6/05/2021

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΤΟ ΕΘΝΟΣ

Γράφει ὁ Γιῶργος Νικολακάκος

Μιά ἔντονη διαμάχη ἔχει ἀναπτυχθῆ τα τελευταία χρόνια στήν Ελλάδα γύρω ἀπό τό ἔθνος ἡ ὀποῖα περιστρέφεται κυρίως στὀ ζήτημα τῶν ἀπαρχῶν του. Τό ἐν λόγω ζήτημα ἀποκτᾶ ὡστόσο ιδιαίτερη σοβαρότητα αφ’ ης στιγμῆς συνδεθῆ με το παρόν καί τό μέλλον τοὺ παρόντος πολιτειακοῦ θεσμοῦ, δηλαδή τοῦ ἐλληνικοῦ κράτους.
Η άποψις ποῦ πρεσβεύει τήν ἀνάδυσιν τοῦ ἐλληνικοῦ ἔθνους κατά τα νεώτερα χρόνια, λίγο πρίν ἀπό τήν Επανάστασι τοῦ ’21, τό συνδέει ἀποκλειστικά με τό ἀστικό κράτος και προδικάζει τό τέλος τοὺ ἔθνους αφ’ ἠς στιγμής τό κράτος καταργηθῆ, ἥ, ὄπως ἰσχυρίζονται ὡρισμένοι, ἐξασθενήσει καί σχεδόν ἐξουδετερωθῆ ὑπό τήν πίεσιν τῶν παγκοσμιοποιητικῶν ροῶν. Αὐτή ἡ σύμφυσις «ἀστικού κράτους–έθνους» διατηρεῖ καί τἠν ἀμφιθυμία τῶν μαρξιστῶν στοχαστῶν, ὄπως καί πολλῶν κομμάτων καί μελῶν τῆς παραδοσιακῆς ἀριστερᾶς σχετικά μἐ τό ἔθνος, διότι ἡ διατήρησις του ὑπονοεῖ καί εξακολούθησι τοῦ κράτους τὀ ὀποῖον, βάσει τῆς μαρξιστικῆς θεωρίας, ὑπηρετεῖ τἀ συμφέροντα τῆς ἀστικῆς τάξεως καί ἐμποδίζει τήν ἀξάπλωσιν τῆς παγκόσμιας ἐπαναστάσεως.
Πολλοί εἶναι αὐτοί -καί ἀνάμεσά τους καί ἀρκετοί «μορφωμένοι»- ποῦ ὑποστηρίζουν πῶς δέν ὑπῆρχε τό ἔθνος ὧς ἔννοια στούς ἀρχαίους Έλληνες. Ἕνα «έπιχείρημα» εἶναι πῶς ὁ χῶρος τῆς Ἑλλάδος ἧταν χωρισμένος σε πόλεις-κράτη ποῦ ἐνίοτε πολεμοῦσαν τό ἕνα τό ἄλλο. Δυστυχῶς ὄμως γιά αὐτοῦς, τούς διαψεύδει ἡ ἴδια ἡ ἱστορία… Τὀ όνομα Έλληνες αποδόθηκε από τους αρχαίους στους κατοίκους τῶν ἐλληνικῶν πόλεων ἀρχικά κατά τήν διάρκεια τῶν περσικῶν πολέμων. Τὀ γεγονός αὐτό δείχνει αφ’ ἑνός ἐπίγνωσιν τῆς κοινῆς πολιτισμικῆς τους ταυτότητας, ἄρα ἀφύπνισιν τῆς ἐθνικῆς τους συνειδήσεως καί ἀφ’ ετέρου πῶς αὐτή ἡ ἐθνική συνείδησις ἐνεργοποιήθηκε ὄταν οἱ ελληνικές πόλεις θέλησαν ἐμπρός σε επίφοβες καταστάσεις νά βροῦν ἡθικό στήριγμα προκειμένου νἀ λάβουν ἀπό κοινοῦ ἀποφάσεις κρίσιμες γιά τήν ἐπιβίωσιν τους.
