21/04/2021

Μια πρόταση προς τη Κυβέρνηση και τη Πρόεδρο της Βουλής : Η 23η Απριλίου να καθιερωθεί ως Ημέρα Συγγνώμης εκ μέρους του πολιτικού συστήματος της χώρας και ως Ημέρα Εθνικής Περισυλλογής

wpid 20150406023953

Βασίλης Δημ. Χασιώτης

Στις 13/12/2009, σε άρθρο μου, πρότεινα, εν όψει της εξαγγελθείσας τότε σύγκλισης του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών υπό την αιγίδα του -τότε- Προέδρου της Δημοκρατίας, με αντικείμενο το ζήτημα της διαφθοράς της χώρας, να ανακηρυχθεί -εκείνη η ημέρα της συνεδρίας του συμβουλίου-, ως Ημέρα Συγνώμης του πολιτικού συστήματος της χώρας και ως Ημέρα Εθνικής Περισυλλογής.

Σημείωνα σ’ εκείνο το άρθρο μου, τα ακόλουθα μεταξύ άλλων :

«…Αναμένω συνεπώς, απ΄ το επικείμενο συμβούλιο των πολιτικών Αρχηγών, τη συμφωνία για δρακόντειους νόμους κατά των πολιτικών που εμπλέκονται στη διαφθορά, και κυρίως, γενικότερα μιλώντας για το θέμα, αναμένω να μην ακούσω το άθλιο επιχείρημα του «ό,τι έγινε – έγινε… Και αναμένω, τέλος, στη συνάντηση αυτή, η πολιτική ηγεσία του τόπου, να απολογηθεί για λογαριασμό όλων των πολιτικών ηγεσιών που βυσσοδόμησαν στο παρελθόν, από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους, κατά του σώματος του ελληνικού λαού, να ζητήσουν ένα ιστορικό συγνώμη, και να ορίσουν τη μέρα αυτή, στο εξής, ως μια νέα εθνική γιορτή για εθνική περισυλλογή. Θα είναι ίσως η μόνη «γιορτή» που πράγματι δεν θα μεταφράζεται σε ευκαιρία για τριήμερες και τετραήμερες εκδρομές, μα θα είναι μια γιορτή, που μέσα από τη λύπη για όσο καιρό πήγε κατά διαβόλου στο τόπο μας, να βεβαιώνουμε στον εαυτό μας πρώτα απ’ όλα, ότι δεν είμαστε οι ξεπεσμένοι κληρονόμοι ενός μεγάλου κι ένδοξου πολιτισμού, ούτε ένας λαός που δεν μπορεί να επιλέξει ένα καλύτερο σήμερα, που με τη σειρά του, αυτό το σήμερα θα γονιμοποιήσει ένα καλύτερο αύριο. Αυτό το μήνυμα αναμένω από τους πολιτικούς Αρχηγούς».

Βεβαίως, το τι ακολούθησε, είναι γνωστό.

Η πρόσκληση για «πόλεμο» εναντίον του Τέρατος της Διαφθοράς, έμελε να έχει την ιστορική τύχη των «μαχών» και των «σκληρών αγώνων» που το πολιτικό μας σύστημα διαχρονικά δίνει κατά της Διαφθοράς, η οποία συνήθως, μετά από κάθε «μάχη» έβγαινε, καθώς φαίνεται, ω του θαύματος συνεχώς άθικτη, με ούτε μια γρατζουνιά στο σώμα της!

Σκοπός του σημερινού μου άρθρου, είναι να επαναφέρει την παραπάνω πρότασή μου, να ορισθεί Ημέρα Εθνικής Συγγνώμης, και ταυτόχρονα, να κάνω και ένα ή δύο σχόλια παραπάνω για το ζήτημα της Αθλιότητας.

Έτσι λοιπόν, από το «εγερτήριο σάλπισμα» εναντίον της διαφθοράς του 2009, παραπάνω, από ένα πολιτικά «άφθαρτο» πρωθυπουργό, τον Γιώργο Παπανδρέου, που θέλησε να εισαγάγει στη πολιτική ζωή της χώρας «καινά πολιτικά δαιμόνια», (και ουδέν καινότερον από την σοβαρή αντιπαράθεση της πολιτικής εξουσίας με την διαφθορά, και φυσικά, όταν λέμε «πόλεμο κατά της διαφθοράς», εννοούμε πρωτίστως και κατ’ απόλυτη προτεραιότητα τη μητέρα των μαχών, τον πόλεμο κατά της Μεγάλης Διαφθοράς), φθάσαμε, πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις, στην Καθολική Αθλιότητα των Μνημονίων.

Στα Μνημόνια, και τους ρυθμιστικούς της νόμους, φυσιολογικότατα, εύρε απάνεμο λιμάνι η Μεγάλη Διαφθορά : διότι, ενώ εναντίον της Μεγάλης Διαφθοράς ουδείς αγών αναλήφθηκε, (όπως πάντα), αντίθετα, για λόγους επικοινωνιακούς το ζήτημα συνέχισε να εξαντλείται, (όπως πάντα), στη δημοσιοποίηση κανενός ψιλικατζή δημόσιου υπαλλήλου που πιάστηκε να παίρνει κανένα φακελάκι των 1000 ή 5000 ευρώ, ενώ, όταν ο λαός έπρεπε να ησυχάσει ακόμα περισσότερο, ή η προσοχή του να στραφεί αλλού, πετάγονταν στη «σέντρα» και κάποια παροπλισμένα πολιτικά ή άλλη δημόσια και επιχειρηματικά πρόσωπα ή γενικότερα άλλα πρόσωπα, με περιπτώσεις διαφθοράς σημαντικές ενίοτε καθ’ αυτές, όμως, ελάχιστες, κλάσμα του κλάσματος, σε ό,τι αφορά το τι αντιπροσωπεύουν στο πραγματικό μέγεθος του φαινομένου, που δεν αγγίζεται.

Κι ακόμα παραπέρα : η Μνημονιακή Αθλιότητα, επιχείρησε να διαχύσει το φαινόμενο της διαφθοράς σε ολόκληρο το λαό, μέσω της προπαγάνδας με εμφανή στόχο την ενοχοποίηση του λαού στο σύνολό του, ώστε περίπου, ο κάθε απλός πολίτης να είναι «ιδιοκτήτης» μιας ανάλογης ως προς της δυνατότητές του «μερίδας» αθλιότητας. Δεν ήταν άλλωστε ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, τότε επικεφαλής του Eurogroup, ο οποίος, με βάση ό,τι διαβάζαμε στο Τύπο της 9 Οκτώβρη του 2010, ανέφερε ότι «Έλληνας» πρωθυπουργός, (μετά από λίγο αποκαλύφθηκε ότι ήταν ο Γιώργος Παπανδρέου), του δήλωσε ότι κυβερνά μια διαφθαρμένη χώρα, που ουσιαστικά έδωσε το έναυσμα της συλλογικής ενοχοποίησης;

Αναλογίζομαι, φορές – φορές, καθώς η μνήμη μου περιπλανιέται στις διάφορες σελίδες της δικής μας και όχι μονάχα Ιστορίας, αν οι χειρότεροι και πλέον αυταρχικοί «ελέω Θεού» ηγεμόνες έχουν πάψει να υπάρχουν σήμερα.

Δεν εξακολουθεί άραγε η Μεγάλη Διαπλοκή, η Μεγάλη Διαφθορά, η Αθλιότητα γενικότερα, να κατέχει τις αρχαίες βασιλικές, «θεόπεμπτες» εξουσίες; Βεβαίως, ο «Θεός» μπορεί κατά εποχές να μεταβάλλεται ως έννοια και μορφή, (αν και όχι τόσο ως «έννοια»), όμως, αυτό δεν αλλάζει τίποτα σ’ αυτό που μόλις υποστήριξα. Ο σημερινός «Θεός» της τρέχουσας έκδοσης της Αθλιότητας είναι η «θεοποίηση» των «αγορών», του αγοραίου «ορθολογισμού», της αγοραίας «επιτυχίας», τα οποία πλέον αποτελούν τη νέα «θεότητα», που ως τέτοια, εγκολπώνεται δεόντως την αναγκαία δόση δογματισμού (η καθ’ ημάς θεωρία του μονοδρόμου, π.χ.), αποφαινόμενη περί της μη επιδεχόμενης αμφισβήτησης «αλήθειας» των πραγμάτων. Και όταν λέμε «αγορές», δεν εννοούμε βεβαίως τις «κλασικές αγορές» του ελεύθερου ανταγωνισμού στον ιδιωτικό τομέα, διότι μ’ αυτόν τον ανταγωνισμό η Μεγάλη Διαπλοκή δεν έχει κανένα σημείο επαφής : η Μεγάλη Διαφθορά όπου Γης, είναι ΚΡΑΤΙΚΟΔΙΑΙΤΗ, είτε άμεσα, είτε έμμεσα (στη τελευταία περίπτωση, π.χ., με το να έχει προνομιακές αντιμετωπίσεις θεσμικά ή εξωθεσμικά, όπως, π.χ., τη στιγμή που το τραπεζικό σύστημα στο σύνολό του δεν δίνει δεκάρα τσακιστή στον ιδιωτικό επιχειρηματικό τομέα, ο Μεγαλοδιαπλεκόμενος, εν τούτοις, να μπορεί να λαμβάνει δάνειο εκατομμυρίων, έστω κι αν δεν το δικαιούται, π.χ. η επιχείρησή του έχει αρνητική καθαρή θέση).

Έτσι, η Αθλιότητα, δρα ως μια «ελέω Θεού» μοναρχία, διότι όπως ο βασιλιάς ήταν υπόλογος μονάχα στο Θεό, δηλαδή στο Υπερπέραν, έτσι και η Μεγαλοδιαπλοκή είναι υπόλογη σε μια εξίσου Υπερβατική οντότητα, τον Μονόδρομο, η Αλήθεια του οποίου είναι εξίσου δογματική με την οποιαδήποτε άλλη θρησκευτική και επομένως Υπερβατική Αλήθεια.

Συνεπώς, τα όποια παράπονα, στο Υπερπέραν…

Όμως, εμπρός στις εξουσίες των νέων αυτών «μοναρχών», ο δικός μας π.χ. βασιλιάς (όταν τον είχαμε) δεν ήταν τίποτα.

Σύγχρονοι «πρίγκιπες», «δούκες», «κόμητες», «βαρόνοι», «υποκόμητες» και «βαρονέτοι», και φυσικά, όλο το σκυλολόι που τους υπηρετεί, ιδού η (αενάως παμπάλαια) «Νέα» Τάξη Πραγμάτων.

Μια επανέκδοση της Φεουδαρχίας, φαινόμενο συνδεδεμένο με το Μεσαίωνα, αλλά, είναι κι αυτό πανάρχαιο.

Η διαφορά φεουδαρχίας τύπου Μεσαίωνα (για να μείνουμε σ’ αυτόν) και της σύγχρονης έκδοσής της, είναι, από τη πλευρά του δουλοπάροικου, ότι οι μεσαιωνικοί φεουδάρχες ήταν αμέσως ορατοί, ενώ οι σύγχρονοι είναι καλυμμένοι πίσω από ανώνυμους εταιρικούς τίτλους και δαιδαλώδεις συμμετοχές (όχι πάντα φανερές και όχι πάντα άμεσες) σε άλλες εταιρείες, όπως επίσης και πίσω από κουμπαριές, κομματικές «φιλίες», εταιρικές και επιχειρηματικές «φιλίες» και συμμαχίες, γκομενικές σχέσεις, και άλλα τέτοια παρόμοια. Ο δουλοπάροικος, είχε ένα φυσικό πρόσωπο απέναντί του. Σε κάθε όμως περίπτωση αυτή η σύγχρονη «φεουδαρχία», είναι υπαρκτή, και βεβαίως, εντός της σχηματίζονται ευδιάκριτες «εσωτερικές» ταξικές κλίμακες που διαφοροποιούν την κάθε «τάξη» με βάση τον πλούτο και την «γενικότερη» ισχύ που κατέχει. Μάλιστα αυτή η «εσωτερική ταξική» διάρθρωση της μεσαιωνικής φεουδαρχίας, μοιάζει αρκετά σε ό,τι αφορά τις δαιδαλώδεις συχνά ιδιοκτησιακές σχέσεις πάντοτε όμως εντός της άρχουσας τάξης της, με τις σύγχρονες δαιδαλώδεις σχέσεις ιδιοκτησίας, που σκοπό έχουν να χάνεται η «διαδρομή του χρήματος», για λόγους ασφαλείας.

Πουθενά αλλού ίσως, την ίδια στιγμή, δεν θα βρείτε η κατάσταση να χαρακτηρίζεται με μελανότερα χρώματα, όπως «τραγική», «άθλια», «απογοητευτική», από εκείνους που είναι και οι δημιουργοί της!

Μονάχα που τούτοι, έχοντας αυτοτομπαριστεί απ΄ τα πολλά παραισθησιογόνα με τα οποία τροφοδοτούνται, θεωρούν ότι τούτη η παρακμή, το πιο γνήσιο δημιούργημά τους, (συχνά όχι προπαγανδιστικά μα το εννοούν), είναι προϊόν των θυμάτων τους, και θυμάτων της παρακμής του ίδιου του πολιτικού συστήματος που εκπροσωπούν, δηλαδή των πολλών, της «μάζας», του «όχλου». Ναι μεν ο φεουδάρχης μπορεί να ήταν διαφθαρμένος, και να παρανομούσε ενίοτε και έναντι του βασιλιά του, όμως, μπορούσε την ίδια στιγμή να δείξει και τον δουλοπάροικό του, τον οποίο κάποτε έπιασε να κλέβει μέρος της παραγωγής, ώστε να πληρώσει λιγότερη «δεκάτη» στον αφέντη του, και εκείθεν, να μιλά όχι για την «ατιμία του δουλοπάροικου» μα για την «ατιμία ΤΩΝ δουλοπαροίκων».

Το έγκλημα της «κλοπής» μιας φραντζόλας ψωμιού, τείνει να γίνει «ισότιμο» με το έγκλημα μιας πολιτικής εξουσίας εναντίον μιας ολάκερης κοινωνίας, ενός ολάκερου λαού.

Εκεί, στην ελίτ της Αθλιότητας, όλες οι αθλιότητες δεν επιτρέπονται απλά, επιβάλλονται, και εν τέλει δικαιολογούνται και ακόμα μέσω του εθίμου να τείνουν να νομιμοποιούνται, εν ονόματι του πολύ νόστιμου επιχειρήματος, που ακούει στο όνομα «ρεαλισμός»!

Όταν κάποιος δεν άντεξε στις απαιτήσεις που η Εντιμότητα και η Αξιοπρέπεια επιβάλει η Πολιτεία του Ανθρώπου, σαν επιστρέψει στη Πολιτεία της Αθλιότητας, τον υποδέχονται συνήθως με το : «καλώς όρισες στον ρεαλισμό, καλώς όρισες στην πραγματικότητα»!

Εκεί, οι κώδικες είναι προσαρμοσμένοι στις απαιτήσεις των Κυρίαρχων Λεσχών των Ολίγων : οι κώδικες τιμής, οι κώδικες επικοινωνίας, κ.λ.π, κ.λ.π.

Σίγουρα, αν ψάξετε καλά εκεί γύρω τους, κάπου εκεί θα βρείτε και τα πνεύματα των προγόνων τους, ήδη μετεμψυχωμένα σε κάποιους απ’ αυτούς.

Ίσως εδώ, αξίζει το κόπο να κάνω μια μεγάλη ίσως παρένθεση, και να αναφερθώ σε πιθανές (ας πούμε μυθιστορηματικές ή και όντως ιστορικές περιπτώσεις συμπεριφοράς της Αθλιότητας της Μεγάλης Διαφθοράς), για να δούμε, αν εδώ θα χωρούσε ο Άνθρωπος του Καθημερινού Μόχθου και της Βιοπάλης.

