως από τους ντόπιους το όνομα Νέστος, προς τιμή τού θεϊκού γιού τού Ωκεανού. Διαθέτοντας, πλέον, άφθονο νερό, οι ικανοποιημένοι κάτοικοι άρχισαν με χαρά να αναβαθμίζουν και να βελτιώνουν τους αγρούς και τα χωράφια τους, έμαθαν να αρδεύουν και να ποτίζουν, να κατασκευάζουν γεφύρια, πλωτά μέσα και νερόμυλους. Τα πολυάριθμα ζωντανά τους δεν κινδύνευαν τώρα από την λειψυδρία και στα νοικοκυριά τους περίσσευε η λάτρα και η πάστρα. Η καθημερινή ζωή τους, λοιπόν, είχε ήδη γίνει ευκολότερη και απολαυστικότερη.

Η πολυτάλαντη Ξάνθη, πάλι, συγκέντρωνε γύρω της όλες τις γυναίκες, κάθε ηλικίας, και τις έδειχνε υπομονετικά πώς να φυτεύουν και να περιποιούνται όμορφους κήπους, πώς να σπέρνουν τις εύφορες εκτάσεις και πώς να αποθηκεύουν και να συντηρούν τα τρόφιμα, τους φανέρωνε τα μυστικά τής κατεργασίας τού μαλλιού των προβάτων, την τέχνη τής ραπτικής και τού αργαλειού, αλλά και όλα όσα οφείλει να γνωρίζει μία θυγατέρα, μία σύζυγος, μία μητέρα, γιά την υγεία τού σώματος και την καλοφροντισμένη εμφάνισή της. Σιγά-σιγά, με την βοήθεια των χειροδύναμων ανδρών και τις οικοδομικές γνώσεις τού Νέστου, οι ντόπιοι ξεκίνησαν να χτίζουν και να διακοσμούν έναν πανέμορφο οικισμό – που γρήγορα εξελίχθηκε σε μία πολυάνθρωπη πόλη αρκετά κοντινή προς τον νέο ποταμό – με γερές, ξύλινες και πέτρινες κατοικίες, άνετους δρόμους, ασφαλείς αποθήκες, φιλόξενες πλατείες, αστείρευτα πηγάδια, σκιερές δεντροστοιχίες, μαρμάρινους βωμούς, περίτεχνα ιερά και μία πολυσύχναστη αγορά.

Όλο αυτόν τον καιρό τής πρωτόγνωρης αναγέννησης, τής σπάνιας δημιουργικότητας, τής ακαταπόνητης εργατικότητας και τής αδιάκοπης προόδου, ο άλλος ήρωάς μας, ο νεαρός Κόσυνθος, έχοντας αναμειχθεί διακριτικά και έξυπνα με τους ντόπιους, συμμετείχε με ζωντάνια και καρτερικότητα σε κάθε δραστηριότητα τής τοπικής κοινωνίας, κερδίζοντας επάξια την εκτίμηση και την αναγνώριση όσων τον συντρόφευαν και τον συναναστρέφονταν. Το δικό του το μυαλό, όμως, καθώς και η καρδιά του, ήταν δοσμένη αλλού. Καθημερινά, λοιπόν, επιχειρούσε να βρίσκεται κοντά στην Ξάνθη, να υπακούει στις οδηγίες της, να πρωτοστατεί στην πραγματοποίηση των σχεδίων της, να την βοηθά αδιάκοπα σε καθετί, να την υποστηρίζει θαρραλέα και να την ενθαρρύνει συνεχώς, να της συμπαραστέκεται οπουδήποτε και να μεριμνά αδιάλειπτα γι’ αυτήν. Έτσι, ανάμεσα στους δύο νέους αναπτύχθηκε ένα αγνό και τρυφερό συναίσθημα, το οποίο γρήγορα μεταβλήθηκε σε έντονη αγάπη και βαθιά αλληλοεκτίμηση, γιά να καταλήξει σε έναν υπέροχο έρωτα. Και ήρθε κάποτε και η ευλογημένη ώρα τού γάμου τους…

Κάτω από την άξια καθοδήγηση και την προσεκτική εποπτεία τού Νέστου, που επιθυμούσε να γίνουν τέλεια τα πάντα, οι προετοιμασίες γιά την περίλαμπρη γιορτή υπήρξαν άψογες. Στον μεγαλειώδη γάμο προσκλήθηκε όλος ο λαός. Ήρθαν, ακόμη, ο θεός Ωκεανός και η θεά Τηθύς, ο άρχοντας Υετός και η νύμφη Χειμωνίς, όλα τα αδέλφια τής νύφης και τού γαμπρού, και ένα πλήθος θεών, ημιθέων, ηρώων, νυμφών και ηγεμόνων. Μετά την λήξη τής ονειρικής γαμήλιας τελετής, ο γενναιόδωρος θεός Ωκεανός χάρισε στους νεόνυμφους μία πλούσια και ωραία λιμνοθάλασσα, ενώ ο πλουσιοπάροχος άρχοντας Υετός τούς δώρισε έναν ακόμη ποταμό, που πήρε τιμητικά το όνομα τού Κόσυνθου και διέσχισε υπερήφανος την νεόκτιστη πόλη. Τέλος, με εντολή τού θεού Δία, αυτή η πόλη ονομάστηκε Ξάνθη, προς τιμήν τής ευεργετικής και καλόκαρδης νύφης, ενώ το νέο ζευγάρι, με εντολή τής θεάς Ήρας, ανέλαβε να την διοικήσει με δικαιοσύνη και αρετή.

Από την Ξάνθη και τον Κόσυνθο γεννήθηκαν δύο υγιέστατα παιδιά: η λυγερόκορμη Ξανθίππη και ο αρρενωπός Λείβωνας. Από εκείνη την μακρινή εποχή και μέχρι σήμερα, ο περιπαθής Κόσυνθος διασχίζει την καλλίμορφη Ξάνθη, άλλοτε φουσκωμένος από έρωτα και ευδιαθεσία, άλλοτε ήπιος και διακριτικός σαν στοργικός σύζυγος, ενώ λίγο μακρύτερα, ο θεϊκός Νέστος, όταν δεν ξεχνιέται παίζοντας και φλυαρώντας με τις νεστιάδες νύμφες, ρίχνει το προστατευτικό βλέμμα του στην αγαπημένη αδελφή του, υπάκουος πάντοτε στις οδηγίες των αθάνατων γονιών τους…

Αθανάσιος Τσακνάκης

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