Οἱ βα­θύ­τε­ρες ρί­ζες τῆς σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς ἐ­θνι­κῆς συ­νει­­δή­σεως φθά­νουν πί­σω ὥς τήν ὁ­µ­η­ρι­κή ἐ­πο­χή, καί δι­ή­νυ­σαν χι­λι­ε­τί­ες πρίν φθά­σου­µ­ε στήν Τουρ­κο­κρα­τί­α καί στήν Ἑλ­λη­νι­κή Ἐ­πα­νά­στα­σιν. ῞Ο­ποι­ος δέν ἔ­χει µ­ε­λε­τή­σει σέ βά­θος τά ὁ­µ­η­ρι­κά ἔ­πη, τόν Ἐ­πι­τά­φιο τοῦ Πε­ρι­κλέ­ους, τίς δη­µ­η­γο­ρί­ες τοῦ Ἰ­σο­κρά­τους, ὅ­ποι­ος δέν ἔ­χει δι­α­βά­σει προ­σε­κτι­κά τήν Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Με­γά­λου Ἀ­λε­ξάν­δρου καί τῶν ∆ι­α­δό­χων τοῦ Gustav Droysen, ὅ­ποι­ος δέν γνω­ρί­ζει τί γρά­φει ὁ Λέων ὁ Σο­φός στά Βα­σι­λι­κά του γιά τόν ἐ­ξελ­λη­νι­σµό τῶν Σλα­ύ­ων, κι ὅ­ποι­ος δέν ἐ­µ­βά­θυ­νε στοι­χει­ω­δῶς στήν ὑ­στε­ρο­βυ­ζαν­τι­νή πο­ί­η­σιν ὅ­πως καί στό ἔρ­γο τῆς Ἑ­λέ­νης Γλύ­κα­τζη-Ἀρ­βε­λέρ γιά τήν Πο­λι­τι­κή Ἰ­δε­ο­λο­γί­α τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, ἄν κά­ποι­ος δέν δι­ά­βα­σε µ­ε­τα­βυ­ζαν­τι­νή λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κρι­τι­κά ἔ­πη καί κλέ­φτι­κα τρα­γο­ύ­δια, ἀλ­λά καί Νε­ο­ελ­λη­νι­κό ∆ι­α­φω­τι­σµό, καί δέν µελέτησε ἐ­µ­βρι­θῶς τίς ἑλ­λη­νι­κές κοι­νό­τη­τες τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας, σί­γου­ρα δέν µ­πο­ρεῖ νά συλ­λά­βει τήν πολυκύµαντη καί θυ­ελ­λώ­δη δι­α­δρο­µή τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἐ­θνι­κῆς συ­νε­ι­δή­σεως.
Η ἔννοια τῆς πανελλήνιας ἐθνικῆς συνειδήσεως, ἔστω καί σέ πρώιμο στάδιο· καί ἡ γνώσις ὄτι ὑπάρχουν πολλά κοινά στοιχεία ποῦ ἐνώνουν τίς διάφορες ἐλληνικές φυλές καί πόλεις-κράτη, κάτω ἀπό τόν ὄρο «Έλληνες» δέν ἀπουσιάζει «οἱ δὲ Ἕλληνες κατὰ τάξις τε καὶ κατὰ ἔθνεα κεκοσμημένοι ἦσαν». «Ηροδότου Ιστορίαι», βιβλίο «Πολύμνια», ὄπως δέν ἀπουσιάζει καί ἡ κατανόησις τῆς ἐλληνικότητας «τὸ Ἑλληνικὸν ἐὸν ὅμαιμόν τε καὶ ὁμόγλωσσον καὶ θεῶν ἱδρύματά τε κοινὰ καὶ θυσίαι ἤθεά τε ὁμότροπα» «Ηροδότου ιστορίαι», βιβλίο «Ουρανία». Τα ίστορικά τεκμήρια εἶναι ἀρκετά. Στόν «Πανηγυρικό» ποῦ ἐκφώνησε πρός τούς Αθηναίους ὁ Ισοκράτης, ἀναφέρεται σαφέστατα στό γένος τῶν Ελλήνων: «Τοσοῦτον δ’ ἀπολέλοιπεν ἡ πόλις ἡμῶν περὶ τὸ φρονεῖν καὶ λέγειν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὥσθ’ οἱ ταύτης μαθηταὶ τῶν ἄλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, καὶ τὸ τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκε μηκέτι τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἢ τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας». Δηλαδή: «Είναι δε τόσο μεγάλη ἡ ἀπόστασις ποῦ χωρίζει τήν πολιτεῖα μας ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους ὧς πρός τήν πνευματικήν ἀνάπτυξιν καί τήν τέχνη τοῦ λόγου, ὧστε οἰ μαθητές της ἔχουν γίνει διδάσκαλοι τῶν ἄλλων καί κατόρθωσε ὧστε τό ὄνομα τῶν Ελλήνων νά εἶναι σύμβολο ὄχι πλέον τῆς καταγωγῆς ἀλλά τῆς πνευματικῆς ἀνυψώσεως, καί νά ὀνομάζωνται Ἕλληνες ἐκείνοι ποῦ συμμετέχουν στήν δικήν μας παιδεῖα καί ὄχι αὐτοί ποῦ ἔχουν τήν ἴδια καταγωγή».