Ίσως, π.χ., ν’ ακούσετε τις φωνές και τις βρισιές του Φιοντόρ Παύλοβιτς Καραμάζοβ, του πατέρα των «αδελφών» Καραμάζοβ, για μια ακόμα φορά να τα λέει, μέσα από κάποιον σύγχρονο ξενιστή του, κατά το συνήθειό του έξω από τα δόντια, όταν έλεγε λ.χ. στον Αλιόσα, γιατί σκόπευε να κρατήσει όλα τα λεφτά του για τον εαυτό του :

«…γιατί εγώ θέλω να ζήσω μες στο βούρκο μου ως την τελευταία μέρα. Βάλτε το καλά στο μυαλό τους! Είναι γλυκά μέσα στο βούρκο : όλοι τον βρίζουνε, όλοι όμως μέσα του ζούνε· μα όλοι κρυφά ενώ εγώ φανερά…» (Φιοντόρ Ντοστογιέβσκη : Αδελφοί Καραμάζοβ, Τόμος 2, σελ. 25, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα, 1990)

Αυτός για τον οποίο αργότερα, ο εισαγγελέας Ιππόλυτος Κυρίλοβιτς, στη δίκη του γιου του Μίτια που κατηγορήθηκε άδικα ως ο δολοφόνος του πατέρα του, του Φιοντόρ Παύλοβιτς δηλαδή, θα πει (για τον πατέρα Καραμάζοβ) :

«…Κοιτάξτε αυτόν τον δυστυχισμένο, αχαλίνωτο κι ακόλαστο γέρο, αυτόν τον «πάτερ φαμίλια» που τέλειωσε τόσο θλιβερά τη ζωή του. Ευγενής από καταγωγή, που άρχισε το στάδιό του σα φτωχό παράσιτο που ύστερ’ απ’ αναπάντεχο κι απρόβλεπτο γάμο γίνεται κάτοχος ενός μικρού κεφαλαίου. Στην αρχή μικροκατεργάρης και δουλοπρεπής παλιάτσος, με κάποια εξυπνάδα ωστόσο και πριν απ’ όλα τοκογλύφος. Με τα χρόνια, δηλαδή όσο μεγαλώνει το κεφάλαιό του, παίρνει θάρρος. Η ταπεινότητα κι η δουλοφροσύνη εξαφανίζονται και μένει μονάχα ο είρων και μοχθηρός κυνικός, κι ο ακόλαστος. Κάθε πνευματικότητα έχει ταφεί κι ένα μονάχα απομένει, μια υπέρμετρη δίψα ζωής. Και καταλήγει να μη βλέπει στη ζωή άλλο από αισθησιακές απολαύσεις κι αυτό διδάσκει και στα παιδιά του. Από πατρικές ηθικές υποχρεώσεις –τίποτα. Τις κοροϊδεύει…» (Φιοντόρ Ντοστογιέβσκη : Αδελφοί Καραμάζοβ, Τόμος 4, σελ. 254, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα, 1991)

Κάπου εκεί κι ο Οροφέρνης, αρχαίος κι αυτός κηφήνας. Αυτόν λοιπόν,

«Κατόπιν σαν οι Σύροι στην Καππαδοκία / μπήκαν, τον έκαναν βασιλέα, / στην βασιλεία χύθηκεν επάνω / για να χαρεί με νέον τρόπο κάθε μέρα, / για να μαζεύει αρπαχτικά χρυσό κι ασήμι, / και για να ευφραίνεται, και να κομπάζει, / βλέποντας πλούτη στοιβαγμένα να γυαλίζουν. / Όσο για μέριμνα του τόπου, για διοίκησι -/ ούτ’ ήξερε τι γένονταν τριγύρω του… / Για λίγο βγήκε απ’ την λαγνεία κι απ’ την μέθη, / κι ανίκανα, και μισοζαλισμένος / κάτι εζήτησε να ραδιουργήσει, / κάτι να κάμει, κάτι να σχεδιάσει, / κι απέτυχεν οικτρά κ’ εξουδενόθη. / Το τέλος του κάπου θα γράφηκε κ’ εχάθη· / ή ίσως η ιστορία να το πέρασε, / και, με το δίκιο της, τέτοιο ασήμαντο / πράγμα δεν καταδέχτηκε να το σημειώσει.» (Κ. Π. Καβάφης : Οροφέρνης)

Ίσως ακόμα να βρείτε και τον ξενιστή του πνεύματος του ξενοδόχου Τρύφωνα Μπορίσιτς

«…που είχε το χάρισμα ν’ αλλάζει γρήγορα έκφραση και να γίνεται πολύ δουλόπρεπος μόλις οσμιζόταν κέρδος» (Φιοντόρ Ντοστογιέβσκη : Αδελφοί Καραμάζοβ, Τόμος 3, σελ. 100, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα, 1990),

μιας, και όσοι έχουν μια στοιχειώδη επαφή μ’ αυτή τη τάξη, τούτη τη δουλοπρέπεια είναι ένα από τα χαρακτηριστικά που είναι αδύνατο να μην έχει διαπιστώσει.

Κάπου εκεί και μια άλλη παρέα, από κείνες που φτιάχνουν χρήματα και καριέρες ξαπλώνοντας σε κρεβάτια πλουσίων. Εκεί, αίφνης, και η «ερίτιμος» κυρία Πάμελα Τσόρτσιλ (γυναίκα του μέθυσου γιου του Βρετανού πρωθυπουργού Ουίνστον Τσόρτσιλ), κι αργότερα Πάμελα Χάριμαν, πρέσβειρα των ΗΠΑ στη Γαλλία, που

«ήξερε τους σπουδαίους και τους σχεδόν σπουδαίους των πέντε ηπείρων. Λεγόταν ότι για θρυλικά χρηματικά ποσά, είχε κοιμηθεί με πολλούς απ’ αυτούς.» (Peter Evans : ΝΕΜΕΣΗ : Η αληθινή ιστορία – Ο Αριστοτέλης Ωνάσης, η Τζάκι Ω, και το ερωτικό τρίγωνο που έριξε τους Κένεντι, εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, Αθήνα, 2008, σελ. 18)

Κάποτε, όταν ακόμα ήταν μικρή, 18 χρονώ, είχε επισκεφτεί τη φίλη της Καθλίν Κένεντι, είχε βιαστεί από τον πατέρα της τον Τζο Κένεντι. Παρόλα αυτά

«Η πραγματική προσβολή ωστόσο, δεν ήταν ο βιασμός της αλλά το γεγονός ότι ο Τζο δεν της άφησε μια απτή απόδειξη της ευγνωμοσύνης του.» (Peter Evans : ΝΕΜΕΣΗ : Η αληθινή ιστορία – Ο Αριστοτέλης Ωνάσης, η Τζάκι Ω, και το ερωτικό τρίγωνο που έριξε τους Κένεντι, εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, Αθήνα, 2008, σελ. 24)

Από μικρή λοιπόν είχε επιλέξει το πώς θα πετύχει στη ζωή της.

«Ρεαλισμός» κυρίες και κύριοι!

Μη το ξεχνάτε!

Ένα άλλο λαμόγιο βρίσκεται με μια άλλη ομήγυρη σε κάποια άλλη γωνία. Είναι ο πολύς κύριος Ουίλιαμ Μάρσι Τουίντ, πρόεδρος της υπηρεσίας επιτήρησης της Νέας Υόρκης, κάπου εκεί στα μέσα του 19ου αιώνα. Λοιπόν,

«Φαίνεται ότι το λαμπρό παράδειγμα όλων των γιάνκηδων ήταν ο Ουίλιαμ Μάρσι Τουίντ… και τα κάνει πλακάκια με τον δήμαρχο Όκλεϊ Χολ. (Αυτός εκλέχτηκε τέσσερις φορές στην υψηλή του θέση, και σε ορισμένες εκλογικές αναμετρήσεις δόθηκαν μέχρι και 8% περισσότεροι ψήφοι από τους ψηφοφόρους που υπήρχαν στην πόλη…)… Τον κύριο Τουίντ κάλλιστα θα μπορούσαν να τον είχαν ονομάσει «κύριο 15%», από τη στιγμή που ο καθένας που επιθυμούσε να κάνει μπίζνες στη Νέα Υόρκη έπρεπε να του καταβάλει προμήθεια ύψους 15% του ποσού που επένδυε…Ο ίδιος ο Τουίντ δήλωσε περήφανα ως επάγγελμα «πολιτικός» όταν συνελήφθη αργότερα. Εκτός από την αποδοχή της διαβόητης προμήθειας των 15% δραστηριοποιούταν και σε άλλες επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, αγόρασε κάποια στιγμή για μια εκκλησία 300 καθίσματα έναντι πέντε δολαρίων το τεμάχιο, δηλαδή έναντι συνολικά 1.500 δολαρίων. Τα καθίσματα αυτά τα πούλησε αργότερα έναντι 600 δολαρίων το τεμάχιο, έβγαλε δηλαδή συνολικά 180.000 δολάρια….» (Karlheinz Deschner : Ο Μολώχ – Μια κριτική ιστορία των ΗΠΑ, εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 2006, σελ. 236-237)

Κάπου εκεί κοντά ακούγεται και η στριγκή φωνή της Γυναίκας της Ζάκυνθος που βρίζει ελεεινά μια Μεσολογγίτισσα δασκάλα που ξέπεσε εκεί ζητιανεύοντας απ’ ανάγκη, αφού το Μεσολόγγι το είχε κυριέψει ο Τούρκος και σε λίγο θα το πάταγε :

«Κυρά δασκάλα, όλα τα χάσατε… Είμαι στην πατρίδα και το σπίτι μου; Και η αφεντιά σου δεν ήσουνα στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου; Και τι σας έλειπε, και τι κακό είδατε από τον Τούρκο; Δε σας άφινε φαητά, δούλους, περιβόλια, πλούτια; Και δόξα σοι ο Θεός είχετε περσότερα από εκείνα που έχω εγώ. Σας είπα εγώ ίσως να χτυπήσετε τον Τούρκο, που ερχόστενε τώρα σε με να μου γυρέψετε και να με βρίσετε; Ναίσκε! Εβγήκατε έξω να κάμετε παλληκαριές… Και κάτι εκάμετε στην αρχή, γιατί επήρατε τα άτυχα παλληκάρια της Τουρκιάς ξάφνου. Και πώς εμπόρειε ποτέ του να υποφτευθή τέτοια προδοσία; Το ’θελε ο Θεός; Δεν ανακατωνόστενε με δαύτον μέρα και νύχτα;… Και τώρα που βλέπετε πως πάνε τα πράματά σας κακά, θέλετε να πέση το βάρος απάνου μου. Καλή, μα την αλήθεια. Αύριο πέφτει το Μισολόγγι, βάζουνε σε τάξι την Ελλάδα τη ζουρλή οι βασιλιάδες, εις τους οποίους έχω όλες μου τες ελπίδες, και όσοι μένουνε από τον ξολοθρεμό έρχονται στη Ζάκυνθο να τους θρέψουμε, και με την κοιλιά γιομάτη μας βρίζουνε.» (Δ. Σολωμός : Η γυναίκα της Ζάκυνθος)

(Η παρέα της Γυναίκας της Ζάκυνθος, παλιοί και νέοι δωσίλογοι και υποτακτικοί, τη χειροκρότησαν θερμά.)

Κάπου εκεί και όλο το σκυλολόϊ κάποιων άθλιων Φαναριωτών και εκείνων των οπαδών τους που έβαλαν τα «θεμέλια» της μικρής και κυρίως της Μεγάλης Διαπλοκής στη διοίκηση του νεότερου (και νεότατου) κράτους μας, δηλητηριάζοντας τον ίδιο το λαό : Κωλέτης, Μαυροκορδάτος, Κουντουριώτης, και άλλοι πολλοί. Στο τραπέζι τους σακούλια που έχουν απ’ έξω τη ταμπέλα «αγγλικό δάνειο», ενώ μετρούν και μοιράζουν μεταξύ τους λίρες.

Εκεί επίσης, στα 1825, η Αθλιότητα, αριστοτέχνης του δωσιλογισμού, «προσφέρει» -σαν να πρόκειται για χωράφι της φαμελιάς της- την μόλις και μετά βίας κατακτημένη με αίμα και ανολοκλήρωτη ακόμα ανεξαρτησία της Ελλάδας, στο αγγλικό Στέμμα :

«Το ελληνικό έθνος, δυνάμει της παρούσης πράξεως, εκθέτει εκουσίως την ιεράν παρακαταθήκην της αυτού ελευθερίας, Εθνικής Ανεξαρτησίας και της πολιτικής αυτού υπάρξεως, υπό την απόλυτον υπεράσπισιν της Μεγάλης Βρεταννίας»…» (Κυριάκος Σιμόπουλος : Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21, Τόμος 4: 1824-1826, Αθήνα, 1984, σελ. 470)

Έκτοτε, τέτοιες «εκχωρήσεις» των «ιερών ημών παρακαταθηκών», με άλλα λόγια και ποικίλους αποδέκτες, και με άλλες αιτίες, όμως με την ίδια πάντα «φιλοσοφία», τούτος ο τόπος, θα δει πολλές.

Ο Κωλέτης, λίγο παραπέρα, έχει μπροστά του μια στοίβα από διπλώματα απονομής τίτλων και διορισμών, που τα μοιράζει απλόχερα σε οποιονδήποτε από όσους θεωρεί «χρήσιμους» (ή τους φοβάται).

«Εφεύρεση του Κωλέτη η μαζική απονομή βαθμών για προσέλκυση των αντιφρονούντων και κατίσχυση τον εμφύλιο πόλεμο. Είναι από τις μαύρες σελίδες του Εικοσιένα. Γράφει ο Αμβρ. Φραντζής : «Τα διπλώματα κατ’ εκείνην την εποχήν εδόθησαν με τόσην αφθονίαν χωρίς τινός διακρίσεως, ώστε κατήντησε το έθνος να έχει υπέρ τας 12.000 αξιωματικούς, εκ των οποίων πολλοί προεβιβάσθηκαν εις βαθμούς στρατηγίας, αντιστρατηγίας, χιλιαρχίας, υποχιλιαρχίας, μέχρι εικοσιπενταρχίας, χωρίς ποτέ να ρίψωσι καν ένα τουφέκι εις υας κατ’ εχθρών γενομένας μάχας…»… «Τα διπλώματα προβιβασμών με ψηφίσματα (των δύο Σωμάτων) έβγαιναν ωσάν από τον φούρνον πλέον και στάσιν δεν είχον», γράφει ο αγωνιστής Ν. Κοσομούλης… Ο αγωνιστής Μιχ. Οικονόμου : «…ανωφελώς κατεδαπάνησαν ανταμιλλώμενοι, και ως μέσα διαφθοράς και εσωτερικής προδοσίας αυτά τε τα δάνεια και τους βαθμούς επί το πλείστον εις τους τυχόντας, ως ψυχούδια κατεσκόρπισαν… Βάρος μάλιστα μεγαλύτερον απέβησαν οι επιδαψιλευθέντες βαθμοί, και κακόν μέγιστον, διότι δοθέντες και τότε και έπειτα εις νέους, και ανηλίκους έτι, αστρατεύτους, ή απλούς στρατιώτας άνευ προηγουμένων εκδουλεύσεων, αξίων προβιβασμού, οι βαθμοφόροι ούτοι, οι Καπετάν ένας και δύο (και τα λοιπά σκωπτικώς επωνυμούμενοι τότε), δυνάμει μόνον του περί του βαθμού εκείνου διπλώματος, και της επ’ αυτού χρονολογίας αρχαιότητος, και χάριτι των φατριαστικών μέσων, προήχθησαν πλείστοι εις ανωτάτους στρατιωτικούς βαθμούς, και εκτός των μεγάλων αποδοχών, άς αδίκως κατά καιρούς έλαβον, πλείστοι και δι’ αναγνωρίσεως έπειτα, επίσης φατριαστικής ή χαριστικής, φανταστικών εκδουλεύσεων και υποθετικών αριθμών στρατιωτών, ους δήθεν είχον ή ανυπάρκτων θυσιών, έλαβον προικοδοτήσεις ή συντάξεις μεγάλας και αποζημιώσεις, και έτι λαμβάνουν, αναγνωριζομένας εις δάνεια ή χρέη του Δημοσίου πληρωτέα από τους απογόνους…»… Συνηθισμένο το θέαμα άκαπνων διορισμένων εκείνης της εποχής που «εβάδιζον κατά τους οδούς διακεχλιδότες και κλασαυχενιζόμενοι και σύροντες όπισθεν εκατοντάπηχυν ουράν παλληκαρίων ουδέποτε ιδόντων τον καπνόν ή οσφρανθέντων την πυρίτιδα» (Νικ. Δραγούμης). Ο καπετάν Νικ. Στουρνάρης ζητούσε από τον Μαυροκορδάτο βαθμούς για όλους τους συγγενείς του. Και τι βαθμούς! «Να γράψεις εις την Κεντρικήν Διοίκησιν να μας έρθουν τα διπλώματα, καθώς κάτωθεν σου τα γράφω, ότι με αυτό συμφώνησε όλο το σπίτι και να κάμωμε τέρατα και σημεία. Η αντιστρατηγία μου εις τον υιόν μου Γιαννιό, η στρατηγία του χιλιάρχου Γληγόρη, χιλιαρχία του αδελφού μου Στέριο, χιλιαρχία του εξαδέλφου μου Γιακωβάκη»…» (Κυριάκος Σιμόπουλος : Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21, Τόμος 3 : 1823-1824, Αθήνα, 1984, σελ. 496-498)

Κυρίες και κύριοι, μην ξεχνάτε : «Ρεαλισμός»!

(Α!, και όλοι μαζί τα φάγαμε)!

Λίγο παραπέρα, να μια άλλη εξαιρετική παρέα που χαρτοπαίζει : η γνωστή «συμμορία του Οχάιο», η παρέα του 29ου προέδρου των ΗΠΑ, Ουόρεν Γκαμάλιελ Χάρτινγκ. Ο πρόεδρος ο οποίος, στην εποχή της ποτοαπαγόρευσης, πάνω στο γραφείο του ποτέ δεν έλειπαν δυο πράγματα : το ποτό και η τραπουλόχαρτα.. Την ομήγυρη αποτελούν εξέχοντα μέλη της κυβέρνησής του (δισεκατομμυριούχοι ή «απλά» πολυεκατομμυριούχοι) και άλλοι της παρέας. (Karlheinz Deschner : Ο Μολώχ – Μια κριτική ιστορία των ΗΠΑ, εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 2006, σελ. 333).

Προσώρας, εισβάλλει στην αίθουσα ο Τίμων ο Αθηναίος σε έξαλλη κατάσταση. Θυμήθηκε το πόσο πρόστυχα τον είχαν εγκαταλείψει σε ώρα ανάγκης όλοι όσοι είχαν ευεργετηθεί πλουσιοπάροχα απ’ αυτόν. Όλοι μέσα σε τούτη την αίθουσα, ήταν εκείνοι οι αγνώμονες –εξόν από κλέφτες. Ο Τίμων κραύγασε, ενώ ταυτόχρονα τους πέταγε καυτό νερό :

«Αχνός, θερμό νερό να ’ναι το τέλος σας. Μ’ αυτό τελειώνει ο Τίμων : εσείς βαμμένοι με τις κολακείες σας, να, τις ξεπλένω και στα μούτρα σας ραντίζω την αχνιστή σας κακοήθεια. Ζείτε σιχαμένοι, μιαροί, γλοιώδεις, μισητοί τσανακογλείφτες, με τρόπους χαλαστές, μ’ ευγένειες λύκοι, αβρές αρκούδες, μπούφοι της τύχης, φίλοι χαροκόπων, μύγες της εποχής, της τσιριμόνιας δούλοι, αχνός κι ανεμοδούρες! Λόβες άπειρες ανθρώπινες και ζώων να σας πληγιάσουν, να σπυριάσετε όλοι!» (Shakespeare, William : Τίμων ο Αθηναίος, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα, 1989, σελ. 77-78)

Παρευθύς σπεύδουν οι παρατρεχάμενοι, τον πιάνουν και τον πετούν έξω. Η ηρεμία αποκαθίσταται. Τη σκηνή την παρακολουθούν ένας ζωγράφος κι ένας ποιητής, παλιοί γνωστοί του Τίμωνα, όταν την εποχή που ήταν πλούσιος, απολάμβαναν εξαίσια τσιμπούσια μα κυρίως δώρα απ’ αυτόν. Ο Ζωγράφος, συνέχισε να λέει κάτι που έλεγε και πριν στον ποιητή, πριν το επεισόδιο με τον Τίμωνα τους τραβήξει τη προσοχή. Συνέχισε λοιπόν ο ζωγράφος λέγοντας :

«Αυτό ’ναι το πιο καλό απ’ όλα. Να τάζεις, αυτός ο αέρας φυσάει σήμερα : ανοίγει τα μάτια της ελπίδας· ενώ το να κάνεις δείχνει πως είσαι αφελής· και, έξω απ’ τον απλοϊκό κι ανόητο λαουτζίκο, το να κάνεις ό,τι τάζεις δεν είναι καθόλου της μόδας. Το να τάζεις είναι αριστοκρατικό φέρσιμο κι η τελευταία μόδα· το να κάνεις είναι σαν τελευταία θέληση ή διαθήκη, που φανερώνει πως είναι βαριά άρρωστη η κρίση εκείνου που την κάνει.» (Shakespeare, William : Τίμων ο Αθηναίος, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα, 1989, σελ. 107)

Όμως, είμαστε κάπως τυχεροί.

