Βασίλης Δημ. Χασιώτης : Η Αριστερά σε αναζήτηση ιδεολογικής ταυτότητας

image 247Βασίλης Δημ. Χασιώτης : Η Αριστερά σε αναζήτηση ιδεολογικής ταυτότητας

Ζούμε εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα την Παγκόσμια Ιδεολογική Αποσύνθεση των Κυρίαρχων Ιδεολογιών και τη βίωση της Αγωνίας του Ιδεολογικού/Πνευματικού Κενού χωρίς να έχουμε κάνει ούτε ένα βήμα προς τη κατεύθυνση της σύνθεσης Νέων Κυρίαρχων Ιδεολογιών ή έστω στην εμφάνιση μιας Νέας Ιδεολογίας που θα ανοίξει τον δρόμο και στην εμφάνιση άλλων, είτε ανταγωνιστικών της είτε συμπληρωματικών της, αδιάφορο. Αυτό το Κενό, παράγει όλων των ειδών τις Αγωνίες που προκύπτουν από την αδυναμία του Κόσμου να δώσει περιεχόμενο στον ίδιο τον Σκοπό της Ύπαρξής του, και τον μετεωρίζει ανάμεσα σε πλαίσια Πραγματικότητας που όμως αδυνατούν να προσδώσουν στη Ζωή του ένα Όραμα και ένα Περιεχόμενο που θα καταφάσκει την Ανθρώπινη Προσδοκία για το Περιεχόμενο της Ζωής του ως Ατόμων, ως Κοινωνιών και ως Πολιτειών.

Δεν λέμε ασφαλώς τίποτα το νέο. Ο καθείς νομίζω ότι είναι σε θέση να ανακαλέσει στη μνήμη του το πλούσιο ιστορικό της Αμφισβήτησης των Κυρίαρχων Ιδεολογιών (από τον Φιλελευθερισμό, την Σοσιαλδημοκρατία και τον Κομμουνισμό, ίσαμε όλες τις μεταξύ αυτών αλλά και πέραν αυτών αποχρώσεις) και να τις ανιχνεύσει ήδη από την δεκαετία του 1960 αν και όχι πρωτύτερα, και σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από το τέλος του τρίτου τετάρτου του προηγούμενου αιώνα, δηλαδή, κάπου από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και μετά, ενώ, η δεκαετία του 1980 και κυρίως του 1990 μπορούν να χαρακτηριστούν ως οι περίοδοι εγκαθίδρυσης της αδιαμφισβήτητης Ηγεμονίας του Νεοφιλελευθερισμού και ταυτόχρονα της ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗΣ κατάρρευσης όλων των άλλων Κυρίαρχων Ιδεολογιών που ίσαμε τότε κατείχαν τα πόστα εξουσίας και στις οποίες επιτράπηκε να φέρουν «τιμητικά» τις «ιστορικές» τους ονομασίες και να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην Νεοφιλελεύθερη Τάξη Πραγμάτων από πόστα κυβερνητικών εξουσιών, υπό την αυστηρά προϋπόθεση, ότι, μπορούν να προπαγανδίζουν την ιδεολογία τους αφαιρώντας όμως εκείνα τα στοιχεία της που μπορούν να απειλήσουν το Νεοφιλελεύθερο Σχέδιο της (Αγοραίας) Παγκοσμιοποίησης (και της -στην υπηρεσία της Παγκοσμιοποίησης- Πολυπολιτισμικότητας).

Όμως, ακόμα κι έτσι, θα μπορούσε κάποιος να πει, πως ίσα-ίσα, τώρα που ο Νεοφιλελευθερισμός μαζί με την καταπληκτική αύξηση της ευημερίας των Λίγων και της Εξαθλίωσης των Πολλών, δημιουργεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την ανάδυση Νέων Κυρίαρχων Ιδεολογιών, που θα μπορέσουν να εκφράσουν αυτές τις ήδη εξαθλιωμένες ή ευρισκόμενες καθ’ οδόν σε συνάντηση με την εξαθλίωση μεγάλων λαϊκών τμημάτων των Λαών, τμημάτων που σε πολλές Χώρες αποτελούν την πλειοψηφία των Λαών τους. Κι όμως, τίποτα δεν φαίνεται στον ορίζοντα που να μπορέσει να απειλήσει την Ηγεμονία του Νεοφιλελεύθερου Αγοραίου Ολοκληρωτισμού.