Στήν μάχη τοῦ Μαραθῶνος (490 π.Χ.), ὁ Σιμωνίδης ὁ Κεῖος ἀφιέρωσε τό ἐξῆς ἐπίγραμμα: «Ελλήνων προμαχοῦντες Αθηναίοι Μαραθώνι, χρυσοφόρων Μήδων ἐστόρεσαν δύναμιν» . «Αμυνόμενοι υπέρ των Ελλήνων οἰ Αθηναῖοι στόν Μαραθῶνα, κατέστρεψαν τήν δύναμιν τῶν χρυσοφορεμένων Περςῶν»). Νά θυμίσουμε, ὄτι στήν νικηφόρα μάχη τοῦ Μαραθῶνα, ἀπέναντι ἀπό τούς 55.000 Πέρσες, μαζί μέ τούς 10.000 Αθηναίους, συντάχθηκαν καί 1.000 Πλαταιεῖς, ἐνῶ ὑπῆρχε καί στρατιωτική βοήθεια 1.000 ὀπλιτῶν ἀπό τήν Σπάρτη, ποῦ ὄμως ἔφθασε καθυστερημένα στό πεδίον τῆς μάχης. Στήν ναυμαχία τῆς Σαλαμίνας ποῦ ἀκολούθησε τό ἴδιο ἔτος, ὁ Αίσχῦλος (ὁ ὁποῖος συμμετεῖχε ἐνεργά στήν μάχη τοῦ Μαραθῶνα καί στίς ναυμαχίες τοῦ Αρτεμισίου καί τῆς Σαλαμίνας) μᾶς ἀφηγεῖται μέσα ἀπό τήν τραγωδία τοῦ «Πέρσες», τόν παιάνα τῶν Ελλήνων: «Ὦ παῖδες Ἑλλήνων ἴτε, ἐλευθεροῦτε πατρίδ’, ἐλευθεροῦτε δὲ παῖδας, γυναῖκας, θεῶν τέ πατρῴων ἕδη, θήκας τε προγόνων: νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών». «Εμπρός, τέκνα τῶν Ελλήνων, ἐλευθερώστε τήν πατρίδα, ελευθερώστε τα παιδιά σας, τις γυναίκες σας, τα ιερά των πατρογονικών θεῶν σας, τούς τάφους τῶν προγόνων σας· τῶρα ὁ ἀγῶνας εἶναι γιά τἀ πάντα».
Έλληνες δέν ἐλογίζοντο μόνον ὄσοι κατοικοῦσαν στόν κυρίως ἑλλαδικόν χῶρο, ἀλλά καί ἔξω ἀπό αὐτόν. Το 481 π.Χ., ἕναν χρόνο πρίν τήν ἐπική μάχη τῶν Θερμοπυλῶν (480 π.Χ.), συνεκλήθη πανελλήνιο συνέδριο στήν Κόρινθο, γιά νά ἀποφασιστῆ ἡ στάσις ποῦ θά ἔπρεπε νά κρατήσουν οἱ Έλληνες ἀπέναντι στούς Πέρσες. Προσεκλήθηκαν ἐπίσης οἱ Ἕλληνες τῆς Μασσαλίας καί τῆς Κριμαίας, ποῦ δέν μπόρεσαν νἀ προσέλθουν λόγω ἀποστάσεως, ἐνῶ το παρόν έδωσαν οι Έλληνες της Κάτω Ιταλίας, οι Κρήτες, οι Κερκυραίοι κ.ά. Σ’ αυτό το συνέδριο δεν προσκλήθηκαν μόνο οι Έλληνες ποῦ εἶχαν ὑποταχθῆ στούς Πέρσες, δηλαδή οἱ Ἔλληνες τῆς Κύπρου, τῆς Αιγύπτου, τῆς Ιωνίας, τῆς Μακεδονίας κ.ά. Έχουν ίδιαίτερη σημασία δε, οί δῦο ἐκ τῶν ἀποφάσεων ποῦ τελικά ἐλήφθησαν καί ποῦ όριζαν πως:
α) Οι Έλληνες να πολεμήσουν μέχρι θανάτου τους Πέρσες.
β) Να τιμωρηθούν όσοι Έλληνες πολεμήσουν με το μέρος των Περσών. Τις παραμονές της ιστορικής μάχης των Πλαταιών (479 π.Χ.), όπου σύμφωνα και με το επίγραμμα του περιηγητή Παυσανία «Σε αυτόν το πόλεμο πολέμησαν: Λακεδαιμόνιοι, Αθηναίοι, Κορίνθιοι, Τεγεάτες, Σικυώνιοι, Αιγινήτες, Μεγαρείς, Επιδαύριοι, Ορχομένιοι, Φλειάσιοι, Τροιζήνιοι, Ερμιονείς, Τιρύνθιοι, Πλαταιείς, Θεσπιείς, Μυκηναίοι, Κείοι, Μήλιοι, Τήνιοι, Νάξιοι, Ερετριείς, Χαλκιδείς, Στυρείς, Ηλείοι, Ποτειδαιάτες, Λευκάδιοι, Ανακτορείς, Κύθνιοι, Σίφνιοι, Αμβρακιώτες και Λεπρεάτες», ο βασιλιάς των Μακεδόνων, Αλέξανδρος ο Α’, που είχε υποταχθεί στους Πέρσες, πάει κρυφά στο στρατόπεδο των Ελλήνων και τους μεταφέρει το στρατιωτικό σχέδιο του Μαρδόνιου και αιτιολόγησε την πράξη του, ότι ως Έλληνας δεν θα ήθελε να δει την Ελλάδα σκλαβωμένη: «αὐτός τε γὰρ Ἕλλην γένος εἰμὶ τὠρχαῖον καὶ ἀντ᾽ ἐλευθέρης δεδουλωμένην οὐκ ἂν ἐθέλοιμι ὁρᾶν τὴν Ἑλλάδα» .