Σαν περιδιαβαίναμε της συνοικία του Μιλάνο, την εποχή των Μεδίκων, παρατηρούμε μεγάλη κινητικότητα στο παλάτσο του μαρκήσιου Τζιάν Τζιάκομο Τριβούλτσιο, και είμαστε διπλά τυχεροί γιατί έχουμε εδώ και τον Φρα Πάολο Μορίτζι που μόλις βγήκε από το παλάτσο και μας πληροφορεί ότι αυτή η κινητικότητα οφείλεται σε γαμήλιο συμπόσιο του μαρκήσιου, και να τι συμβαίνει εκεί μέσα :

«Πρώτα πρώτα, αφού οι συνδαιτυμόνες ξέπλυναν τα χέρια τους με ροδόνερο, ήρθαν οι πάστες από κουκουνάρια και ζάχαρη, αμυγδαλόπιτες και κάθε λογής λεπτότατα και πανάκριβα γλυκίσματα, όλα στολισμένα με χρυσάφι. Έπειτα, προσφέρθηκαν ωραιότατα, τεράστια σπαράγγια, που θαυμάστηκαν γιατί δεν ήταν η εποχή τους. Το τρίτο πιάτο ήταν πολπέτες από συκωτάκια, υψηλής μαγειρικής τέχνης. Το τέταρτο, πέρδικα ψητή, αρτυμένη με μπαχαρικά. Πέμπτο, κεφαλάκι μοσχαρίσιο, κι αυτό χρυσοστόλιστο. Έκτο πιάτο, καπόνια και πιτσούνια, μαζί με σαλάμι και ζαμπόν και λεπτή γαρνιτούρα. Έβδομο, αρνάκι ψητό με σάλτσα από βύσσινα. Όγδοο πιάτο, φασιανοί, πέρδικες, τσίχλες, ορτύκια, ψητά και γαρνιρισμένα με ελιές. Ένατο, κοτόπουλα ψημένα με ζάχαρη και ραντισμένα με ροδόνερο. Δέκατο, ολόκληρο γουρουνόπουλο, με πικάντικη σάλτσα… Ενδέκατο, ψητό παγόνι με λεπτά αρτύματα. Δωδέκατο, παστίτσιο με αυγά, γάλα, ζάχαρη, αλεύρι και μυριστικά. Δέκατο τρίτο, κυδώνια με ζάχαρη και κουκουνάρια. Δέκατο τέταρτο, γλυκίσματα με ζάχαρη και μέλι, σωστός πειρασμός για το λαρύγγι. Δέκατο πέμπτο, δέκα διαφορετικοί τύποι τούρτας που η ομορφιά τους δε λέγεται. Όλες αυτές οι λιχουδιές έφτασαν στο τραπέζι μέσα σε χρυσά κι ασημένια πιάτα. Δαδοφόροι συνοδεύουν τους σερβιτόρους. Έπειτα, πάλι με συνοδεία πυρσών, παρελάσανε, ζωντανά μέσα σε κλουβιά, όλα τα είδη των πουλιών και των ζώων που είχαν μαγειρευτή. Στη συνέχεια, ήρθαν στη σάλα του συμποσίου κωμικοί και ακροβάτες, και χωριστά οι τρομπετίστες, οι τραγουδιστές και οι μουσικοί, για να προσφέρουν και σπάνια χαρά».» (Rizzatti, Maria Luisa (Επιμέλεια) : Οι μεγάλοι αμφισβητίες – Σαβοναρόλα, εκδ. Ο ΤΥΠΟΣ ΑΕ, Αθήνα, 1973, σελ. 113-114)

Κυρίες και κύριοι, μην ξεχνάτε : «Ρεαλισμός»!

(Α!, και όλοι μαζί τα φάγαμε)!

Ο Ου. Γκ. Χάρτινγκ, ας κάνουμε ένα άλμα λίγων αιώνων, ήταν ο 29ος πρόεδρος των ΗΠΑ. Η κυβέρνησή του, λαμπρό δείγμα εκπροσώπησης της πλουτοκρατίας.

«Από τη στιγμή που το υπουργικό συμβούλιο του Χάρτινγκ αποτελείτο σχεδόν εξ ολοκλήρου από δισεκατομμυριούχους ή τουλάχιστον από πολυεκατομμυριούχους, δεν χρειάζονταν οι περισσότεροι από αυτούς να κάνουν κάτι για να βγάλουν το ψωμί τους. Οι υπουργοί Εσωτερικών και Δικαιοσύνης όμως και κάποια άλλα μέλη εκείνης της «συμμορίας του Οχάιο» που είχε μαζέψει γύρω του ο πρόεδρος για να αισθάνεται ευχάριστα, να μπορεί να παίζει πόκερ με την ησυχία του, μερικοί από αυτούς λοιπόν θέλησαν να αυξήσουν λίγο το πενιχρό εισόδημά τους ή, όπως είπαν μερικοί ξεδιάντροποι, να πλουτίσουν…» (Karlheinz Deschner : Ο Μολώχ – Μια κριτική ιστορία των ΗΠΑ, εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 2006, σελ. 333-334)

Λοιπόν αυτά τα λαμόγια, την ίδια στιγμή που ήθελαν ν΄ αυξήσουν κι άλλο τον πλούτο τους, όχι βέβαια με την τίμια εργασία μα με τη κλοπή, για τον λαό που στην «υπηρεσία» του οποίου υποτίθεται ότι ήταν ταγμένοι, όπως και κάθε δημοκρατική τουλάχιστον κυβέρνηση, επεφύλασσαν τη γνωστή σε όλους τους λαούς μοίρα.

«…Την πρώτη χρονιά της θητείας του Χάρτινγκ είχαν φαλιρίσει όχι λιγότερες από 100.000 επιχειρήσεις και 450.000 αγρότες έχασαν τα αγροκτήματά τους –και σχεδόν πέντε εκατομμύρια άνθρωποι ήταν άνεργοι. Οι μισθοί των υπολοίπων μειώθηκαν κατά 22%. Ξανά και ξανά πραγματοποιούνται γιγάντιες απεργίες. Την 1η Απριλίου 1922 απεργούν περίπου 500.000 ανθρακωρύχοι και υπάρχουν πολλοί νεκροί. Αλλά στο τέλος νικάνε οι καλοί : πολλές πολιτείες διώκουν νομικά τα συνδικάτα, και τα δικαστήρια και οι ιδιοκτήτες των εργοστασίων καταφέρνουν να μειώσουν τα μέλη τους κατά το ένα τρίτο.» (Karlheinz Deschner : Ο Μολώχ – Μια κριτική ιστορία των ΗΠΑ, εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 2006, σελ. 335-336)

Κυρίες και κύριοι, μην ξεχνάτε : «Ρεαλισμός»!

Κάνοντας νέο άλμα στο χρόνο και χώρο, ιδού και η παρέα των δύο δούλων του Δήμου, που προσπαθούσαν να πείσουν τον Αγοράκριτο, αλλαντοπώλη στο επάγγελμα, να διώξει απ’ το σπίτι του Δήμου τον Παφλαγώνα δούλο, που έχοντας την εύνοια του κυρίου του (του Δήμου), καταπίεζε τους άλλους δυό δούλους. Ο αλλαντοπώλης ήταν όλο απορίες για το πώς θα μπορούσε, αγράμματος και χωρίς ικανότητες για «διοικητικά θέματα» να τα βάλλει με τον ικανό Παφλαγώνα. Για να τονώσουν το ηθικό του αλλαντοπώλη, του δείχνουν κι έναν χρησμό, που κατά πως του τον ερμήνευσαν οι δύο δούλοι, έλεγε ότι τούτος (ο αλλαντοπώλης) θα γίνονταν μέγας και τρανός στη πόλη της Αθήνας. Του περιγράφουν τη δύναμη που θάχει στην Αθήνα των δημαγωγών, δηλαδή των λαμογιών. Του δείχνουν τον κόσμο και του λένε :

«Όλων αυτών θα γίνεις αυτοκράτορας, και της αγοράς και των λιμανιών της Πνύκας· θα τσαλαπατήσεις τη βουλή, θα κουτσουρέψεις τους στρατηγούς, θ’ αλυσοδέσεις, θα μπουντρουμιάσεις, θα κάνεις το πρυτανείο μπουρδέλο.» (Αριστοφάνης : Ιππείς, εκδ. Ζήτρος)

Ο αλλαντοπώλης τους λέει :

«Να μου λείπουν τα μεγαλεία! Δεν είμαι άξιος γι’ αυτά… εγώ καλά-καλά ούτε μόρφωση πήρα…» (ό.π.)

Όμως οι δούλοι, τον βάζουν στα «μυστικά» του παιχνιδιού της εξουσίας του Παφλαγώνα :

«…το κομματαρχιλίκι δε χρειάζεται μόρφωση και χαρακτήρας, αλλά αγραμματοσύνη και παλιανθρωπιά.» (ό.π)

λένε οι δύο δούλοι στον αλλαντοπώλη.

Μα ο αλλαντοπώλης είναι ακόμα όλο απορίες :

«…Μόνο δε χωρά στο μυαλό μου πώς θα τα βγάζω πέρα με τη διακυβέρνηση του λαού.» (ό.π)

ρωτά τους δούλους, οι οποίοι του δίνουν τα αναγκαία μαθήματα «μάνατζμεντ» της κοινωνίας των λαμογιών, διότι εκεί ανήκει ο Παφλαγώνας δούλος, και του λένε :

«Χαρά στο πράμα· τι κάνεις κάθε μέρα; συνέχισε την ίδια δουλειά : πάρε στα χέρια σου όλες τις υποθέσεις, δος κοπάνισμα κι ανακάτεμα· πάρε το λαό με το μέρος σου γλυκαίνοντάς τον με λόγια που βγαίνουν από καλή κουζίνα. Κι έχεις όλα τ’ άλλα χαρίσματα του δημαγωγού : φωνή που φέρνει αναγούλα, σόι ξεφτιλισμένο, παιδί της πιάτσας. Δε σου λείπει τίποτα απ’ ό,τι χρειάζεται για να κυβερνάς την πόλη…» (ό.π.)

Βέβαια, ο Παφλαγώνας μάχεται για τα «προνόμιά» του, κι ελπίζει. Λέει σ’ όσους τον πολεμούν :

«Δε σας φοβάμαι, όσο ζει η βουλή κι ο Δήμος συνεδριάζει με την αποβλάκωση απλωμένη στο πρόσωπό του» (ό.π.)

Και σαν ο αλλαντοπώλης του λέει

«Σα να το καλοπίστεψες ότι έχεις το Δήμο του χεριού σου» (ό.π.),

ο Παφλαγώνας απαντά :

«Γιατί ξέρω με τι ψίχουλα τον ταΐζω» (ό.π.)

Λίγο παρακεί, ο χρησμολόγος Ιεροκλής, που ο πόλεμος του φέρνει αρκετά προνόμια και κέρδη, προσπαθεί να πείσει τον Τρυγαίο που κάνει σπονδές στην Ειρήνη, ότι μάταια κοπιάζει. Γιατί η ειρήνη, καθώς λέει ο Ιεροκλής, δεν είναι της ώρας, και δεν θα γίνει

«πριν ζευγαρωθεί με την αρνάδα ο λύκος» (Αριστοφάνης : Ειρήνη εκδ. «Δαίδαλος» – Ι. Ζαχαρόπουλος ΑΕ, Αθήνα)

Όμως, τούτος ο αλητήρτιος χρησμολόγος, ζητούσε μερτικό από τα σφάγια που ήταν ψημμένα για τη θυσία που έκανε ο Τρυγαίος προς τιμή της Ειρήνης, και σαν ο Τρυγαίος δεν τούδινε, όρμησε για ν’ αρπάξει κανένα κοψίδι, μα ο Τρυγαίος τον απέκρουσε και τούπε πως θα φάει απ’ τα σφάγια της θυσίας για την Ειρήνη,

«Όχι, πριν ζευγαρωθούν με την αρνάδα ο λύκος» ((Αριστοφάνης : Ειρήνη, ό.π.)

Να, μια άλλη παρέα, «ηγετών και ηρώων» του έθνους τους. Τιβέριος, Καλιγούλας, Κλαύδιος, Νέρωνας : όλοι μαζί συζητούν για το πώς ο σπόρος τους δεν πήγε χαμένος, για το πόσο ανθεκτικός είναι στις επιθέσεις όσων επιζητούν την καταστροφή του. Οι τέλειοι –αν και όχι μοναδικοί- εκπρόσωποι της Παρακμής :

«Ο Τιβέριος, ο κατάσκοπος αυτοκράτορας, το μάτι που παραμονεύει τον κόσμο·… ο αγαπημένος των συκοφαντών, ο δολοφόνος των πολιτών, των ιππέων της συγκλήτου, της γυναίκας του, της οικογένειάς του, μοιάζει περισσότερο να μαχαιρώνει πισώπλατα τους λαούς παρά να τους σφαγιάζει· ταπεινός μπροστά σε βάρβαρους· προδότης με τον Αρχέλαο, άναντρος με τον Αρτάβανο, έχοντας δυό θρόνους· για τη θηριωδία του, τη Ρώμη, και για την ακολασία του, το Κάπρι, επινοώντας βίτσια κι’ ονόματα γι’ αυτά τα βίτσια· γέροντας μ’ ένα σεράϊ από παιδόπουλα, ισχνός, φαλακρός, καμπουριασμένος, στραβοπόδης, βρώμικος, καταφαγωμένος απ’ τη λέπρα, γεμάτος πληγές, σκεπασμένος με έμπλαστρα και στεφανωμένος με δάφνες, έχοντας τα έλκη του Ιώβ και μαζί και το σκήπτρο· τριγυρισμένος από μια απαίσια αυλή, γυρεύοντας έναν διάδοχο, οσφραινόμενος τον Καλιγούλα και βρίσκοντάς τον καλόν, έχιδνα που διαλέγει έναν τίγρη… Ο Καλιγούλας, ο άνθρωπος που ήταν κυριευμένος απ’ τον φόβο· ο σκλάβος που έγινε αφέντης, τρέμοντας μπροστά στον Τιβέριο, φοβερός ύστερα απ’ τον Τιβέριο, ξεχύνοντας τον χθεσινό του τρόμο σε ωμότητα. Τίποτα δεν μπορεί να εξισωθεί μ’ αυτόν τον παράφρονα… Βάζει μια γυναίκα να την κατασπαράξουν ζωντανή τα σκυλιά, μόνο και μόνο για ν’ απολαύσει το θέαμα… Αναγορεύει το άλογό του σε ποντίφικα, όπως αργότερα ο Νέρωνας θα κάμει θεό τον πίθηκό του. Προσφέρει στο σύμπαν αυτό το απαίσιο θέαμα : την εκμηδένιση του εγκέφαλου απ’ την παντοδυναμία. Πόρνος, χαρτοκλέφτης, συντρίβει τις προτομές του Ομήρου και του Βιργιλίου, στεφανώνεται σαν τον Απόλλωνα με αχτίνες και ποδένεται με φτερά σαν τον Ερμή· παράφορα εξουσιαστής του κόσμου, ποθώντας την αιμομιξία με την μητέρα του και την πανώλη για την αυτοκρατορία του, το λιμό για το λαό του, την ήττα για το στρατό του, την εξομοίωσή του με τους θεούς και μια μόνο κεφαλή για το ανθρώπινο γένος για να μπορεί να την κόψει· αυτός είναι ο Γάϊος Καλιγούλας. Αναγκάζει τον γυιό να παρασταθεί στο μαρτύριο του πατέρα και τον άντρα στο βιασμό της γυναίκας του, και τους βάζει να γελούν… Ο Κλαύδιος είναι ένα πρόπλασμα που βασιλεύει… Κρύβεται, τον ανακαλύπτουν, τον τραβούν απ’ την τρύπα του και τον ρίχνουν τρομαγμένο στο θρόνο. Αυτοκράτορας, τρέμει ακόμα, γιατί μπορεί νάχει το στέμμα, αλλά δεν είναι σίγουρος πως θάχει το κεφάλι του. Κάθε τόσο ψηλαφίζει το κεφάλι του, σαν να το αποζητάει… Στραγγαλίζουν έναν συγκλητικό, λέει : Εγώ δεν το διάταξα· μια που έγινε όμως καλά καμωμένο. Η γυναίκα του πορνεύεται μπροστά του. Την κοιτάζει και λέει : ποια είναι αυτή η γυναίκα; Μόλις κι’ έχει το αίσθημα της ύπαρξης· είναι ένας ίσκιος· ο ίσκιος όμως αυτός συντρίβει τον κόσμο. Μα έρχεται κι’ η ώρα του τέλους του. Η γυναίκα του τον φαρμακώνει· ο γιατρός του τον αποτελειώνει. Λέει : σώθηκα, και πεθαίνει. Ύστερα απ’ το θάνατό του, έρχονται να δουν το πτώμα του· όσο ζούσε, έβλεπαν το φάντασμά του… Ο Νέρωνας είναι η φοβερώτερη μορφή της πλήξης, που φάνηκε ποτέ ανάμεσα στους ανθρώπους… Ο Νέρωνας γυρεύει μόνο την ψυχαγωγία. Ποιητής, ηθοποιός, αοιδός, αμαξάς. Εξαντλώντας την αγριότητα για νάβρει την ηδυπάθεια, επιχειρώντας ν’ αλλάξει το φύλο, σύζυγος του ευνούχου Σπόρου και γυναίκα του σκλάβου Πυθαγόρα, που περπατάει στους δρόμους της Ρώμης ανάμεσα στη γυναίκα του και στον άντρα του· έχοντας δυό διασκεδάσεις, να βλέπει το λαό να ρίχνεται στα χρυσά νομίσματα, στα διαμάντια και τα μαργαριτάρια και τα λιοντάρια να ρίχνονται στο λαό. Εμπρηστής από περιέργεια και μητροκτόνος από αργοσχολία.» (Βίκτωρ Ουγκώ : Φιλολογία και Φιλοσοφία, εκδ. Μαρή, Αθήνα, σελ. 27)

Κυρίες και κύριοι, μην ξεχνάτε : «Ρεαλισμός»!