Όπως εξιστορεί ο Αρριανός, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος νίκησε τους Πέρσες στην μάχη του Γρανικού ποταμού (334 π.Χ), αιχμαλώτισε όσους Έλληνες είχαν πολεμήσει ως μισθοφόροι στο πλευρό των Περσών και είχαν παραβιάσει την κοινή απόφαση, να μην πολεμήσουν Έλληνες εναντίον Ελλήνων, και τους έστειλε στη Μακεδονία για να εργαστούν σε καταναγκαστικά έργα. Παράλληλα έστειλε 300 περσικές πανοπλίες στην Αθήνα, ως ανάθημα στη θεά Αθηνά, με τη εντολή να συνοδεύεται από το επίγραμμα «Ἀλέξανδρος Φιλίππου καὶ οἱ Ἕλληνες πλὴν Λακεδαιμονίων ἀπὸ τῶν βαρβάρων τῶν τὴν Ἀσίαν κατοικούντων»: «ἔθαψε δὲ καὶ τοὺς μισθοφόρους Ἕλληνας, οἳ ξὺν τοῖς πολεμίοις στρατεύοντες ἀπέθανον. ὅσους δὲ αὐτῶν αἰχμαλώτους ἔλαβε, τούτους δὲ δήσας ἐν πέδαις εἰς Μακεδονίαν ἀπέπεμψεν ἐργάζεσθαι, ὅτι παρὰ τὰ κοινῇ δόξαντα τοῖς Ἕλλησιν Ἕλληνες ὄντες ἐναντία τῇ Ἑλλάδι ὑπὲρ τῶν βαρβάρων ἐμάχοντο. ἀποπέμπει δὲ καὶ εἰς Ἀθήνας τριακοσίας πανοπλίας Περσικὰς ἀνάθημα εἶναι τῇ Ἀθηνᾷ ἐν πόλει. καὶ ἐπίγραμμα ἐπιγραφῆναι ἐκέλευσε τόδε. Ἀλέξανδρος Φιλίππου καὶ οἱ Ἕλληνες πλὴν Λακεδαιμονίων ἀπὸ τῶν βαρβάρων τῶν τὴν Ἀσίαν κατοικούντων» . Αιώνες αργότερα, τον 15ο αιώνα, όταν η λαίλαπα του θεοκρατικού Βυζαντίου είχε αποδώσει στον όρο «Έλληνας» μια εντελώς αρνητική σημασία, ο Έλληνας φιλόσοφος Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός, «υπενθυμίζει» στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου, Εμμανουήλ Παλαιολόγο, πως «Ἑλληνες ἐσμέν ὧν ἡγεῖσθε καί βασιλεύετε, δέσποτα, ὡς ἡ φωνή ἡμῶν καί ἡ πάτριος παιδεία μαρτυρεῖ.