Μην προσπερνάτε το παραπάνω κείμενο χωρίς να κάνετε συγκρίσεις με το σήμερα, με τούτη την ώρα που μιλάμε. Η Αθλιότητα, είναι παμπάλαια στο περιεχόμενό της και στη δράση της.

Στρέψτε τα μάτια σας στο πολιτικό μας σύστημα και αναρωτηθείτε, αν βλέπετε ή όχι σύγχρονους Τιβέριους, Καλιγούλες, Κλαύδιους και Νέρωνες.

Ο Τιβέριος, ο αγαπημένος των συκοφαντών, που σφαγιάζει πισώπλατα λαούς.
Υπάρχουν εδώ στην Ελλάδα, υπήρξαν εδώ στην Ελλάδα, ηγεσίες, «αγαπημένες συκοφαντών» του ίδιου του λαού τους, ηγεσίες που υπήρξαν το μακρύ χέρι (όταν δεν το έκαναν «αυτοβούλως») «σφαγιαστών» του ίδιου του λαού τους;

Ο Καλιγούλας που αναγορεύει το άλογό του σε ποντίφικα, σας θυμίζει κάτι;

Πόσο ξένη εικόνα αποτελεί για τη χώρα μας, η συνάθροιση αχύρων, που κάποιος αφού τους έδινε σχήμα ανθρώπου, τους τοποθετούσε στη καρέκλα της εξουσίας; Πόσες φορές, διάφοροι Κλαύδιοι, δεν υπήρξαν η προσωποποίηση αυτών των αχυρανθρώπων;

Πόσοι Νέρωνες δεν έβαλαν οι ίδιοι φωτιά καταγαίνοντας τους καρπούς της δουλείας αυτού του λαού, και το σπουδαιότερο, καταγαίνοντας τα οράμα και τις ελπίδες του;

Η κάθε εποχή, είχε, έχει και θα έχει τα δικά της «σουαρέ» (στα σαλόνια των τάξεων της εξουσίας), τις λέσχες συνάντησης της μεγαλοδιαπλεκόμενης τάξης, όπου γίνονται τα πάντα, από το να συναλλάσσονται, από το να επαναδιαβεβαιώνουν συχνά – πυκνά την «ενότητα» της τάξης τους, έως τις αναπότρεπτες ίντριγκες και μηχανορραφίες, η στιγμιαία εναλλαγή μιας ούτως ή άλλως δήθεν σοβαρότητας και ενός χωρίς όρια κατινισμού, τα πισωμαχαιρώματα και οι εναλλαγές των συμμαχιών και οι εναλλασσόμενες φιλίες είναι στοιχείο του κλίματος αυτού, τα όργια αλλά και τον κανιβαλισμό, διότι εκεί όλοι το ξέρουν πως τίποτα δεν έχει μεγαλύτερη σημασία από το «ο θάνατός σου, η ζωή μου» : είναι ο αποδεκτός κανόνας του παιχνιδιού, και εφόσον δέχεσαι το παιχνίδι, δέχεσαι και τους κανόνες του. Διαφορετικά, σε περιμένει η έξωση, και η επιστροφή στο καθημερινό μόχθο, στον αγώνα τους «έντιμης» καταξίωσης, και το κυριότερο, ο υποβιβασμός στη τάξη της λούμπεν μικροδιαπλοκής και μεσαίας διαπλοκής, όπου εκεί, μοιράζονται τα ψίχουλα που πέφτουν απ’ το τραπέζι της μεγαλοδιαπλοκής, δηλαδή, βράσε όριζα!

Η πολύβουη αυτή παρέα της Αθλιότητας, όπου το μεγαλοσυμφέρον που δεν γνωρίζει όρους και όρια, η ανοησία και η έπαρση ανακατεύονται και δημιουργούν ένα άρωμα ηθικού και πνευματικού «πατσουλί», αλλά που παρόλα αυτά, ή μάλλον, γι’ αυτά ακριβώς, φυσικά, έχει το δικό της βασίλειο : τη Πολιτεία του Θηρίου, με την εξουσία στα χέρια της.

Οι ηγεμόνες στις Πολιτείες όπου έχει εξουσία η Αθλιότητα, φυσικά, σε τίποτα δεν υστερούν απ’ τους προγόνους τους θεμελιωτές τούτου του βασιλείου. Η ηγεσία όμως της Πολιτεία της Αθλιότητας, εννοώ η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ηγεσία, δεν είναι τόσο αφελής ώστε να εκτίθεται η ίδια δημόσια, με το να κατέχει «θεσμικές» θέσεις. Ήδη το τόπαμε αυτό.

Τους κραδασμούς ενάντια σ’ αυτή τη τάξη τους εισπράττει το υπηρετικό της προσωπικό, το οποίο προωθείται σε κρατικές ή δημόσιες γενικότερα θέσεις, ώστε, όχι μόνο να καλύπτεται η πραγματική ηγεσία της Μεγαλοδιαπλοκής, μα και να μπορεί άνετα να νομοθετεί υπέρ των συμφερόντων της, έστω κι αν η «επίσημη» στρατηγική των υπηρετών της στα θεσμικά όργανα, διακηρύσσεται ότι είναι ο αγώνας ενάντια της διαφθοράς!

Στα σαλόνια των Ολίγων, τις λέσχες και τα στέκια τους, εκεί, υπάρχει μια άλλη ιεραρχία. Άνθρωποι που «έξω», «τυπικά», έχουν μεγάλη θέση, όταν μπαίνουν στα «στέκια» αυτά, αυτόματα ισχύει μια καινούργια ιεραρχία, για τα ίδια ακριβώς πρόσωπα. Εκεί μπορεί π.χ., να δεις ένα διαπλεκόμενο μεγαλοκομματικό λαμόγιο που εργάζεται ως ανθυποτμηματάρχης σ’ ένα δημόσιο οργανισμό, να συνομιλεί σαν ίσος προς ίσο (κι αν το φέρνει η τύχη και σαν ανώτερος) με τον ίδιο τον διοικητή του στον οργανισμό που εργάζεται, «τακτοποιώντας» λεπτομέρειες για το πώς, αν και ανθυποτμηματάρχης, θα μπορεί να «κονομάει» αμοιβές διευθυντικές και βεβαίως, να διεκπεραιώνει υποθέσεις της μεγαλοδιαπλοκής από το παρασκήνιο.

Πόση βάση μπορεί να έχει μια υπόθεση ή πολύ περισσότερο ένας ισχυρισμός σαν τον παραπάνω;

Αυτό το σύστημα της Μεγάλης Διαπλοκής, στο ρου της Ιστορίας είναι σταθερό ως λογική και ως λειτουργία, όσο κι αν οι ονομασίες του αλλάζουν.

Όμως, ας συνεχίσουμε τη σύντομη βόλτα μας στις γωνιές της Πολιτείας της Αθλιότητας.

Να, κάπου εκεί στη Βενετία, οι «πρίγκιπες» (Φαναριώτες) Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και Καντακουζηνός, «τα συζήταγαν». Ιδού πώς περιγράφει ο ιστορικός George Finlay μια τέτοια τη σκηνή που διαδραματίζεται στη Βενετία :

«Οι δύο Έλληνες πρίγκιπες φιλονικούσαν άγρια για την ηγεμονία του κράτους που θα αναδυόταν από την Ελληνική Επανάσταση. Τους άφησα την ώρα που είχαν σχεδόν συμφωνήσει να υπογράψουν μια συμφωνία διανομής του βασιλείου. Κάποιος τους συμβούλεψε να λύσουν τις διαφορές τους στην Ελλάδα, βοηθώντας τον αγωνιζόμενο λαό. Αλλά και οι δύο συμφώνησαν ότι θα τους υπερφαλάγγιζε ο πρίγκιπας Σούτσος κι ότι κανείς δεν μπορεί να ελπίζει σε επιτυχία αν παρουσιασθεί στην αρχή του ξεσηκωμού. Πρέπει να περιμένουν. Όπως έμαθα, αυτοί οι τρείς πρίγκιπες έφθασαν στην Ελλάδα πολύ αργά και έκαναν τόσο λίγα που έχασαν την ευκαιρία να γίνουν μεγάλοι άνδρες.» (Κυριάκος Σιμόπουλος : Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21, Τόμος 1 : 1821-1822, Αθήνα, 1984, σελ. 110)

Ο «ηγέτης» Καντακουζηνός, περισσότερο γρήγορα ίσως από κάθε άλλον, έδειξε το «περιεχόμενό» του. Μιας και δεν μπορούσε να ηγεμονεύσει για να κλέβει «νόμιμα», τόριξε στο εντελώς παράνομο πλιάτσικο για να τη κοπανήσει σα κοινός κλέφτης. Όπως ιστορεί ο Αμβρόσιος Φραντζής, ο Αλ. Καντακουζηνός

«μετά την πτώσιν και την παραλαβήν του φρουρίου (της Μονεμβασίας), αρπάσας τον άργυρον των οθωμανικών όπλων και λοιπά τοιαύτα είδη, εδραπέτευσεν από την Ελλάδα» (ό.π., σελ. 219)

Μαζί με δαύτους, ένας άλλος «πρίγκιπας», ο Ιωάννης Καρατζάς έχει κι αυτός ηγεμονικές βλέψεις πάνω στο κορμί της Ελλάδας που προσπαθεί ν’ ανασηκωθεί από χάμου, όπου ήταν υποχρεωμένη και κείτεται αιώνες σκλαβιάς. Ο γιος του Κωστάκης (ο «μπεηζαδές» όπως αποκαλούνταν), ανέλαβε να προωθήσει το ηγετικό προφίλ του πατέρα του. Καταφθάνει στο Νιόκαστρο με εφόδια.

«…Καλοδεχούμενα τα εφόδια. Αλλά ο «μπεηζαδές» έθεσε όρους. Να καλέσουν τον πατέρα του ως αρχηγό και ηγεμόνα. Του απάντησαν οι πολιορκητές πως δεν ήταν καιρός για αρχηγίες και πως είχαν ανάγκη από πολεμοφόδια. Αλλά ο Κωστάκης δεν εννοούσε να δώσει ούτε ένα φυσέκι χωρίς αντάλλαγμα. Και το καράβι σήκωσε πανιά για την Καλαμάτα…. «Ο πατήρ μου, έλεγε, πολλά θυσιάσει εκατομμύρια υπέρ του αγώνος της Ελλάδος, εάν προσκληθεί ως ηγεμών ταύτης». Αποτυχών δε, ουδέν εχορήγησε βοήθημα…» (ό.π., σελ. 112)

Φεύγοντας από την καθ’ ημάς πραγματικότητα, ο Βαρώνος Paul Henri (Baron d’ Holbach) (1723-1789), ανάμεσα σ’ άλλα, ιδού τι λέει για τους κανόνες αναρρίχησης των αυλικών στις βασιλικές αυλές και γενικότερα τις αυλές των ηγεμόνων της εποχής του και τα προσόντα που πρέπει να πληρούν (ας μη ξεχνάμε ότι ο ίδιος είναι βαρώνος, συνεπώς μέλος της μεσαιωνικής φεουδαλικής άρχουσας τάξης) :

«Υπάρχουν θνητοί που το πνεύμα τους πάσχει από αδιαλλαξία, που η σπονδυλική τους στήλη παρουσιάζει πρόβλημα ευλυγισίας και ο σβέρκος τους μια έλλειψη ευκαμψίας. η άτυχη αυτή διάπλαση τους εμποδίζει να τελειοποιηθούν στην τέχνη της αναρρίχησης και τους καθιστά ανίκανους να προαχθούν στην Αυλή… Η Αυλή δεν είναι φτιαγμένη γι’ αυτά τα αγέρωχα όντα, τα άκαμπτα, που δεν μπορούν ούτε να ανέχονται ιδιοτροπίες ούτε να ενδίδουν σε καπρίτσια ούτε ακόμη να εγκρίνουν ή και να υποβοηθούν, όποτε χρειάζεται, τα εγκλήματα τα οποία η Μεγαλειότητα κρίνει απαραίτητα για το καλό του Κράτους. Ένας καλός αυλικός δεν πρέπει ποτέ να έχει γνώμη, ή μάλλον δεν πρέπει να έχει παρά τη γνώμη του κυρίου του ή του υπουργού… Ένας καλός αυλικός δεν πρέπει να έχει δίκιο, δεν του επιτρέπεται επ’ ουδενί να διαθέτει περισσότερο πνεύμα απ’ ό,τι ο κύριός του ή ο ευεργέτης του. πρέπει να γνωρίζει πολύ καλά πως ο Ηγεμόνας και ο αξιωματούχος δεν μπορεί ποτέ να σφάλλουν… Ο αυλικός πρέπει ασταμάτητα κάτω από μια επίφαση φιλίας να ξέρει νε αποκοιμίζει τους αντιπάλους του, να δείχνει ένα πρόσωπο ανοιχτό κι εγκάρδιο σ’ εκείνους που απεχθάνεται περισσότερο, να αγκαλιάζει με τρυφερότητα τον εχθρό τον οποίο κανονικά θα ήθελε να πνίξει. πρέπει τέλος και τα πλέον ασύστολα ψεύδη να μην επιφέρουν καμιά αλλοίωση στο πρόσωπό του. Αλλά η μεγάλη τέχνη του αυλικού, το ουσιώδες αντικείμενο της σπουδής του, είναι να ενημερώνεται πλήρως και επακριβώς για τα πάθη και τις διαστροφές του κυρίου του ώστε να μπορεί να τον έχει στο χέρι : με τον τρόπο αυτό θα είναι σίγουρος πως έχει βρει το κουμπί του… Ο αληθινός αυλικός όπως ο Αρλεκίνος θεωρείται από τους πάντες φίλος του κόσμου, χωρίς όμως την αδυναμία να δένεται με κανέναν. υποχρεωμένος εκ των πραγμάτων να υπερνικά τη φιλία και την ειλικρίνεια, η αφοσίωση που δείχνει στον ισχυρό πρέπει να κόβεται μαχαίρι μόλις αυτός χάσει τη θέση του. Είναι απολύτως απαραίτητο να μισήσει πάραυτα οποιονδήποτε τόλμησε να δυσαρεστήσει τον κύριό του ή τον εκάστοτε ευνοούμενο…» (Baron D’ Holbach : Η τέχνη της κοινωνικής αναρρίχησης, εκδ. ΑΓΡΑ, Αθήνα, 2008, σελ. 11-16)

Αλλά, ας ξαναγυρίσουμε σε μας. Τη περίοδο που «στήνονταν» το νεοελληνικό Κράτος.

1826. Το Μεσολόγγι δίνει τον υπέρ πάντων αγώνα για το ίδιο μα και για ολάκερη την πατρίδα. Χρειάζονται χρήματα, αλλά χρήματα δεν υπάρχουν. Έτσι,

«…η Κυβέρνηση αποφασίζει εκποίηση των εθνικών κτημάτων, ώσπου να συγκεντρωθούν 4.000.000 γρόσια για να σωθεί το Μεσολόγγι. Οι αγοραστές θα πλήρωναν το μισό ποσό σε μετρητά και το υπόλοιπο σε εθνικές ομολογίες. Τότε αποκορυφώθηκε η διαφθορά. Οι φίλοι του κόμματος που βρίσκονταν στην εξουσία απόχτησαν τσιφλίκια χωρίς να πληρώσουν ούτε γρόσι μετρητά, όπως όριζε ο νόμος. Όλο το τίμημα σε ομολογίες, που ήταν άχρηστες… «Εσύναζον», γράφει ο Σπυρομίλιος, «από τινας αγοραστάς το όλον εις ομολογίας χαριζόμενοι εις τους οπαδούς του κόμματός των. Εις εκείνην την εποχήν λοιπόν, ωφελούμενοι διάφοροι από την ανάγκην του Μεσολογγίου, έγιναν κτηματίαι…» Σ’ ένα φυλλάδιο που κυκλοφόρησε μέσα στο 1826 σχολιάζεται με οργή αυτή η ανίερη επιχείρηση ευκαιριακού υπερπλουτισμού με συνεργασία των Αρχών την ώρα που ψυχομαχούσε το Μεσολόγγι : «Αντί να πωλούνται Εθνικαί πρόσοδοι καθ’ ολοκλήρους Επαρχίας, αι τιμαί των οποίων με το να είναι υπέρογκοι, και δεν δύνανται οι μεσαίας καταστάσεως άνθρωποι να τας αγοράζουν μη έχοντες τας απαιτουμένας χρηματικάς ποσότητας, αγοράζονται πάντοτε από τους πλουσίους εις τιμάς μικροτάτας και μάλιστα χωρίς να γίνωνται αι πληρωμαί όλαι εις μετρητά γρόσια, αλλά μέρος εις μετρητά και τα περισσότερα εις εθνικάς ομολογίας και εις χρεωστικά της Διοικήσεως αποδεικτικά… οι οποίοι αγορασταί μετά δέκα ημέρας να τας μεταπωλούν… εις διπλασίας και τριπλασίας τιμάς… και ούτω οι πλούσιοι επισωρεύοντες εκ των κοινών συμφερόντων εις τα πλούτη των πλούτη να υπερπλουτίζουν, και δια του πλούτου να βλάπτηται η ισορροπία της πολιτικής μας κοινωνίας και να καταδυναστεύωνται έτι μάλλον οι λαοί… και αυτό το αιχμάλωτον του λαού μέρος (λέγω) οι δυστυχείς Γεωργοί να δουλεύουν ακαταπαύστως ταλαιπωρούμενοι όχι δια την πατρίδα, αλλά δια τους πλουσίους, καθώς πρότερον εδούλευον δια τους τυράννους των»…» (Κυριάκος Σιμόπουλος : Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21, Τόμος 5)

Γράφει ο αυτόπτης Χρ. Ζαχαριάδης :

«…εκποίησαν εθνικήν γην εις τους ωραιοτέρους και ηδονικωτέρους τόπους της Πελοποννήσου… οι ίδιοι την επώλησαν, αυτοί την αγόρασαν. Το έπραξαν και χωρίς προκήρυξιν…» (ό.π., σελ. 81)

Και βλέποντας ο Ζαρατούστρα τέτοια να πράττουν οι «κυρίαρχοι», είπε

«Και γύρισα τις πλάτες μου στους κυρίαρχους, όταν είδα τι ονομάζουνε τώρα κυριαρχία : εμπορεία και συναλλαγή της δύναμης –με το σκυλολόϊ!» (Φρ. Νίτσε : Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, 2η έκδοση, εκδ. Δωδώνη, σελ. 146)

Κυρίες και κύριοι, μην ξεχνάτε : «Ρεαλισμός»!