Τά κυριώτερα στοιχεῖα λοιπόν ποῦ προσδιορίζουν τό ἔθνος εἶναι ἡ γλῶσσα καί ἡ καταγωγή. Πρίν τήν Επανάστασιν καί ἐν ὄσο διαρκοῦσαν οἱ πόλεμοι κατά τοῦ Σουλτάνου Ἕλληνες ἧταν ὄλοι όσοι πολεμούσαν ἐναντίον τοῦ σουλτάνου: « Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι τῆς επικρατείας τῆς Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν εισίν Έλληνες», όριζε το σύνταγμα της Επιδαύρου. Και παρακάτω: «Η Διοίκησις θέλει φροντίσει νά ἐκδώση προσεχῶς νόμον περί πολιτογραφήσεως τῶν ξένων, ὄσοι ἔχουσι τήν ἐπιθυμίαν νά γίνωσι Έλληνες».Όμως, ἀμέσως ὕστερα από την επανάστασιν ὁ ελληνισμός ἔγινε ζήτημα πρός προσδιορισμόν καί μάλιστα τῶρα χρειάζονταν καί θεωρητικά ἐπιχειρήματα. Η έθνική συνείδησις δέν μποροῦσε νά στηρίζεται μόνον στά παραπάνω στοιχεῖα. Ἔπρεπε να κρυσταλλωθῆ, να τονιστούν τα χαρακτηριστικά-της, να επισημανθῆ ἕνας κοινός παρονομαστής ὁ κυριώτερος τῶν ὀποίων εἶναι τὀ όμοαίμον, ἡ καταγωγή, που ἐνοποιεῖ τήν κάποια πολυμορφία ποῦ παρουσίαζε τώρα πιά ὁ ἀριθμητῆς καί αὐτό εἶναι ἀποτυπωμένο στό Ελληνικό Σύνταγμα
Πῶς λοιπόν μποροῦμε νά ὀρίσωμε τό ἔθνος;Ο πλέον σύγχρονος ὀρισμός τοῦ ἔθνους εἶναι ὁ ακόλουθος: «Μιά όμογενῆς (κατά το μάλλον ή ήττον) ἀνθρωπολογικά καί πολιτιστικά κοινότητα ἀνθρώπων, τήν ὀποῖα χαρακτηρίζουν ἡ κοινή καταγωγή, ἡ κοινά διαμορφωμένη ἱστορική συνείδησις, τὀ κοινό ἐθνικό αἴσθημα καί χαρακτῆρας καί τέλος, ἡ κοινή ἐθνική βούλησις. Υπάρχουν καί ὡρισμένα ἄλλα χαρακτηριστικά ἐνός ἔθνους, τα λεγόμενα δευτερεύοντα, ποῦ συντελοῦν μέν στήν ἐνδυνάμωσιν τῶν δεσμῶν μεταξύ τῶν μελῶν του, ἀλλά δέν θεωροῦνται ἀποφασιστικῆς σημασίας. Τέτοια εἶναι ἡ γλῶσσα, ἡ θρησκεῖα, τά κοινά ἤθη καί ἔθιμα κ.λ.π. Παρατηροῦμε ὄτι ὑπάρχει διαφοροποίησις ἀπό τόν παλαιότερον ὀρισμό ποῦ ἀναφέροτο σέ τέσσερα βασικά γνωρίσματα τοῦ ἔθνους: Τα όμαιμον, το ὀμόγλωσσον, τό ὀμόθρησκον και το ομότροπον» (Ηρόδοτος, Η΄144).

Ο ὀρισμός αὐτός ὄμως δέν ρίχνει πολύ φῶς ὧς πρός τήν λειτουργία ποῦ ἐπιτελεῖ τὀ ἔθνος. Ο κάτωθι ὀρισμός μᾶς δίνει μιά πληρέστερη ἰδέα ὦς ποιά εἶναι ἡ λειτουργία ποῦ ἐπιτελεῖ τό ἔθνος. «Το έθνος είναι μια μεγάλη αλληλεγγύη, αποτελούμενη από το αίσθημα των θυσιών που έχουν γίνει κι εκείνων που είναι διατεθειμένοι να κάνουν ακόμα όσοι ανήκουν σ’ αυτή την κοινότητα. Προϋποθέτει κάποιο παρελθόν, αλλά συνοψίζεται και στο παρόν χάρη σ’ ένα χειροπιαστό γεγονός: την συγκατάθεσιν, τήν καθαρά ἐκφρασμένη ἐπιθυμία συνέχισης τῆς κοινῆς ζωῆς. Η ὕπαρξις ἑνός ἔθνους εἶναι ἕνα καθημερινό δημοψήφισμα…»(Τι είναι έθνος, Ερνεστ Ρεναν). Ὀ Ρενάν προσθέτει ὄτι ἡ ἔννοια, ἡ ὑπόστασις τοῦ Έθνους, είναι ολοκάθαρα ὑποκειμενική. Πρόκειται γιά μιά ἡθική συνείδηση, μιά ἐπιλογή, ἕνα πλῆθος ἐκούσιων πράξεων, ποῦ ὄλα συγκλίνουν σέ ἕναν σκοπό: Στήν ἐπιθυμία μιᾶς μεγάλης συγκέντρώσεως ἐλεύθερων ἀνθρώπων, νά ζήσουν μαζί καί νά μοιραστοῦν ἕνα παρελθόν, ἕνα παρόν καί ἀκόμα περισσότερο, να σχεδιάσουν ἕνα κοινό μέλλον. Γιά τόν Ρενάν, τό ἔθνος εῖναι ἕνα καθημερινό δημοψήφισμα, μιά συναίνεσις ποῦ μπορεῖ νά τεθῆ σέ ἀμφισβήτησι, μιά επιθυμία γιά συμβίωσι καί μιά βούλησι νά συνεχιστῆ αὐτή ἡ συμβίωσις στό μέλλον. Θα μπορούσαμε λοιπόν νά ρωτήσωμε ἐαν οἰ ἀλλοδαποί πού ζούν στήν Ἑλλάδα νά μοιρασθοῦν μέ τούς Ελληνες ἕνα παρελθόν καί νά σχεδιάσουν ἕνα κοινό μέλλον, ἐαν οί πράξεις τους μποροῦν νά συγκλίνουν σέ ἕναν σκοπό.

Κατά τόν καθηγητή Κοντογιώργη το ἔθνος εἶναι η συνείδησις τῆς κοινωνίας. Τὀ ἔθνος ὧς συνείδησις τῆς κοινωνίας εἶναι φορέας έλευθερίας, δηλαδή συλλογικότητας. Εάν ἡ κοινωνία εἶχε σήμερα ἐνσωματώσει στό εἶναι της πέραν τῆς ἀτομικῆς, τήν πολιτική ἐλευθερία, η πολιτεῖα θά ἐνσαρκώνετο ἀπό αὐτήν, αὐτή θα αποφάσιζε για τη μοίρα της, η ιστόρηση του έθνους θα γινόταν από αυτήν και όχι από την οικονομική, πνευματική και πολιτική ολιγαρχία. Σήμερα που η οικονομία μετεξελίχθηκε και ἀπέκτησε κοσμοσυστημική διάστασι, οἱ φορεῖς της, ἡ διεθνῆς τῶν ἀγορῶν καί οἱ ἐσωτερικοί θιασῶτες της, τάσσονται ἐναντίον τοῦ ἔθνους, διότι διαβλέπουν ὄτι μέ αὐτό ἀνά χείρας ἡ κοινωνία τῶν πολιτῶν, θά τούς ἀντιτάξη τήν πολιτική ἐλευθερία, θά ἀποκτήση δηλαδή συνεκτικό πολιτικό ιστό, ἰκανό νά ἀκυρώση τήν ὀλομέτωπη κυριαρχία τους.Τὀ ἔθνος ὧς συνείδησις τῆς κοινωνίας εἶναι ἡ συνεκτική πρώτη ὕλη, ποῦ θά παράξη τήν ἐξωτερική ἀλλά καί ἐσωτερική ἐλευθερία τῆς κοινωνίας, κατά των δυναστών της. Εδῶ ὁ καθηγητῆς μᾶς λέει ταυτόχρονα καί τό πῶς μπορεῖ νά λειτουργῆ τό ἔθνος.

Μποροῦμε νά ποῦμε συνεπῶς ὄτι τό ἔθνος δημιουργεῖται μέ τήν ἄνοδο μιᾶς φυλῆς σέ ἀνώτερο ἐπίπεδο συνειδητοποιήσεως καί πολιτισμοῦ. Η δημιουργία ἑνός Ἔθνους εἶναι φαινόμενο διαχρονικό καί ψυχολογικό, ἀποτελεῖ δέ πνευματικό γεγονός ποῦ συντελεῖται ἐντός τῶν κόλπων μιᾶς ὀμογενοῦς, κατά το μάλλον ἥ ἤττον, ἀνθρωπολογικῶς ὀμάδος. Αποτέλεσμα αὐτῆς τῆς διαδικασίας εἶναι ἡ δημιουργία τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως. Τὀ ἔθνος ἀποτελεῖται ἀπό τἰς «φυλετικές ὀμά­δες μέ προηγμένη καί ἐξελιγμένη φυλετική ψυχή καί συνείδησις τῆς ένοτητός του… , Τό «Εθνος εἶναι ή ανώτερη μορφή αυ­τοτελοῦς συλλογικῆς ἀνθρωπίνής όντότητος πού προβάλλει στήν ιστορία καί γίνεται δη­μιούργημα της».

Ὁ Ρενάν δίνει τήν πιό θαυμάσια περιγραφή τοῦ τί ἐστιν ἔθνος καί ποία λειτουργία ἐπιτελεῖ. Ἔθνος εἶναι ψυχή, ἀρχή πνευματική. Δῦο πράγματα, ποῦ στήν οὐσία ταυτίζονται, συγκροτοῦν αὐτήν τήν ψυχή, αὐτήν τήν πνευματικήν ἀρχή. Τό ἕνα εἶναι, ἡ ἀπό κοινοῦ κατοχή ἑνός πλούσιου κληροδοτήματος ἀναμνήσεων, τό ἄλλο εἶναι ἡ σημερινή συναίνεσις, ἡ ἐπιθυμία γιά συμβίωσιν, ἡ βούλησις νά διαιωνίζεται στόν χρόνο αὐτή ἡ ἀδιαίρετη κληρονομιά. Ο ἄνθρωπος, κύριοι, δέν προέρχεται ἀπό αὐτοσχεδιασμούς. Τό ἔθνος, ὄπως καί τό ἄτομο, εἶναι ἡ ἀπόληξις ἐνός μακροῦ παρελθόντος προσπαθειῶν, οὐσιῶν, ἀφομοιώσεως.