Ο Αυτοκράτορας Ιουλιανός, γνωρίζει πολύ καλά, λόγω του αξιώματός του, ποιοι κυβερνάν πράγματι τον κόσμο. Στον θεοσεβή και ταπεινό φίλο του Βασίλειο, του υπενθυμίζει ότι :

«Αν κρίνης τον κόσμο θα δης πως προκόβουν προπάντων κατεργαραίοι κι αφιλότιμοι.» (Χρήστος Π. Ζαλοκώστας : Ιουλιανός ο Παραβάτης)

Σ’ αυτή τη Πολιτεία του Θηρίου, κάθε τι που έχει στον Άνθρωπο μια Αξία, εδώ εξυμνείται δημόσια στον υπέρτατο βαθμό, αλλά, όταν οι πόρτες των σαλονιών που συχνάζουν τούτες οι μούργες κλείνουν, βασιλεύει γυμνή η Αθλιότητα. Εδώ είναι το Βασίλειο του Μακμπέθ. Σαν ο Μακμπέθ δολοφόνησε τον βασιλιά Ντάγκαν που ήταν φιλοξενούμενος στο σπίτι του, οι γιοι του τελευταίου, πρίγκιπες Μάλκολμ και Ντόναλμπεν, φοβούμενοι για τη ζωή τους, αποφάσισαν να το σκάσουν απ’ τον πύργο του Μακμπέθ, όπου βρίσκονταν κι αυτοί συνοδεύοντας τον νεκρό πια βασιλιά πατέρα τους. Ο Ντόναλμπεν λέει στον Μάλκολμ

«Εδώ ’χουν τα χαμόγελα λεπίδες» (Shakespeare, William : Μακμπέθ, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1978, σελ. 45)

Εδώ, στη Πολιτεία της Αθλιότητας, ναι, «έχουν τα χαμόγελα λεπίδες». Εδώ, η υπόθεση της Εντιμότητας και της Αρετής, είναι πάντα μια χαμένη υπόθεση. Εδώ, δεν υπάρχει ποτέ χρόνος αρκετός ν’ ασχοληθούν με την Εντιμότητα και την Αρετή. Και δεν υπάρχει χρόνος, εκεί που δεν υπάρχει ειλικρινές ενδιαφέρον.

Να, όμως, ξανά ο Απήμαντος, συναντιέται με δύο άρχοντες (λαμόγια ως φαίνεται) στο σπίτι του Τίμωνα του Αθηναίου. Του λέει ο ένας απ’ αυτούς.

«Α΄ΑΡΧ. Τι ώρα είναι, Απήμαντε; ΑΠΗΜ. Ώρα για να ’σαι τίμιος. Α΄ΑΡΧ. Γι αυτό ’ναι πάντοτε ώρα. ΑΠΗΜ. Και πάντα τη χάνεις συ, που να χαθείς!» (Shakespeare, William : Τίμων ο Αθηναίος, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα, 1989, σελ. 30)

Σας λέει τίποτα το όνομα Αγλαΐα Ζώτου; Όχι πιθανότατα. Δεν ανήκει βλέπετε στην Ομάδα των Φίλων της Αθλιότητας, πολύ περισσότερο δεν είναι μέλος της, παρόλο που αν τόθελε, θάχε πλούσια ανταλλάγματα. Δηλαδή, δεν ανήκει στη διαπλοκή. Άλλωστε τι ενδιαφέρον μπορεί να έχει η Κοινή Γνώμη που το μόνο που ίσως ν’ άκουσε γι’ αυτή, είναι ότι γεννήθηκε στα 1926 και ζει σε ξενώνα απόρων στη πλατεία Βάθης;

Λοιπόν αυτή γυναίκα, είναι απ΄ τη Χειμάρρα. (δες σχετικά : Από το περιοδικό «Κ» της εφημερίδας «Καθημερινή» της 18/2/2007, σελ. 42 και πέρα)

Στα 15 της αντάρτισσα στα βουνά ενάντια στο Ζώγου και τους Ιταλούς. Σπούδασε νομικά, οικονομικά και πολιτικές επιστήμες στη Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία και το Παρίσι. Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου στην Αλβανία και υφυπουργός δικαιοσύνης στη Βουλγαρία. Είχε όλες τις προϋποθέσεις για μια άνετη ζωή, αρκεί να έκανε τα στραβά μάτια, στις αθλιότητες του σοσιαλιστικού συστήματος στην Αλβανία και αλλού, είχε όλες τις προϋποθέσεις να «ενταχθεί» στη νομενκλατούρα. Στην ερώτηση γιατί απαρνήθηκε τους καρπούς της κομματικής ελίτ για να ξαναπέσει σε περιπέτειες, δεν δίστασε ούτε στιγμή :

«Η Δημοκρατία! Τα πάντα για τη Δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Από ένα σημείο και πέρα άρχισαν να απειλούνται όλα αυτά. Εύκολη καταδίκη για τους πολίτες με δυό μάρτυρες, συνήθως βαλτούς, φιλοδωρήματα σε κρατικούς λειτουργούς, ρουσφέτια και άλλα τέτοια που αμαύρωναν και αστικοποιούσαν βίαια το κομμουνιστικό καθεστώς»…»

Όμως η Ζώτου, δεν πολέμησε για να βολευτεί : πολέμησε για τα ιδανικά της. Κυνηγήθηκε, φυλακίστηκε, μέχρι και σε ψυχιατρείο τη βάλανε (ήταν τότε πολύ της μόδας ο εγκλεισμός σε ψυχιατρεία των αντιφρονούντων), βασανίστηκε. Όταν ήταν στη Βουλγαρία κάποια στιγμή την κάλεσε ο τότε πρόεδρος της Βουλγαρίας Ζίφκοβ :

«Τι είν’ αυτά που ακούω Αγλαΐα; Λες ότι έχουμε ξεπεράσει το φασισμό; Αλήθεια, το πιστεύεις;
«Ναι»
«Γιατί, πώς το λες αυτό;»
«Γιατί εδώ, έναντι του φασισμού καταδικάζουμε και τη σκέψη εκτός από τις πράξεις, πρόεδρε. Δικάζουμε με δυο ψευδομάρτυρες, δεν δίνουμε διαβατήρια για να δει ο κόσμος τους συγγενείς του σε γειτονικές χώρες…»
«Γίνεσαι επικίνδυνη…»
«Δεν θα σταματήσω»
«Φύγε». (.ο.π.)

Κυρίες και κύριοι, μην μπερδευτείτε : Στη παραπάνω ιστορία περιγράφεται ένας άλλος «Ρεαλισμός», που καμία σχέση δεν έχει με τους προηγούμενους που συναντήσαμε!

Παντού η Αθλιότητα είναι η ίδια.

Η ποινή για όποιον ξεμπροστιάζει τις αθλιότητές του Συστήματος, είναι ένας ξενώνας απόρων σε κάποια πλατεία Βάθης, όταν δεν είναι ο τάφος. Το παραπάνω παράδειγμα, είναι το Παράδειγμα του Ανθρώπου. Με την παραπάνω Ιστορία, αφήνουμε την Πολιτεία του Θηρίου, κι επιστρέφουμε στη Πολιτεία του Ανθρώπου.

Να ιστορήσω κι ένα μικρό μέρος από τη προσωπική μου εμπειρία.

Όταν εργαζόμουν, κάθε πρωί, έπαιρνα τη συγκοινωνία για τη δουλειά μου. Τα τελευταία δέκα χρόνια, κάπου εκεί ανάμεσα στις 6 με 6.30 έπαιρνα το μετρό απ΄ τα Σεπόλια πρώτα κι έπειτα από τον Άγιο Αντώνη και για χρόνια κατέβαινα στο Σύνταγμα, και στη συνέχεια στην Ομόνοια (αλλαγή έδρας της εργασίας μου).

Πρωί – πρωί, άνθρωποι του μεροκάματου, άντρες και γυναίκες, γέροι, μεσήλικες, νέοι, με τα μάτια ακόμα νυσταγμένα, μέσα στα βαγόνια του μετρό, πηγαίνουν να συναντήσουν το μεροκάματο. Ένα μεροκάματο δουλεμένο, κακοπληρωμένο. Η ατμόσφαιρα στο τρένο του μετρό, δεν αναδύει ακριβά αρώματα απ΄ τους επιβάτες τούτης της ώρας. Άλλωστε, μιας και δεν πρόκειται νάχουν και τίποτα «υψηλές συναντήσεις» (αυτοί με τις «υψηλές συναντήσεις» σηκώνονται αρκετά αργότερα το πρωί), είναι ντυμένοι απλά. Με ρούχα της δουλειάς. Τούτη η εικόνα, είναι το φωτεινό κοντράστ στην εικόνα που σου παρέχει η ανθρωποσυνάθροιση των λαμογιών και των διαπλεκόμενων : η διαπλοκολαμογιοσυνάθροιση.

Για τους ανθρώπους της γενιάς μου, ηχούν στ’ αυτιά ακόμα κάποιες παραδοσιακές παραινέσεις, σαν τούτη : «η επιτυχία θα έρθει με την εργασία, την εντιμότητα και την τιμιότητα»

Και ανεξάρτητα από τι μας δίδασκε η σκληρή κοινωνία, το σημαντικό εδώ ήταν τι μας δίδασκε η τότε οικογένεια και το τότε σχολείο μας.

Το να σε κάνανε τσακωτό να προδίνεις «παραδοσιακές» αξίες, σε κυρίευε η αιδώς.

Κι έπειτα ήρθαν οι ακρίδες.

Οι ακρίδες που τρέφονται με τις ηθικές τους αναστολές.

Κι αφού απαλλαγήκαμε απ’ αυτές, «επιτέλους», είδαμε τη δήθεν «ρεαλιστική» πλευρά του ζητήματος : η κομπίνα να γίνεται μαγκιά, η επιτυχία υπόθεση του ό,τι προλάβουμε ν’ αρπάξουμε, η θεωρία του μέγιστου αποτελέσματος με την ήσσονα προσπάθεια (κι αφού ο αέρας δημιουργεί τη μικρότερη αντίσταση σε νορμάλ συνθήκες, το αεριτζίδικο κέρδος έγινε όνειρο για πολλούς και επομένως, η δημιουργία κατάλληλων κοινωνικών συνθηκών για την δημιουργία τέτοιων αεριτζίδικων κερδών έγινε στόχος για όσους τρέφονται με τέτοιο αέρα).

Η διαπλοκή υπάρχει χάρη στη δική μου ανοχή.

«Κάποτε δοκίμασαν μερικοί να φωνάξουν, αλλά χάθηκαν μαζί με τη φωνή τους. Στον κόσμο αυτό, αν ήρθες μόνο για να μετρήσεις τα χρόνια σου και να φύγεις, δεν έχεις να φοβηθείς από τίποτα. Ποτέ το φρόνιμο άνθρωπο δεν τον πειράζουν… Μα αν είναι να χαθεί κάποτε ο κόσμος, θα χαθεί απ’ τους φρόνιμούς του. Γιατί οι φρόνιμοι, με τη φρονιμάδα τους, βοήθησαν τους σκληρούς να γίνουν σκληρότεροι.» (Μενέλαος Λουντέμης : Οδός Αβύσσου Αριθμός 0, εκδ. ΤΟ ΒΗΜΑ, Αθήνα, 2008, σελ. 85)

Όσο υπάρχουν τα λαμόγια αυτά, πάντα κοιτάω τον εαυτό μου, και ντρέπομαι για μένα. Δεν είμαι αρκετά γενναίος για να ντραπώ, για ν’ αγανακτήσω όσο πρέπει για να ξεσηκωθώ :

«…ο κυνισμός του είναι η αγανάκτηση της ντροπής» (Βίκτωρ Ουγκώ : Φιλολογία και Φιλοσοφία, εκδ. Μαρή, Αθήνα, σελ. 25)

θα πει ο Ποιητής για τον Γιουβενάλη.

Αυτός ο κυνισμός μου λείπει.

Η Απαξία ενάντια στην Απαξία, από τη πλευρά της Εντιμότητας, δημιουργεί Αξία.

Διότι, αν κυνικός, κατά πως το θέτει ο Oscar Wilde,

«Είναι ο άνθρωπος που ξέρει την τιμή του κάθε πράγματος και την αξία κανενός.» (Paul Samuelson : Οικονομική, 9η έκδοση, Παπαζήσης, Αθήνα, 1975, Τόμος 2, σελ. 95)

δεν είναι άραγε η γνώση της σημασίας της ντροπής, σαν μια ακόμα ασπίδα ενάντια στα βέλη της Αθλιότητας, απόδειξη ότι υπάρχει γνώση της αξίας αυτής της αρετής : της Αιδούς;

Όχι κυνισμός καθολικός, όχι έναντι όλων, μα έναντι της μεγαλοδιαπλοκής που είναι χωμένη μέσα σε δερμάτινες πολυθρόνες και βαριά γραφεία της εξουσίας.

Όμως, επανέρχομαι στις αρχικές μου σκέψεις.

Αφού άφησα λεύτερη τη σκέψη μου να περιδιαβεί για λίγο το παρελθόν πηδώντας από δω κι από εκεί, έφτασα επί τέλους και πάλι στις 23 Απριλίου του 2010, λίγους μονάχα μήνες μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου του 2009 και ελάχιστες μόνο ημέρες πριν την «επίσημη» ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ παράδοση της χώρας στον έλεγχο των ξένων δανειστών.

23 Απριλίου του 2010 : η μέρα κατά την οποία απέλειπεν ο Θεός την Χώρα, η Μέρα όπου το Θηρίο της Αθλιότητας έθεσε το Χάραγμά του στον Άνθρωπο, και όχι μονάχα στον ελληνικό λαό.

Διότι κάθε νίκη της Αθλιότητας, έχει εξ ορισμού ΚΑΙ οικουμενικό χαρακτήρα. Άλλωστε, διεθνούς βεληνεκούς ήταν και οι «σωτήρες» μας.

23 Απριλίου 2010.

Μετά μερικές γενιές, στη χώρα μου, το Θηρίο επέστρεψε με την πραγματική του όψη, του Κατακτητή, φορώντας τούτη τη φορά νέα στολή : του «γιατρού – σωτήρα» της βαριάς άρρωστης οικονομίας μας, δίνοντάς μας μια «βοήθεια» που θα μας «έσωζε», αλλά και βάζοντας μπροστά του κάποιον άλλον ως προκάλυμμα, ως «τεχνικό σύμβουλο» λέει, το περιώνυμο σφαγέα λαών και κοινωνιών, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Είναι το ίδιο Θηρίο, μιλώ για τον πραγματικό «σωτήρα» μας, τη Γερμανία, που μας είχε επισκεφθεί, για τελευταία φορά την περίοδο 1941-1944, φορώντας τότε τη στρατιωτική του στολή, και κρατώντας όπλα στρατιωτικά στα χέρια του.

Η κοινωνική και ιδίως η οικονομική ζημία που επέφερε το ίδιο αυτό Θηρίο στη Νέα Κατοχική Περίοδο, το 2010 ίσαμε σήμερα, δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τα αντίστοιχα έργα και ημέρες του κατά την προηγούμενη Κατοχή, τηρουμένων των αναλογιών, και ίσως, στη περίπτωση της οικονομίας, ούτε καν παρίσταται ανάγκη να τηρηθεί καμία «αναλογία», διότι η ζημία που επέφερε, μονάχα σε πολεμικές περιόδους μπορεί να αναζητήσει «ταίρι».

Το ίδιο αυτό Θηρίο, στις 23 Απριλίου 2010, το υποδέχτηκε ο τότε πρωθυπουργός της χώρας μας, εκ μέρους του εαυτού του και όσων προτίμησαν να μη φύγουν στα «βουνά» και σε άλλες χώρες, όπου από εκεί, μαζί και με άλλους Ανθρώπους που συγκροτούν τη Συμμαχία εναντίον του Θηρίου, θα δώσουν τον αγώνα τους για την λευτεριά της Πατρίδας, αλλά, προτίμησαν, «για το καλό της χώρας», είναι το πάγιο σλόγκαν όλων αυτών, να παραμείνουν και να διαπραγματευτούν και τελικά συνεργαστούν με τον Κατακτητή, μετέχοντας στην εξουσία της κατακτημένης χώρας τους, έστω και ως εξευτελισμένα, στην δική μου αντίληψη των πραγμάτων, πολιτικά ενεργούμενα της ουσιαστικής κυρίαρχης εξουσίας που είναι οι Αρχές Κατοχής, κάτι που βεβαίως το κάνουν με «βαριά καρδιά», «για το καλό της χώρας και του λαού», «για το καλό του έθνους».