Η λατρεῖα τῶν προγόνων εἶναι ἡ πλέον δικαιολογημένη ἀπαίτησις.οι πρόγονοι μᾶς ἔκαναν αὐτό ποῦ εἴμαστε. Παρελθόν ἡρωικό, ἐπιφανῶν ἀνδρῶν, ἀνθρώπων ένδόξων ( τῆς πραγματικής δόξας), αὐτό εἶναι τό κοινωνικό κεφάλαιο στό ὀποῖον ἐδράζεται μιά ἐθνική ίδέα. Κοινές δόξες στό παρελθόν, κοινή βούλησις στό παρόν· τό νά ἔχωμε κάνει μαζί σπουδαία έργα στο παρελθόν, το να θέλωμε να κάνωμε καί ἄλλα σήμερα, αὐτές εἶναι οἱ οὑσιαστικές προϋποθέσεις γιά νά ὑπάρχη λαός. Αγαπάμε, κατ’ ἀναλογία, τίς θυσίες ποῦ ὑπέστημεν, τά βάσανα ποῦ ὑποφέραμε. Αγαπᾶμε τό σπίτι ποῦ χτίσαμε καί ποῦ παραδίδουμε. Το σπαρτιάτικο τραγούδι:«Εἴμαστε αὐτό ποῦ ἤσασταν θά εἴμαστε αὐτό ποῦ εἶσθε», ἀποτελεῖ, μέσα στήν ἀπλότητά του, τον πυκνόν ὗμνον κάθε πατρίδας. Στο παρελθόν, δοξασμένη κληρονομιά καί κοινά δεινά, στό μέλλον, ἕνα κοινό πρός ὑλοποίησιν πρόγραμμα. Τα βάσανα ποῦ ζήσαμε μαζί στό παρελθόν, ότι χαρήκαμε, ὄσα ἐλπίσαμε.

Οἱ λειτουργίες ποῦ ἐπιτελεῖ τό ἔθνος εῖναι ποικίλες καί πολλαπλές. Κάθε φορά ποῦ μιά μεγάλη χαρά, ή μια θλίψις ἔρχεται νά συνταράξη ὧς τίς ἐθνικές του ρίζες ἕναν λαό, τά ἄτομα ποῦ τόν ἀποτελοῦν αίσθάνονται τήν βιολογικήν ἀνάγκη νά συμπλησιαστοῦν καί νά συνειδητοποιήσουν ὄσο περισσότερο μποροῦν τήν ὀμαδικήν τους ἀλληλεγγύη. Τό ἴδιο γίνεται ὄταν ἕνας μεγάλος κίνδυνος σταθῆ ἐπάνω ἀπό τό ἐθνικόν σύνολον.Τότε, κάθε ἄτομο ὑπακούει σέ μιά μυστική, κεντρομόλο δύναμιν, ποῦ τό σπρώχνει νά συσπειρωθῆ γύρω στήν κοινή, τήν παλιά καί ἀγαπημένη ἐθνική ἐστία. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι θαυμαστό. Τό ἀπομονωμένο ἄτομο αίσθάνεται τότε μέσα του τήν δύναμιν τῆς ὀμογένειας τοῦ συνόλου, ο καθένας γίνεται ἡ συνισταμένη ὄλων τῶν συγκλινουσῶν θελήσεων. Μπορεῖ τῶρα πιά να δεχτῆ κατάστηθα ὄλην τήν χαρά καί ὄλην τήν θλίψι τῆς ὀμάδας. Μπορεῖ ὁ καθένας νά ἀντικρύση τήν φοβέρα τοῦ κινδύνου μέ ὄλη τήν τρομερήν δύναμιν τῶν ἠνωμένων συνειδήσεων…

Κάθε φορά ποῦ τό Γένος σύσσωμον αίσθάνεται αὐτό τό θαῦμα, νοιώθει συγχρόνως πῶς καμμιά ὑλική δύναμις δέν μπορεῖ νά τό καταπονέση καί νά τό βάλη κάτω. Αὐτό τό ξέρουν καλά -καλύτερα ἀπό ἐμᾶς- ὄλοι οἱ ἐχθροί ποῦ κατά καιρούς ἐπιχείρησαν νά ἐξαφανίσουν τήν ἐλληνική φυλή ποῦ στέκεται πεισματικά ριζωμένη πάνω σέ τοῦτον τόν βράχο σάν τά δυνατά πουρνάρια έπί τριάντα αίῶνες. Οἰ παλιοί κατακτητές τό ἤξεραν ἀπό διαίσθησι. Οι σημερινοί τό ξέρουν ἐπιστημονικά. Γιά αύτό καί ἐφαρμόζουν γιά τήν ὑποταγή τῶν λαῶν ὀλόκληρο σύστημα μιᾶς ψυχοτεχνικῆς, σατανικά σοφῆς, μελετημένης καί πειραματισμένης ἐπί χρόνια μέσα στά μυστικά ἐργαστήρια τῆς ψυχολογίας τῶν λαϊκῶν μαζῶν. Καί γιά αὐτό οἱ ἐπιθέσεις τους ἐκδηλώνονται μέ λύσσα καί μανία ἐνάντια σε ὄλους έκείνους τούς παράγοντες ποῦ ἀποτελοῦν τούς συνδετικούς κρίκους γιά τήν ἐθνική μας ένότητα…
Ἡ εθνική ταυτότητα, επειδή σχηματίζεται από την παιδική ηλικία και ριζώνει στα άδυτα της μνήμης, προσφέρει την αναγκαία συναισθηματική σταθερότητα σ’ έναν κόσμο ρευστότητας. Η εθνική ταυτότητα δεν οδηγεί στην κλειστότητα και στη φοβία απέναντι στον ξένο. Προσφέροντας συναισθηματική ασφάλεια, αυτο-αναγνώριση και αυτοεκτίμηση στα μέλη του έθνους, επιτρέπει στην ατομική συνείδηση να σταθεί άφοβα απέναντι στο διαφορετικό. Σε αυτή την περίπτωση, το εθνικό ιδεώδες γίνεται φάρος και για τους αλλοδαπούς που αναζητούν τόπο να τους παράσχει, εκτός από τροφή, ελπιδοφόρο νόημα ζωής σε πλαίσια αλληλέγγυων σχέσεων.Ο ἐθνικισμός λειτούργεῖ ὧς ἕνα ιδεολογικό τεῖχος πρός ἀποκλεισμό τῶν κάθε εἴδους ἐτεροδόξων ίδεῶν καί σφυρηλατεῖ τήν συνοχή καί τήν ἀλληλεγγύη τῶν μελῶν τῆς κοινωνίας. Επίσης παίζει σπουδαῖον ρόλο στό να ὀργανώνη τό χᾶος τοῦ παρελθόντος, νά ἐπιλέγη ἀπό αὐτό ό,τι θεωρεῖ ἄξιο καί νά δημιουργῆ μιά ἐνιαῖα κατεύθυνσι τῆς κοινωνίας. Ἡ ὕπαρξις τοῦ ἔθνους προϋποθέτει τήν ὕπαρξιν ἐθνικῆς συνειδήσεως. Εἶναι αὐτή ἡ ἐθνική συνείδησις μέ τήν ὀποῖαν μποροῦμε νά ξεπεράσωμε τήν μνησικακία ποῦ ὑπονομεύει τούς κοινωνικούς δεσμούς. «Η κοινωνία μας ἔγινε μνησίκακη γιατί εἶχε πιστέψει στήν εὐμάρεια καί τήν ἔχασε. Η εθνική συνείδησις, ὄμως, μᾶς ὑπενθυμίζει πῶς ἡ χῶρα δέν εἶναι Εταιρεία Περιορισμένης Ιστορικής Ευθύνης.» Θά πρέπει ἔπίσης νά γνωρίζωμε ὄτι ἠ ἐθνική συνείδησις ἧταν ἡ ἀπαραίτητη προüπόθεσις καί ἡ βάσις γιά τήν απελευθέρωση της Ελλάδας ἀπό τον οθωμανικόν ζυγό. Τό επαναστατικό πνεῦμα εἶχε δημιουργηθῆ ἀπό τὀ Ελληνικό Έθνος καί ἔχει σφυρηλατηθῆ ἀπό μία ἐνιαία και ίσχυρή έθνική συνείδησιν.Ὁ ἀγῶνας γιά τήν ἀποτίναξιν τοῦ ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ εἶχε ἐθνοαπελευθερωτικόν χαρακτῆρα χωρίς ίδαίτερη κοινωνικήν σημασία. Οἱ ἔννοιες «πατρίς θρησκεῖα οίκογένεια» σέ περιόδους κρίσεως μετατράπησαν σἐ συνεκτικά στοιχεία τῆς ἀστικῆς ἐθνικιστικῆς ιδεολογίας. Μέσα στίς δύσκολες συνθῆκες τοῦ κομματισμοῦ οἱ Ἕλληνες διατήρησαν ἀμείωτη την πίστιν τους στά ἐθνικά πεπρωμένα καί οἱ ὀποίοι ἔχουν ὡς ὑπέρτατες ἀξίες τήν ἐργασία, τήν Ἑλλάδα, τήν ἡθική, τήν εὐπρέπεια καί τήν τάξι. Η ὑπέρβασις τῶν δεινῶν ποῦ συσσώρευσε ὁ διχασμός καί ὁ κομματισμός ἐπῆλθε μέσω τῆς λησμοσύνης καί τῆς ἀναστηλώσεως τοῦ εθνικού φρονήματος. Το ἔθνος συνενώνει τίς προσπάθειες μας σέ μιά συλλογική ἔκφρασι καί πράξι,

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