Εκεί, στο ακριτικό Καστελόριζο, ο τότε πρωθυπουργός απευθυνόμενος στο λαό, έλεγε ανάμεσα σε άλλα και τα παρακάτω, και ό,τι είπε, ήταν αυτό που ΔΕΝ έγινε :

«…οι εταίροι μας θα συνδράμουν άμεσα και αποφασιστικά, ώστε να παράσχουν στην Ελλάδα το απάνεμο λιμάνι που θα μας επιτρέψει να ξαναχτίσουμε το σκάφος μας με γερά και αξιόπιστα υλικά. Άλλα και να στείλουν και ένα ισχυρό μήνυμα στις αγορές, ότι η Ε.Ε. δεν παίζει και προστατεύει το κοινό μας συμφέρον και το κοινό μας νόμισμα. Βρισκόμαστε σε μια δύσκολη πορεία, μια νέα Οδύσσεια για τον Ελληνισμό. Όμως, πλέον, ξέρουμε το δρόμο για την Ιθάκη και έχουμε χαρτογραφήσει τα νερά. Μπροστά μας έχουμε ένα ταξίδι με απαιτήσεις από όλους μας, αλλά με μια νέα συλλογική συνείδηση και κοινή προσπάθεια θα φθάσουμε εκεί ασφαλείς, πιο σίγουροι, πιο δίκαιοι, πιο περήφανοι. Ο τελικός μας στόχος, ο τελικός μας προορισμός είναι να απελευθερώσουμε την Ελλάδα από επιτηρήσεις και κηδεμονίες. Να απελευθερώσουμε τις δυνάμεις του Ελληνισμού, κάθε Έλληνα και Ελληνίδα από αντιλήψεις, πρακτικές και συστήματα που τον εμποδίζουν παντού, εδώ και δεκαετίες. Να δώσουμε οξυγόνο εκεί που υπάρχει ασφυξία, δικαιοσύνη και κανόνες εκεί που υπάρχει αδικία, διαφάνεια εκεί που υπάρχει σκοτάδι, σιγουριά εκεί που υπάρχει ανασφάλεια, και ανάπτυξη για όλους. Η έμπνευση, η πίστη μας είναι ετούτος εδώ ο τόπος, από το Καστελόριζο, μέχρι την Κέρκυρα, από την Κρήτη μέχρι τον Έβρο, είναι αυτός ο υπέροχος λαός, είναι οι νέοι μας με τις δυνατότητες και τα οράματά τους. Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι, θα τα καταφέρουμε. Αρκεί εμείς οι Έλληνες να πιστέψουμε στις δυνατότητές μας, στις αξίες μας, στον ίδιο μας τον εαυτό.»

Πάντα βρίσκονται, σε όλες τις χώρες και σε όλες τις ιστορικές περιόδους, ηγεσίες πρόθυμες να θέσουν υπογραφές παράδοσης της χώρας τους, φυσικά, πάντα με την ίδια δικαιολογία : για το εθνικό συμφέρον! Αυτή η πλέον διαχρονικά κακοποιημένη λέξη, όχι μονάχα από πολιτικούς και πολιτικές ηγεσίες, μα και από την Δικαιοσύνη, ιδίως εκείνη τη Δικαιοσύνη, που αισθανόμενη την ανάγκη να βάλει «πλάτη» στην οποιαδήποτε κυβέρνηση, κι αυτή δικαιώνει ως συνταγματικούς νόμους, εν ονόματι της συχνά εντελώς αόριστα επίκλησης του «εθνικού συμφέροντος», έστω κι υπάρχει κατάδηλη δυσαρμονία της κοινής περί αυτού αντίληψης. Και μιας και τόφερε η κουβέντα, δεν μπορώ να μην σημειώσω την πρόσφατη εξαίρετη ομιλία του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Προκόπη Παυλόπουλου, στον χαιρετιστήριο λόγο του στην Επιτροπή Ελέγχου του Χρέους, αλλά και του ξένου τεχνικού συμβούλου κ. Ερίκ Τουσέν, ομιλίες που θάπρεπε να τις διαβάσουν όλοι οι δικαστές, ιδίως οι ανώτατοι δικαστές, και να αντιπαραβάλουν τις περί «εθνικού συμφέροντος» τεκμηριώσεις των άνω ομιλητών, με τα περί «εθνικού συμφέροντος» επιχειρήματα κάποιων δικαστικών αποφάσεων, κάποιων ανώτατων δικαστηρίων της χώρας, κατά την περίοδο 2010 και μετά.

Και πάντα όταν ένας Κατακτητής έμπαινε σε μια χώρα, υπήρχαν και άλλες ηγεσίες, που δήλωναν ότι ο Αγώνας συνεχίζεται, και ότι με τον Κατακτητή δεν συζητάς, πόσο μάλλον να διαπραγματεύεσαι μαζί του, απλά τον πολεμάς.

Στις 23 Απριλίου 2010, φάνηκε προς στιγμή, ότι τουλάχιστο, η άλλη μεγάλη πολιτική παράταξη εξουσίας του τόπου, η Νέα Δημοκρατία, θα ήταν εκείνη που θα σήκωνε τη σημαία της «Εθνικής Αντίστασης εναντίον της Εθνικής Αναξιοπρέπειας και της Αξίωσης Σφαγιασμού της Κοινωνίας ως συνόλου» και θα διέσωζε τη τιμή ενός πολιτικού κόσμου, η οποία ήδη στη συνείδηση του λαού, είχε σχεδόν απαξιωθεί ολοκληρωτικά.

Λίγο αργότερα κι αυτή θα προσχωρούσε στη κυβέρνηση που το 2010, παρέδωσε την χώρα στον Κατακτητή.

«Ουδείς αναμάρτητος», είπε για την προηγούμενη «αντίστασή» της…

Είχε κάνει «λάθος»! Τελικά, τα Μνημόνια δεν ήταν «λάθος»! Λάθος ήταν το λάθος να τα θεωρείς λάθος!

Ο Κατακτητής δεν ήταν τελικά Κατακτητής, ήταν «Σωτήρας». Όχι ο οποιοσδήποτε «Σωτήρας», μα Ο «Σωτήρας»! Εξ ου και η περί Μονοδρόμου Θεωρία. Διότι οτιδήποτε άλλο παρουσίαζαν ως θεραπεία άλλοι «γιατροί», δεν ήταν παρά κομπογιαννιτισμός.

Μια καθυστερημένη κάπως αναγνώριση. Βεβαίως, η συνείδηση έχει δικαίωμα στο λάθος και στην αποκατάσταση της συνειδησιακής ρότας. Η «συνείδηση», δεν είναι τελικά παρά μια αδυναμία σαν καλείσαι να υποταχτείς σ’ αυτή.

«Τα παλαβά όνειρά μας ας μην τρομάζουν τις ψυχές μας· η συνείδηση είναι μια λέξη μόνο που οι δειλοί μεταχειρίζονται., που πρώτα τη σοφίστηκαν για να κρατάν σε φόβο τον δυνατό : συνείδησή μας είναι τα δυνατά μας μπράτσα, νόμος τα σπαθιά μας.» (Shakespeare, William : Ο Βασιλιάς Ριχάρδος ο Γ΄, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα, 1997, σελ. 169)

Σε λίγο οι δυό παραδοσιακές (ίσαμε και τον Γενάρη του 2015) πολιτικές δυνάμεις εξουσίας στη χώρα, θα συγκυβερνούσαν.

23 Απριλίου 2010.

Απέλειπεν ο Θεός την Χώρα.

Την Ελλάδα.

Το Θηρίο θέτει το Χάραγμά του στο μέτωπό της.

«Α+Υ» : Αθλιότητα συν Υποτέλεια.

Το Χάραγμα, έπρεπε να τεθεί στη ψυχή, περισσότερο κι απ’ το μέτωπο στους υπηκόους και τους πρόθυμους υπηρέτες του Θηρίου.

Δείγμα της εξουσίας του πάνω στη χώρα.

Κι ευθύς, σαν έθεσε το Χάραγμά του, το Θηρίο με φοβερούς βρυχηθμούς σκόρπισε το φόβο και την αγωνία στο λαό. Διότι έπρεπε να γίνει από τη πρώτη στιγμή ξεκάθαρο, ποιος θα δικαιούται να έχει φωνή και ποιος να σιωπά. Ποιος θα δικαιούται να είναι ορθός και ποιος σκυμμένος στα τέσσερα.

Διότι φωνή μπορεί να έχει μόνο ο Γιατρός, ο Ασθενής υποχρεούται σε αφωνία και υποταγή.

Διότι ορθή στάση, δεν δικαιούται παρά μονάχα ο Αφέντης.

Όμως, η Ώρα του Ανθρώπου είμαι πάντα και πανταχού παρούσα. Παρά τα όποια δεινά του. Το ίδιο και η Ώρα του Λαού.

Διότι αυτή η Χώρα, ή θα μείνει στο Λαό της ή θα μείνει στα χέρια του Θηρίου : Της Αθλιότητας, της Διαφθοράς, του Εγκλήματος.

« και ο καπνός τού βασανισμού αυτών ανεβαίνει εις αιώνας των αιώνων· και δεν έχουσιν ανάπαυσιν ημέραν και νύκτα όσοι προσκυνούσι το θηρίον και την εικόνα αυτού, και όστις λαμβάνει το χάραγμα του ονόματος αυτού»

Αποκάλυψις Ιωάννου, ιδ, 11

23 Απριλίου 2010 : Η πιο σημαντική ημερομηνία μετά το 1940 και το 1967, και μια από τις πέντε ή έξη πιο σημαντικές ημερομηνίες της ιστορίας του νεοελληνικού Κράτους.

Τα αποτελέσματα των εκλογών της 25 Γενάρη του 2015 δίνει κάποια ελπίδα απαγκίστρωσης από τον θανάσιμο εναγκαλισμό του Θηρίου, μένει να το δούμε.

Πάντως, η αναφορά μου στο άρθρο αυτό, περιλαμβάνει την μέχρι και τις 25 Γενάρη του 2015 περίοδο, αρχής γενομένης από τις 23/4/2010.

23 Απριλίου 2010 : Είναι η ημερομηνία που σηματοδοτεί την έναρξη του Επιθανάτιου Ρόγχου του μεταδικτατορικού πολιτικού συστήματος. Μένει κι αυτό να το δούμε.

Ενός πολιτικού συστήματος, το οποίο πολύ δύσκολα μπορεί να βρει ανάλογό του στην ιστορία του τόπου, τουλάχιστον μεταπολεμικά, από την άποψη της βαθιάς διαφθοράς που το χαρακτηρίζει και του ανείπωτου οικονομικού κόστους αυτής της διαφθοράς, αλλά και την επίσης προγραμματισμένη και βίαιη, βαθιά και πλατιά διάχυση αυτής τής διαφθοράς στο σώμα της ελληνική κοινωνία.

Αυτή όμως η κοινωνία, αποδείχτηκε πολύ πιο ανθεκτική ηθικά από τις ίδιες τις πολιτικές της ηγεσίες.

Η ποσότητα των σαπισμένων μήλων στο «τσουβάλι» της κοινωνίας, τα οποία η Διαφθορά προβάλει με ιδιαίτερη ένταση και έκταση για να δικαιολογήσει τη δική της πέρα από κάθε νοητό όριο σήψη, δεν είναι τίποτα μπρος στον αριθμό των σάπιων μήλων μέσα στο «τσουβάλι» των ίδιων των Θεσμών της Πολιτείας μας, λαμβάνοντας υπ’ όψη τα «πληθυσμιακά μεγέθη» των μεν και των δε.

Στην κοινωνία, μολύνθηκαν τμήματά της. Στην Εξουσία, μολύνθηκαν σχεδόν τα πάντα.

Υπήρξαν και περιπτώσεις, όχι λίγες, όπου το ν’ αρνηθείς να παίξεις σύμφωνα με τους κανόνες που η Διαφθορά εγκαθίδρυσε, αυτό σήμαινε ότι ήσουν έξω από το παιχνίδι, δεν μπορούσες να μετάσχεις σ’ αυτό ούτε σαν πολίτης, ούτε σαν εργαζόμενος, ούτε σαν επιχειρηματίας.

Είναι η προσωπική μου αντίληψη των πραγμάτων, η υποκειμενική συνεπώς αξιολόγησή τους από πλευράς μου;

Ασφαλώς! Μα για μένα μιλώ! Αλίμονο, υπάρχουν και οι αντικειμενικές προσεγγίσεις των πραγμάτων, άλλων πολύ εγκυρότερων εμού συμπολιτών μου, πόσο μάλλον εγκύρων αναλυτών!

Όμως, ας συνεχίσω την προσωπική μου, «υποκειμενική» αξιολόγηση των πραγμάτων.

Το σώμα του Πολιτικού Συστήματος, συνεχίζω, μολύνθηκε σχεδόν καθολικά.

Το «σχεδόν» το βάζω χωρίς να γνωρίζω πάντα ποιον να εξαιρέσω, όμως, σίγουρα, κάποιοι θα πρέπει να εξαιρούνται.

Τούτο το ετοιμοθάνατο σύστημα εξουσίας, ήδη δίνει τον υπέρ πάντων αγώνα του, προκειμένου να διασφαλίσει την επιβίωσή του. Μιας και τα ερείσματα του συστήματος αυτού εξουσίας στο λαό και τη κοινωνία εξαντλήθηκαν, στράφηκε προς τα ερείσματά του στο εξωτερικό.

Αυτό δεν ίσχυε μονάχα μέχρι τις 25 Γενάρη του 2015, ισχύει και μετά, όντας εκτός εξουσίας, την οποία φυσικά, δεν θα πάψει να διεκδικεί πάση θυσία, αν και τώρα, το ΠΑΣΟΚ, μπορεί με τα νυν ισχύοντα, να θεωρείται παρελθόν στη πολιτική σκηνή του τόπου.

Κλήθηκε έτσι, στις 23 Απρίλη του 2010, ο παγκόσμιος «σύμμαχος της τελευταίας καταφυγής» του κάθε παρηκμασμένου ή/και υποταγμένου ή/και διαφθαρμένου συστήματος εξουσίας, το Νεοφιλελεύθερο Θηρίο, η Νεοφιλελεύθερη Αθλιότητα.

Στις 23 Απριλίου 2010, ανακοινώθηκε η Κάθοδος του Θηρίου. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ουσιαστικά ως προκάλυψη προκειμένου η ηγέτιδα Ευρωπαϊκή Δύναμη, η Γερμανία, εφαρμόσει τις νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες της, «ακολουθώντας» έναν διεθνή Οργανισμό με «τεχνική εμπειρία» σε θέματα «διάσωσης οικονομιών». Κι αυτό, είναι μια προσωπική μου αντίληψη των πραγμάτων.

Κλήθηκε λοιπόν ο «Σωτήρ», από κάποιον, που τότε έφερνε τον τίτλο του πρωθυπουργού της Ελλάδας. Ήταν αυτός ο ίδιος άνθρωπος που μερικούς μήνες νωρίτερα, όταν έφερνε τον τίτλο του Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, έλεγε, αναφερόμενος στο Θηρίο αυτό :

«Ιδιαίτερα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δεν έχει την φήμη, ούτε για την κοινωνική του δικαιοσύνη, ούτε βεβαίως και για την αποτελεσματικότητά του. Το να πηγαίνει σε χώρες αναπτυσσόμενες και να τους λέει, επειδή έχετε πολλά δάνεια πρέπει να κόψετε, και το πρώτο που θα κόψετε είναι από την παιδεία π.χ., αυτές είναι επίσημες πράξεις, που ουσιαστικά κόβουν το μέλλον της χώρας. Μπορεί αυτή η χώρα να μαζέψει κάποια λίγα χρήματα για ένα-δύο χρόνια, αλλά ουσιαστικά καταδικάζει τη χώρα αυτή στην υπανάπτυξη σε μόνιμη βάση. Άρα, λοιπόν, δεν έχουμε κανένα λόγο εμείς να μπούμε σε μια τέτοια διαπραγμάτευση, η οποία πιθανώς να διολισθήσει σε όρους που θα είναι αρνητικοί για την πορεία της χώρας μας.» (Συνέντευξη Γιώργου Α. Παπανδρέου στην διαδικτυακή τηλεόραση tvxs και στον δημοσιογράφο Στέλιο Κούλογλου στις 3/6/2009)

Πάνω απ’ τη χώρα, ο αγέρας που άρχισε να πλανάται μύριζε από τη πρώτη στιγμή το χνότο του Θηρίου, και πάνω απ’ τα κεφάλια των κατοίκων αυτής της χώρας, που σε λίγους μονάχα μήνες θα έχουν μετατραπεί σε επαίτες, άρχισε να ανεμίζει το γιαταγάνι του Θανάτου.

Η Ώρα της Θυσίας του Ανθρώπου ήρθε. Η Σταύρωση και ο Θάνατος του Ανθρώπου. Η Εξουσία έδωσε το Φιλί της Προδοσίας στο Λαό, την ίδια στιγμή που συνομιλούσε με το Αρχιερατείο της Αθλιότητας. Κι όπως συνέβη στα άλλα Πάθη,

«…ὡς ὁ Ἰούδας, δολίως προσίτω τῇ τραπέζη· ἐκεῖνος γὰρ τὸν ψωμὸν δεξάμενος, κατὰ τοῦ ἄρτου ἐχώρησε, σχήματι μὲν ὢν μαθητής, πράγματι δὲ παρὼν φονευτής, τοῖς μὲν Ἰουδαίοις συναγαλλόμενος, τοῖς δὲ Ἀποστόλοις συναυλιζόμενος, μισῶν ἐφίλει, φιλῶν ἐπώλει, τόν ἐξαγοράσαντα ἡμᾶς τῆς κατάρας…»
«μισῶν ἐφίλει, φιλῶν ἐπώλει»…

Κι όπως όλοι οι Λαοί που είχαν ή έχουν την ατυχία να υποταχτούν με τον οποιοδήποτε τρόπο, στην Εξουσία του Θηρίου, το Θηρίο, πριν τους στείλει στο Σταυρό, «φυσικώ τω λόγω» υποχρεώνει να αποδοθεί η «Δικαιοσύνη», αυτή της Αθλιότητας, για τις «μεγάλες αμαρτίες» του Λαού που τη κάθε φορά, με το Αγκάθινο Στεφάνι στο κεφάλι και με το αίμα να ρέει από τις ουλές που άφησε στο σώμα του το κνούτο, προσάγεται ενώπιον του Ποντίου Πιλάτου, διότι πάντα υπάρχει κάποιος πρόθυμος να παίξει το ρόλο αυτό, υπηρετώντας την Αθλιότητα.

Στη χριστιανική θρησκεία, τα Πάθη του Θεανθρώπου, είναι λυτρωτικά για τον ίδιο τον Θεάνθρωπο, διότι στο τέλος, υπάρχει η Κάθαρση. Πάσχει, μα τούτα τα Πάθη, είναι προορισμένα να έχουν ένα Τέλος λυτρωτικό. Διότι ο Θάνατος τελειώνει το Μαρτύριο : δεν επιτρέπει να είναι διαρκές, αιώνιο. Το κυριότερο όμως είναι ότι τούτος ο Θάνατος δεν είναι παρά ο Θάνατος της Αθλιότητας, και η Αφετηρία της Αναστημένης και Διασωσμένης Ζωής.

Έτσι, Θάνατος αυτού που υποφέρει (και προφανώς εδώ : υποφέρει αδίκως), δίνει τέλος στη Περίοδο των Παθών, ενώ η Ανάσταση, αποτελεί το διαχωριστικό όριο ανάμεσα στο Παλιό και στο Νέο. Το Παλιό που είναι ταυτισμένο με την Αδικία και τον Πόνο που προξενεί αυτή η Αδικία, και το Νέο που υπόσχεται μια νέα εποχή, απαλλαγμένη από τα Πάθη του παρελθόντος, απ’ την Αδικία και τον Άδικο Πόνο, απ’ ό,τι παρήγαγε εκείνα τα Πάθη.

Ο ελληνικός λαός, βίωσε την περίοδο των Μνημονίων, τα δικά του λαϊκά Πάθη, αντάξια του Θείου Πάθους. Οι αναλογίες είναι οι ίδιες. Ο ελληνικός λαός αίρει κι αυτός αμαρτίες : δικές του, μα και άλλων (και κυρίως άλλων).

Είναι δικές του οι αμαρτίες εκείνες που κύρια οφείλονται και ανάγονται στο γεγονός ότι αστόχαστα ή καλόπιστα (σε βαθμό που προβληματίζει) χρόνια πολλά τώρα, εμπιστευόταν το παρόν και το μέλλον του, σε ένα πολιτικό σύστημα που αποδείχτηκε όχι απλά κατώτερο των περιστάσεων, αλλά αποδείχτηκε ένα σύστημα που έρεπε στον πολιτικό και κοινωνικό κανιβαλισμό : τρέφονταν με τις ίδιες τις ελπίδες και τα οράματα του λαού του για ένα καλύτερο αύριο, κάνοντας ταυτόχρονα συστηματική ληστρική οικονομική αφαίμαξη του λαού αυτού με τρόπο περίτεχνο, ώστε οι συνέπειες δεν φάνηκαν παρά μονάχα σαν η αρρώστια είχε προχωρήσει πολύ.

Ναι, αυτές είναι οι δικές του ευθύνες.

Όμως, οι (ιστορικές) ευθύνες των (ιστορικών) ηγεσιών (πολιτικών, πνευματικών, κ.λπ.) τούτου του τόπου, είναι εκείνες που δεν μπορούν με τίποτα να υπερκερασθούν, από καμιά άλλη (ατομική) ευθύνη του απλού πολίτη.

Αν στα Άγια Πάθη, ο Ιησούς αίρει τις αμαρτίες του Κόσμου, ο ελληνικός λαός αίρει επί δεκαετίες κυρίως τις αμαρτίες των ηγεσιών του, διότι οι τελευταίες, είναι εντελώς αδύναμες και ανίκανες να σηκώσουν το οποιοδήποτε βάρος ευθύνης, εκτός από τις αεριώδεις πομφόλυγες στις οποίες αρέσκονται να επιδίδονται, όταν μιλάνε για εκείνες τις «θυσίες» «υπέρ του κοινού καλού» στις οποίες υπόκεινται και ότι τάχα δεν υπολογίζουν το πολιτικό και κομματικό κόστος.

Αναφέρομαι στις ηγεσίες που μεταπολεμικά μας έφεραν στη Μεγάλη Κρίση. Όχι σε όλες, μα σχεδόν σε όλες.

Όμως, σήμερα, κανείς δεν έχει το κουράγιο ούτε να γελάσει μαζί τους.

Έτσι, ο ελληνικός λαός, παραλληλίζοντας τα δικά του πάθη με εκείνα του Ιησού, αισθάνεται πράγματι, ότι πάσχει με τρόπο πολύ πιο δραματικό. Τον Ιησού, τον περιμένει ένα Τέλος των Μαρτυρίων Του, αναμένεται ο Θάνατος του Παλιού Κόσμου που προκάλεσε τα Μαρτύρια αυτά, και η έλευση μιας Νέας Εποχής.

Και κυρίως, σταυρώθηκε άπαξ.

Εδώ, στο Πάθος του Λαού, αντίθετα, δεν είναι ορατός αυτός ο λυτρωτικός Θάνατος του Παλιού Συστήματος, αν και από τις 25 Γενάρη του 2015 κάτι φαίνεται να αχνοφέγγει. Θα το ξαναπώ : Ίδωμεν.

Η Ανάσταση δεν προσδοκάται τη στιγμή τούτη από κανέναν. Η Ελπίδα όπου υπάρχει, είναι κοντύτερη από την Αμφιβολία. Υπάρχουν ευχές, αλλά αυτό είναι άλλο πράγμα.

Η περίοδος των Μνημονίων, υπήρξε μια ακόμα Μαύρη Σελίδα στην Ιστορία της Ελλάδας. Σ’ ὀλες αυτές τις Μαύρες Ιστορίες, τα δεδομένα είναι τα ίδια : Μια Παρακμή, που αντιστέκεται σθεναρά, ενώ κανείς δεν μπορεί να στοιχηματίσει με βεβαιότητα την ήττα της και περισσότερο απ’ αυτήν την μην Ανάστασή της ακόμα κι όταν ηττάται.

Τι σημαίνει η επιβίωση της Παρακμής;

Σημαίνει ότι ο λαός το ακάνθινο στεφάνι, ποτέ δεν το βγάζει οριστικά απ’ το κεφάλι του, παρά μονάχα το εναποθέτει κάπου δίπλα του, βέβαιος ότι θα το ξαναφορέσει κάποια στιγμή στο μέλλον, ελπίζοντας μονάχα να μην είναι πολύ σύντομα.

Από κάτω απ’ το Σταυρό, οι «γιατροί – σωτήρες» του Σταυρωμένου Λαού, παίζουν στα ζάρια ό,τι του ανήκει.

Διαμοιράζονται τα ιμάτιά του, δηλαδή τη περιουσία του : ο Εσταυρωμένος Λαός, είναι ένα Λαός που πλέον δεν ορίζει το έχειν και κατέχειν του.

Και αφού εσταύρωσαν αυτόν, διεμερίζοντο τα ιμάτια αυτού, βάλλοντες κλήρον επ’ αυτά τι έκαστος να λάβη.

Κατά Μάρκον 15,24

Άλλωστε ως σταυρωμένος ο λαός, πολύ λίγα μπορεί να κάνει : τα καρφιά στα χέρια και τα πόδια του, τον έχουν ακινητοποιήσει αποτελεσματικά. Η περιουσία του κατάσχεται απ’ αυτούς που παίζουν ζάρια κάτω απ’ τον Σταυρό, δυνάμει Νόμων που ψηφίσθηκαν από Νομοθέτες που ουδέποτε εκλέχτηκαν για να ψηφίσουν τέτοιους Νόμους : αντίθετα, άλλες ήταν οι υποσχέσεις τους πριν την εκλογή τους.

Η εξουσία που εκφράζουν όλοι αυτοί, είναι ανομιμοποίητη, εξ αυτού του λόγου, και εξ άλλων λόγων. Συνεπώς, ό,τι κτάται βάσει νόμων που θεσπίσθηκαν από ανομιμοποίητες εξουσίες, είναι παράνομο και απολύτως απαιτητό απ’ τον νόμιμο κάτοχό του, ευθύς μόλις αποκατασταθεί η νομιμοποιημένη τάξη των πραγμάτων, δηλαδή, αυτή που θα έχει τη δεδηλωμένη.

Βέβαια, ακόμα και η Παρακμή, γνωρίζει ότι δεν μπορείς να μη προσφέρεις μια προοπτική ενός Τέλους του Μαρτυρίου. Απ’ την άλλη, γνωρίζει πως ένα τέτοιο Οριστικό Τέλος, θα σημάνει το δικό της Θάνατο.

Η Ανάσταση του Λαού, προϋποθέτει (ή συνεπάγεται) τον θάνατό της.

Δεν είναι όμως τόσο ανόητη η Αθλιότητα ώστε να σου προσφέρει μια Πραγματική Ανάσταση : οι έμποροι της πολιτικής πουλάνε πολλές απομιμήσεις της Πραγματικής Ανάστασης, και μια τέτοια απομίμηση η Αθλιότητα πουλά στο λαό ως «σωτηρία».

Υπόσχεται αόριστα κάποιες προοπτικές, που κάθε μερικά χρονικά διαστήματα θα αξιολογούνται με βάση τα φανερά ή κρυφά νεοφιλελεύθερα αγοραία κριτήρια.

Λοιπόν, τούτα τα νεοφιλελεύθερα αγοραία κριτήρια έχουν τούτο το χαρακτηριστικό : ότι τα Πάθη του Λαού, συγκροτούν πολύ «υγιείς» προϋποθέσεις για το (νεοφιλελεύθερο) «επιχειρείν».

Όσο περισσότερο πάσχει ο Λαός, τόσο καλύτερα πιστεύουν ότι θα πάνε τα πράγματα (για τις νεοφιλελεύθερες «αγορές»).

Επομένως, να γιατί μιλάμε ότι εδώ δεν υπάρχει Τέλος, όσο η Παλιά Παρηκμασμένη Τάξη Πραγμάτων δεν ξεριζώνεται εντελώς. Υπάρχει απλά μια διαδοχή σημείων, που τη κάθε φορά προπαγανδίζεται το καθένα απ’ αυτά ως ένα «τέλος», απλά για να δηλωθεί όταν το προσεγγίσουμε, ότι μια άλλη οικονομική ανισορροπία ή έλλειμμα ανακαλύφθηκε ή προέκυψε, πράγμα που θα θέσει ένα νέο ορόσημο για την έξοδο απ’ το τούνελ, απλά, για να κερδίζεται χρόνος τη κάθε φορά.

Μέχρι πότε μπορεί να παίζεται αυτό το παιχνίδι;

Η απάντηση είναι απλή : έως ότου μπορεί να παίζεται όπως παίζεται…

Το Λαϊκό Πάθος, έτσι, καταντά μια φάρσα. Όχι ότι είναι φάρσα ως περιεχόμενο του Πάθους. Είναι φάρσα ως αναμενόμενη ακολουθία του Πάθους : Πάθος – Θάνατος – Ανάσταση.

Το λαϊκό πάθος, έχει εγκλωβιστεί στην αρχή της ακολουθίας, σ’ ένα φαύλο κύκλο, όπου ανατροφοδοτείται το αδιέξοδο προς τη Κάθαρση. Ο Θάνατος (της Παρακμής) και η Ανάσταση (η έλευση του πραγματικά Νέου), φαντάζουν επί του παρόντος αδύναμα και αδύνατα ως προοπτικές.

Στο Θείο Πάθος, ένας λαός, υποδέχεται τον σωστό «προφήτη» για να τον στείλει στη συνέχεια στο Σταυρό, ελευθερώνοντας έναν άλλον στη θέση Του, που, με βάση το ισχύον δίκαιο της εποχής, έπρεπε να πάει εκείνος στο σταυρό.

Στο δικό μας Πάθος, ο ελληνικός λαός, υποδέχεται ως «προφήτες» τους λάθος ανθρώπους, και στέλνει στο «σταυρό» τους σωστούς ανθρώπους : δεν γίνεται πάντα, αλλά δεν γίνεται και σπάνια (ιδίως σε ό,τι αφορά την υποδοχή ψευδοπροφητών) και κυρίως, γίνεται τις στιγμές που δεν θάπρεπε.

23 Απριλίου 2010.

Το Θηρίο είναι ο Αυτοκράτορας που επέστρεψε για να διεκδικήσει το Στέμμα και το Θρόνο του σε ένα Λαό που αμέτρητες φορές πολέμησε το Θηρίο και το νίκησε στο παρελθόν, από τότε που η παρουσία του χρονολογείται σ’ αυτό το τόπο.

Η Μνήμη όμως του Θηρίου, είναι μνήμη ελέφαντα.

Αντίθετα, ο Άνθρωπος, υστερεί σ’ αυτό το σημείο, απελπιστικά. Πάνω στην αμνησία, συχνά οικοδομεί το Νέο, και ιδού που ο Ποιητής του Ανθρώπου υπενθυμίζει πως,

«Θεμέλιωσα τα σπίτια μου στη μνήμη μόνος» (Οδυσσέας Ελύτης : Το Άξιον Εστί)

Αλλά το πάνω στη λήθη χτισμένο Νέο, γρήγορα θ’ αποδεχτεί ότι δεν είναι παρά μια Ψευδαίσθηση, μια λέξη με λογοτεχνικό ίσως περιεχόμενο μα καθόλου ουσιαστικό, καθόλου περιγραφική της όντως πραγματικότητας. Διότι

«…Η νύχτα της λήθης καλύπτει… το νόημα των πράξεων και των δολοπλοκιών, των εμπειριών και των πειραμάτων. Η γλώσσα αυτονομείται και γίνεται ανεξάρτητο βασίλειο…, ο λόγος στρέφει τα νώτα στο σύμπαν : έτσι ορθώνεται το σύμπαν του λόγου. η λογοτεχνία διεισδύει στα πάντα και καταλαμβάνει τα πάντα, εμπνέοντας έναν κόσμο βιβλιογραφικό και σοφά λογοτεχνικό, κόσμο ρηματικών (και ρηματοειδών) μορφών που αναπτύσσουν μηχανικά την αναιμική τους διαλεκτική. Τη στιγμή που η πραγματικότητα γίνεται λογοτεχνική, η λογοτεχνία εκφυλίζεται και γίνεται εξωπραγματική, και είναι μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο που ό,τι συμβαίνει το χαρακτηρίζουμε σαν να ήταν της τάξης της λογοτεχνίας ή της ποιητικής αδείας. Η γλώσσα έχει την τάση να βυθίζεται στη φλυαρία των καθημερινών συζητήσεων που αποφεύγουν τα σοβαρά ερωτήματα… Η λογική σκέψη θα παραμείνει σ’ επικοινωνία με το ποιητικό ρήμα. Γιατί μια φωνή που δεν οδηγεί πουθενά δεν είναι τίποτα και δε λέει τίποτα. μόνη η φωνή που ονομάζει και που σκοτώνει εκφράζει και υποδεικνύει μια οδό –περιοδεύουσα.» (Αξελός, Κώστας : Προς την πλανητική σκέψη, 2η έκδοση, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «ΕΣΤΙΑΣ» Ι. Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ ΑΕ, Αθήνα, 1985, σελ. 116-117)

Και είναι κι αυτός ένα λόγος, που η Διαρκής Σταύρωση του Ανθρώπου, αποβαίνει ίσως η πιο παράλογη και πλέον άνευ νοήματος (α-νόητη) Θυσία του Ανθρώπου, που θα μπορούσε να την αποφύγει, αν αρνούνταν πλέον κάθε νέα Συνθήκη Ειρήνης με την Αθλιότητα. Αυτή η Α-νόητη για την Υπόθεση του Ανθρώπου Θυσία, μη υπηρετώντας κανένα Υψηλό Στόχο του, μετατρέπεται σε ένα μαζοχιστικού τύπου αυτοσκοπό, όπως πιστεύω ότι ορθά σημειώνει ο Fromm, εστιάζοντας σε μια ειδική μορφή της Αθλιότητας, τον φασισμό, και επομένως, έχει η παρατήρησή του ισχύ σε κάθε μορφή Αθλιότητας :

«Στην περίπτωση του φασισμού, η θυσία δεν είναι η υπέρτατη τιμή που καλείται να πληρώσει ο άνθρωπος για την επιβολή του εγώ του, αλλά αυτοσκοπός. Η μαζοχιστική αυτή θυσία βλέπει την εκπλήρωση της ζωής στην ίδια την άρνησή της, στην εκμηδένιση του εγώ. Είναι μόνο η υπέρτατη έκφραση αυτού στο οποίο αποσκοπεί ο φασισμός σε όλες τις εκδηλώσεις του –την εκμηδένιση του εγώ του ατόμου και την πλήρη υποταγή του σε μια ανώτερη εξουσία. Πρόκειται περί διαστροφής της αληθινής θυσίας, κατά τον ίδιο τρόπο που η αυτοκτονία είναι η άκρα διαστροφή της ζωής. Η αληθινή θυσία προϋποθέτει την αδιάλλακτη επιθυμία πνευματικής ακεραιότητας. Η θυσία εκείνων που έχουν χάσει αυτή την επιθυμία απλώς καλύπτει την ηθική τους χρεοκοπία». (Fromm, Erich : Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία, 5η έκδοση, Εκδ. ΜΠΟΥΚΟΥΜΑΝΗ, Αθήνα, 1971, σελ. 297)

Θάλεγε κανείς, ότι η Αθλιότητα δεν διστάζει να προσφέρει συνεχώς ατράνταχτα επιχειρήματα στον Άνθρωπο για να θεμελιώσει το εναντίον της κατηγορητήριο, στον ίδιο βαθμό που ο Άνθρωπος αρνείται τελικά να τα μελετήσει και να τα χρησιμοποιήσει, και υπό την έννοια αυτή, ορθά από την πλευρά της η Αθλιότητα επιχειρηματολογεί όταν διατείνεται πως τίποτα δεν κάνει που να μην της το επιτρέπει ο Άνθρωπος.

«Οι μεγάλες επιχειρήσεις χρηματοδοτούν την εναντίον τους προπαγάνδα, με την προσδοκία ότι οι κροκόδειλοι θα τις καταπιούν τελευταίες. Εύρωστα οικονομικά έντυπα επιδίδονται με το αζημίωτο σε επαναστατική φυλλολογία. Τα βιομηχανοποίητα είδωλα των πάμπλουτων νυκτερινών τραγουδιστών πωλούν φτωχολογιά τυλιγμένη σε αφορολόγητες αποδείξεις πληρωμής… Τα σκληρά καπέλα των εργαζομένων, οι καλύτερα αμειβόμενοι μισθωτοί, ηγούνται της συνδικαλιστικής αδιαλλαξίας…» (Α. Κανελλόπουλος : Η οικονομία ανάμεσα στο χθές και στο αύριο, εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 1980, σελ. 17)

O tempora! O mores!

Τα πάντα επιτρέπονται για την επίτευξη του Μεγάλου Στόχου : Ακόμα και να δείχνεις θαυμασμό σε ό,τι σε αηδιάζει έως του σημείου της εγκεφαλικής εμπλοκής. Βρισκόμαστε αρκετές δεακετές πίσω :

«Το Πρωτομαγιάτικο μετάλλιο το Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος απεικόνιζε τον Καρλ Μαρξ απ’ τη μια μεριά και το άγαλμα της ελευθερίας απ’ την άλλη…» (Eric Hobsbawm : Η Εποχή των Άκρων – Ο Σύντομος Εικοστός Αιώνας 1914-1991, θ΄έκδοση, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, σελ. 146)

Η προπαγάνδα της Αθλιότητας, επίσης, δεν διαφοροποιείται ως προς την ουσία της, ανεξάρτητα από το ιδεολογικό ένδυμα που την κάθε φορά φέρει η Αθλιότητα.

Η Αθλιότητα, βρίσκει Συμμάχους ανάμεσα στους οπαδούς μα και στους ίδιους τους Μαθητές του Ανθρώπου.

Η Αθλιότητα, κομπορρημονεί πως ο Άνθρωπος χάρη στη παρουσία της επιβεβαιώνεται ως Άνθρωπος.

Προσέξτε τούτο το διήγημα, στη τύχη διαλεγμένο, ανάμεσα σε αρκετά που μπορούμε να βρούμε με σχεδόν το ίδιο περιεχόμενο.

Ο Δημήτριος, λέει το διήγημα αυτό, αυλικός γραφέας στην υπηρεσία των Κομνηνών αυτοκρατόρων, αποτραβήχτηκε σε ένα μοναστήρι για κάμποσο καιρό, για να ησυχάσει και να σκεφτεί πάνω στις Γραφές. Εκεί, μελετώντας τούρθαν σκέψεις φοβερές, που ποτέ δεν τόλμησε να τις εκμυστηρευθεί, εξόν στον εαυτό του. Όμως, ο Σατανάς, αποφάσισε να επέμβει ο ίδιος στους προβληματισμούς του Δημητρίου. Έτσι, εμφανίστηκε μπροστά του, σε μια γωνιά στο κελί όπου ο Δημήτριος μελετούσε και προβληματιζόταν πάνω στα Ιερά Κείμενα. Και άρχισε να του λέει ανάμεσα σ’ άλλα και τούτα :

«…Ο Άλλος φανερώθηκε μια φορά κι επειδή δεν καταλάβατε τον σταυρώσατε… Και με πόση αυταρέσκεια καλλιεργείτε μεταξύ σας ένα αίσθημα υπεροχής απέναντι των άλλων που τον σταύρωσαν για την δική σας σωτηρία, χωρίς να σας έρχεται ποτέ στον νου ότι εσείς, ναι εσείς, είσαστε οι πρωταίτιοι του μαρτυρίου του Άλλου… Μόνο εκείνος ο αντιπαθητικός Πιλάτος κατάφερε να μείνει, για τις επερχόμενες γενεές, άσπιλη μορφή γιατί κάποιος, φυσικά, έπρεπε να βγει λευκός απ’ όλη αυτή την τραγωδία. Έτσι τον έχετε πλάσει χωρίς να σκέπτεστε πως ίσως ο πιο φταίχτης απ’ όλους, ο πραγματικός ένοχος γιατί ήταν κριτής κι αρνήθηκε να κρίνει, ήταν άρχοντας κι αρνήθηκε να ασκήσει την εξουσία του, ήταν ο Ρωμαίος κοσμοκράτωρ, εξουσιαστής απόλυτος που επηρεάστηκε από τ’ όνειρο της γυναίκας του. Ξέρω καλά πως όλοι σας νοιώθετε έναν απύθμενο φθόνο για τον Πιλάτο αυτόν και το κατόρθωμά του!… Και ο Ιούδας; Γιατί δεν του έχετε αφιερώσει εκκλησίες και παρεκκλήσια που να σκεπάσουν την Οικουμένη; Αν είναι κάποιος άξιος της ευγνωμοσύνης σας, είναι ο Ιούδας ο Ισκαριώτης που επιτέλεσε το τραγικότερο έργο που επωμίστηκε άνθρωπος ποτέ, που χωρίς αυτόν Σταύρωση δεν θα είχε γίνει, κι χωρίς Σταύρωση δεν θα είχε γίνει κι Ανάσταση, δεν θα είχατε πιστέψει ποτέ… Όχι μόνο αυτά, αλλά είχε και σπουδαία θέση στην παρέα… με συγχωρείς, στην συνοδεία του Άλλου. Ήταν ο ταμίας! Αυτός κρατούσε τον κορβανά και μάλιστα ήταν καλός διαχειριστής αφού δυσφόρησε όταν η Μαγδαληνή έσπασε το κρύσταλλο με το πολύτιμο μύρο για ν’ αλείψει τα πόδια του Άλλου… Και όταν ήρθε η στιγμή, όταν μέσα στην ανοιξιάτικη νύχτα φάνηκαν τα δαδιά και προχώρησε ο Ιούδας μέσα στο μισοσκόταδο του περιβολιού της Γεσθημανής, ο Άλλος στράφηκε και του είπε : «Εταίρε, εφ’ ω πάρει». Φίλε! του λέει. Φίλε! Κι εσείς θαρρείτε πως το καλό και το Κακό είναι εχθροί. Ο Ισκαριώτης φίλησε τον Άλλον κι αυτός ο ασπασμός είναι η τραγικότερη στιγμή. Τον δέχτηκε ο Άλλος τον ασπασμό του Κακού, γιατί κανένας δεν μπορεί ν’ αποφύγει μιαν ολοκλήρωση.» (Άγγελος Σ. Βλάχος : Οι τελευταίοι Γαληνότατοι)

Και κάπως παρόμοια δεν μιλά ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής στον Άνθρωπο, όταν του λέει :

«…Γιατί ποιος άλλος μπορεί να κυριαρχεί πάνω στους ανθρώπους, αν όχι εκείνος που κυριαρχεί τη συνείδησή τους και που κρατάει στα χέρια του το ψωμί τους;… Ω, θα τους πείσουμε πως μονάχα τότε θα γίνουν ελεύθεροι, όταν θα παραιτηθούν απ’ την ελευθερία τους για χάρη μας και θα υποταχτούν σε μας… Παίρνοντας από μας το ψωμί τους θα βλέπουν φυσικά ξεκάθαρα πως εμείς τους μοιράζουμε τα ψωμιά που πήραμε απ’ αυτούς, τα ψωμιά που τα φτιάξανε με τα χέρια τους, και πως αυτά γίνονται χωρίς κανένα θαύμα, θα δούνε πως δε μεταβάλλουμε τις πέτρες σε ψωμιά μα θα ’ναι στ’ αλήθεια πολύ ευχαριστημένοι, κι όχι τόσο γιατί θα παίρνουν τα ψωμιά, όσο γιατί θα τα παίρνουν απ’ τα χέρια μας! Γιατί θα θυμούνται πολύ καλά πως πρώτα, όταν δεν ήμασταν εμείς, αυτά τα ίδια ψωμιά που τα βγάζανε με τον ιδρώτα τους, μεταβάλλονταν στα χέρια τους σε πέτρες, μα όταν γύρισαν σε μας τότε οι πέτρες μεταβλήθηκαν στα χέρια τους σε ψωμιά. Θα το εκτιμήσουν πολύ, πάρα πολύ, τι σπουδαίο είναι να υποταχτούν μια για πάντα!… Ω, θα τους πείσουμε επί τέλους να μην περηφανεύονται. Γιατί Εσύ τους ανύψωσες και τους έμαθες να ’ναι περήφανοι. Θα τους αποδείξουμε πως είναι αδύναμοι, πως είναι μονάχα αξιολύπητα παιδιά, μα πως η παιδιάστικη ευτυχία είναι η πιο γλυκιά απ’ όλες. Θα γίνουν τρομαγμένοι, δειλοί και θα μας κοιτάζουν και θα στριμώχνονται γύρω μας όπως τα κλωσσόπουλα γύρω από την κλώσσα. Θα μας θαυμάζουν και θα μας σκιάζονται και θα ’ναι περήφανοι γιατί είμαστε τόσο ισχυροί και τόσο σοφοί που μπορέσαμε να ημερέψουμε το τόσο ταραχώδικο και πολύπληθο κοπάδι τους. Θα τρέμουν την οργή μας, το πνεύμα τους θα γίνει δειλό, τα μάτια τους θα κλαίνε τόσο εύκολα όσο των παιδιών και των γυναικών, μα το ίδιο εύκολα θα ευθυμούν και θα γελούν στο πρώτο μας νεύμα…» (Φιοντόρ Ντοστογιέβσκη : Αδελφοί Καραμάζοβ, Τόμος 2, σελ. 160-161, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα, 1990)

Δεν είναι τα ίδια αυτά επιχειρήματα του Μεγάλου Ιεροεξεταστή, τα επιχειρήματα της Αθλιότητας που ενέσκηψε στη χώρα μου την Εποχή των Μνημονίων;

«…Ω, θα τους πείσουμε πως μονάχα τότε θα γίνουν ελεύθεροι, όταν θα παραιτηθούν απ’ την ελευθερία τους για χάρη μας και θα υποταχτούν σε μας… Παίρνοντας από μας το ψωμί τους θα βλέπουν φυσικά ξεκάθαρα πως εμείς τους μοιράζουμε τα ψωμιά που πήραμε απ’ αυτούς, τα ψωμιά που τα φτιάξανε με τα χέρια τους, και… θα ’ναι στ’ αλήθεια πολύ ευχαριστημένοι, κι όχι τόσο γιατί θα παίρνουν τα ψωμιά, όσο γιατί θα τα παίρνουν απ’ τα χέρια μας!»

Είναι λοιπόν λάθος αυτό; Ότι δηλαδή, η Αθλιότητα, δικαίως ίσως να κομπορρημονεί πως ο Άνθρωπος χάρη στη παρουσία της επιβεβαιώνεται ως Άνθρωπος;

Όχι!

Είναι η Πραγματικότητα που πρέπει να ξεπεράσει ο Άνθρωπος! Να μην αποτελεί ο ίδιος το Άλλοθι της παρουσίας της Αθλιότητας! Η Αθλιότητα απευθύνει αμείλικτες διαπιστώσεις, ούτε καν ερωτήματα στον Άνθρωπο, διαπιστώσεις που τονίζουν τη «μοίρα» του να σέρνεται πίσω από το Θηρίο, υποταγμένος στην Αθλιότητα, όσο κι αν θα υπάρχουν στιγμές, αλλά, δυστυχώς, μονάχα στιγμές στην Ιστορία, στις οποίες ο Άνθρωπος θα διεκδικεί τον Τόπο και το Χρόνο του.

Το Θηρίο, σε «πρακτικό» επίπεδο, δεν θέλει τον Άνθρωπο «εντελώς» πεθαμένο. Θα του ήταν άχρηστος. Τον θέλει να επιβιώνει τόσο, όσο του είναι χρήσιμος, και έτσι, ώστε να κοστίζει το λιγότερο δυνατό στη «παραγωγή» του πλούτου της Πολιτείας του Θηρίου.

Άλλωστε, ο σιορ Κέκος Μαρκάτος, σωστά δεν τα λέει στον μαστρο-Ζωναρά;

«Αν αφανιστεί η φτωχολογιά τι θ’ απογίνουμε οι πλούσιοι; Θα κάνουμε οι ίδιοι τσου χτιστάδες και τσου θεληματάδες; Ευτούνα μαστρο-Ζωναρά να τα λέτε στο πόπολο που σας πιστεύει! Εδεπά που ήρθατε πρέπει να μας ξεφουρνίσετε αργκομέντα τση χρήσης κι όχι τέτοιες παπαρδέλες!» (Διονύσιος Ρώμας : Το Ρεμπελιό των Ποπολάρων, εκδ. ΤΟ ΒΗΜΑ, Αθήνα, 2008, τόμος β΄ σελ. 19)

Όμως, να που τούτος ο λαός, ο ελληνικός, κουβαλώντας στο ιστορικό DNA του τις πολιτισμικές παρακαταθήκες του, δεν ξέμαθε το «εθνικό του χούι», να μη προσκυνά, δεν λησμονεί ποτέ το πόσο ανεκτίμητη είναι η Ελευθερία και η Αξιοπρέπεια ώστε να μην χωρά στα «ταμπλό» κανενός χρηματιστηρίου, όπου, αλλού, τούτες οι αξίες έχουν καταστεί χρηματιστηριακά «εμπορεύσιμα» «πράγματα».

Ερχόμενο αυτοπροσώπως το Θηρίο στη χώρα μου, γι’ ακόμα μια φορά, αυτός ο Κύριος των Τοπικών Υποτελών του, έφερε μαζί του αναμμένη και ολοζώντανη την εκδικητική του διάθεση. Το πανάρχαιο «ουαί τοις ηττημένοις», ουδέποτε διαψεύσθηκε. Το «ουαί τοις ηττημένοις», πιστοποιεί στους Αιώνες το Αξίωμα της Αθλιότητας, ότι σ’ αυτό τον κόσμο, τον κόσμο ΤΗΣ, η θέση των «χαμένων», των «ηττημένων», είναι το «πυρ το εξώτερον». Αυτό ισχύει για κάθε είδους «ηττημένο» από το Θηρίο : ηττημένο στρατιωτικά, οικονομικά, επιχειρηματικά, επαγγελματικά, πνευματικά. Έγραφε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στα 1967 :

«Οι ισχυροί ποτέ δε χάνουν ευκαιρίες –γι’ αυτούς είναι πάντα διαθέσιμες. Οι αδύναμοι, απ’ την άλλη πλευρά, ποτέ δε βρίσκουν την ευκαιρία –έρχεται πάντα αργοπορημένη.» (Martin Luther King : Έχω ένα όνειρο, εκδ. Βιβλία του Κόσμου, 1996, σελ. 245)

Αλλά, στην Πολιτεία της Αθλιότητας, το ζήτημα δεν είναι η «αργοπορία των ευκαιριών» για τους αδύναμους. Στην Πολιτεία της Αθλιότητας, το ζήτημα είναι ότι οι αδύναμοι, «Φυσικώ Δικαίω», είναι δια παντός αποκλεισμένοι από τις όποιες ευκαιρίες. Ακόμα και λαοί αυτοβούλως που αυτοβούλως πρόσφεραν την ελευθερία τους στον Κατακτητή με την ελπίδα να αποφύγουν τα χειρότερα, απλά διαπίστωσαν ότι στο τέλος αυτά τα χειρότερα δεν τα γλύτωσαν. Όμως, αυτή η λογική του επιχειρήματος της πάση θυσία «επιτυχίας», μια «λογική» και ταυτόχρονα ένα ιδεολόγημα κυρίαρχο στη Πολιτεία της Αθλιότητας, είναι ένα ζήτημα που θα το εξετάσουμε αλλού. Μπορούμε μονάχα εδώ να σημειώσουμε ότι το σημείο αυτό, είναι ένα σημείο κομβικής διαφοράς μεταξύ της Πολιτείας του Θηρίου και της Πολιτείας του Ανθρώπου. Διότι στη Πολιτεία του Ανθρώπου, η «ηττημένος» Άνθρωπος, «ηττημένος» με οποιονδήποτε όρο και περιεχόμενο, γνωρίζει ότι η Κοινωνία του Ανθρώπου του έχει εξασφαλισμένη την Αξιοπρέπειά του, και θα του δώσει κι άλλες ευκαιρίες, εφόσον τούτη η «ήττα» του δεν είναι δόλια, για να αποκερδίσει ίσως κάτι ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι φαινομενικά χάνει. Οι «ηττημένοι», στη Πολιτεία του Θηρίου, είναι «ιεροί αιχμάλωτοι» μονάχα υπό την προϋπόθεση ότι θα αποδεχτούν την Κατοχή και δεν θα αντισταθούν, και ως τέτοιοι, ως «ηττημένοι», να προσφέρουν την «εργασία» και τις «υπηρεσίες» τους εκεί όπου ο «νικητής» τη κάθε φορά θα τους καθορίζει και με τις συνθήκες και αποδοχές που θα ορίζει και που άνευ αντιρρήσεως θα πρέπει να γίνονται αποδεκτά.

Το βασίλειό της Αθλιότητας, είναι η κάθε χώρα που κατακτάται από την Αθλιότητα. Η Ελλάδα της 23ης Απριλίου 2010, είναι μια τέτοια χώρα, ανάμεσα σε άλλες. Το παράσιτο της Αθλιότητας, χρόνια πριν είχε προετοιμάσει το έδαφος, ώστε η επιστροφή του Θηρίου να είναι απόλυτα εξασφαλισμένη, και το ίδιο εξασφαλισμένο να είναι και το κέρδος της Κατάκτησής του.

Αν το 2010 ήταν ώριμο για να επιβληθεί η Αθλιότητα στην Ελλάδα, τούτο οφείλεται στη σοβαρή προεργασία που είχε προηγηθεί, τόσο αθόρυβα και με τόση προπαγανδιστική μαεστρία ώστε το ενδιαφέρον ενός ολόκληρου λαού να είναι στραμμένο αλλού, πολλά χρόνια πριν, τουλάχιστον δέκα με είκοσι χρόνια ίσως. Η Παγκόσμια Αυτοκρατορική Αθλιότητα, σε συνεννόηση με τους τοπικούς της βασάλους, έπλεξε τον ιστό μέσα στον οποίο έμελε να παγιδέψει ένα -ακόμα- λαό.

Στην Ιστορία, η Βασιλεία του Θηρίου καταργείται και επανεγκαθιδρύεται. Το Θηρίο όμως και οι ψευδοπροφήτες του, δεν ηττώνται ποτέ οριστικά, όπως οριστικά δεν επικρατεί και ο Άνθρωπος.

Τελειώνοντας, ας επανέλθω από εκεί που ξεκίνησα.

Με το παρόν άρθρο, επαναφέρω τη πρότασή μου της 13/12/2009, να ανακηρυχθεί μια ημέρα ως «Ημέρα Συγνώμης του πολιτικού συστήματος της χώρας και ως Ημέρα Εθνικής Περισυλλογής», και ως τέτοια προτείνω την 23η Απριλίου του κάθε έτους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