Αριστερά, (η μη Νεοφιλελεύθερη) Δεξιά, Σοσιαλδημοκρατία, αδυνατούν να προβάλλουν «Νέα», πειστικά και αποδεκτά από τους Λαούς ιδεολογικά προτάγματα, αδυνατούν να παρουσιάσουν Οράματα που θα αγγίξουν τις ψυχικές χορδές των Λαών, και το χειρότερο όλων, αδυνατούν να πείσουν ότι ΤΕΛΙΚΩΣ, το πολιτικό προσωπικό των κομμάτων εξουσίας, ανεξαρτήτως ιδεολογικής ταμπέλας, δεν υπηρετεί τον Νεοφιλελεύθερο Μολώχ. Αλλά, ακόμα κι εκεί που μπορούν να βρεθούν πολιτικές δυνάμεις, στην Επικράτεια της Νεοφιλελεύθερης Τάξης Πραγμάτων, ασφαλώς εκτός κυβερνητικών εξουσιών, που δεν αποδέχονται ούτε καν την δοκιμή συνεργασίας υπό τους όρους του Νεοφιλελευθερισμού, ούτε αυτές μπορούν να γίνουν αποδεκτές σε ιδεολογική βάση, παρά μόνο ως κινήματα διαμαρτυρίας.

Πρέπει να κοιτάξουμε κατάματα την Αλήθεια αν θέλουμε να δώσουμε μια πιεστική απάντηση στο «γιατί συμβαίνει αυτό»; Συμβαίνει διότι, ΔΥΣΤΥΧΩΣ, το «Νέο» στο επίπεδο της ιδεολογίας, όπως και το Όραμα, δεν «διατάσσονται» να κάνουν την εμφάνισή τους, ούτε κάνουν την εμφάνισή τους όταν λέξεις, αλλά μονάχα λέξεις, όσο ραφινάτες και καλοδουλεμένες κι αν είναι στα διάφορα προπαγανδιστικά επιτελεία αναγγέλλουν είτε την εμφάνισή τους είτε την δυνατότητα εμφάνισής τους, ούτε, ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΟΡΟ, όταν υποστηρίζονται ως δυνατότητα από ένα πολιτικό προσωπικό που είναι πλήρως αναξιόπιστο, και, ΙΣΩΣ ΤΟ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ, όταν το ιδεολογικό περιεχόμενο του «Νέου» ή του Οράματος, είναι «κατασκευασμένα» από απαξιωμένες (είτε στη πράξη είτε καθαυτές) ιδεολογικές «πρώτες ύλες» του παρελθόντος και όταν λείπει μια στιβαρή Ηγεσία αποφασισμένη ΚΑΙ ικανή να επιβάλλει το «Νέο» προσδιοριστεί. Εδώ το «Νέο», πρέπει να το πούμε, δεν είναι μονάχα ότι δεν έχει σχέση με το «Παλιό», αλλά, αντίθετα, είναι ανάγκη να «αναστήσει» και διαχρονικές αξίες του παρελθόντος που η διαχρονική Αθλιότητα έχει περιθωριοποιήσει. Μάλιστα αν δεν έχει «εφευρεθεί» το «Νέο», η χειρότερη εξέλιξη θα ήταν να χρίσουμε επειγόντως κάτι ως «Νέο» χάριν της ανάγκης και μόνο της ύπαρξης ενός «Νέου». Εδώ, η χρησιμότητα των «Παλαιών Καλών Αξιών» που έχει περιθωριοποιήσει η Αθλιότητα, μπορεί να αποδεχτεί πολύ σημαντική.

Από την άλλη, αυτή η εγγενής αδυναμία των τέως Κυρίαρχων Ιδεολογιών να επιβεβαιώσουν την παρουσία τους, την αποδοχή τους και την χρησιμότητά τους, τις οδηγεί σε κινήσεις ιδεολογικού πανικού, προσπαθώντας να κρατηθούν στην επιφάνεια κυριολεκτικά με το να πιάνονται από τα μαλλιά τους, και να αμύνονται απεγνωσμένα έναντι της γενικευμένης απόρριψής τους με το να υπερασπίζονται ακόμα πιο φανατικά αυτό που ήδη έχει καταστεί αναξιόπιστο αν εν τω μεταξύ δεν έχει απορριφθεί πλήρως, με το να έχουν δηλαδή μετατραπεί από ιδεολογίες σε ιδεοληψίες, που «καισαροπαπικώ δικαιώματι» αφορίζουν κάθε αντίθετη άποψη, την οποία μάλιστα τοποθετούν με την μεγαλύτερη δυνατή ευκολία και στο απέναντι άκρο (π.χ., του φασισμού, του ρατσισμού κ.λπ.), με τον ίδιο τρόπο που η δεξιά ιδεοληψία κατατάσσει με την ίδια ευκολία την Αριστερά στο «σταλινικό» στρατόπεδο.

Εστιάζοντας ειδικότερα στην Αριστερά, αυτή από πολλού χρόνου έπαψε όχι μόνο να παράγει Οράματα μα και να πείθει ότι μπορεί να προσφέρει έστω ένα αποτελεσματικό διαχειριστικής φύσεως υπόδειγμα στα πλαίσια της υπηρέτησης του ιδίου του συστήματος το οποίο υπηρετεί ή, ιστορικά μιλώντας, έχει υπηρετήσει, δηλαδή στα πλαίσια ενός Σοσιαλιστικού ή Κομμουνιστικού Κράτους, όπως συνέβη στις Χώρες του Υπαρκτού Σοσιαλισμού, ενώ οι Χώρες στις οποίες εξακολουθεί να ισχύει ο Υπαρκτός Σοσιαλισμός, αυτό που ισχύει είναι μια παρωδία «σοσιαλιστικού ή κομμουνιστικού μοντέλου», όπως π.χ. η Βόρεια Κορέα ή η Κίνα, αν και για διαφορετικούς λόγους η καθεμιά.

Ασφαλώς, η κάθε Κυρίαρχη Ιδεολογία, έχει μια εγγενή αδυναμία να αποδεχτεί το «τέλος» της, ακόμα κι αν το αντιλαμβάνεται. Αυτό είναι απολύτως ερμηνεύσιμο, διότι αν αποδεχτεί το «τέλος» της ΧΩΡΙΣ να έχει να προτείνει κάτι το «Νέο» ως μετεξέλιξή της, τότε αυτό ισοδυναμεί με το να εκδώσει η ίδια το πιστοποιητικό του θανάτου της. Όπως επίσης, υπάρχει και μια «καθαρή» άρνηση να παραδεχτούμε πως η ιδεολογία μας ολοκλήρωσε τον κύκλο της και η άρνηση αυτή, έχει κατά κανόνα αμυντικό χαρακτήρα, διότι διαπιστώνουμε πως δεν είχαμε μεριμνήσει να ερμηνεύσουνε ούτε το περιεχόμενο μα ούτε και τις νέες εξελίξεις, απαιτήσεις και προκλήσεις της Πραγματικότητας η οποία έτρεχε και τρέχει με 200 χιλιόμετρα την ώρα όταν οι γνωστές ιδεολογίες που κάποτε κυριαρχούσαν και έτρεχαν αυτές αν όχι με 200 χιλιόμετρα την ώρα τουλάχιστον με τέτοια ταχύτητα που να μη χάνουν την επαφή τους με αυτή την Πραγματικότητα, τώρα, αποκαμωμένες και έχοντας χάσει όλους τους ζωτικούς τους χυμούς, έχουν χάσει την Πραγματικότητα από τ μάτια τους, «αυτό» που περιγράφουν απλά δεν υπάρχει ως Νέα Πραγματικότητα, και τούτο το Κενό καλύφθηκε από μια άλλη Ιδεολογία που εκπροσωπεί την χειρότερη εξέλιξη των πραγμάτων και την πιο ύπουλη μορφή Ολοκληρωτισμού, τον Νεοφιλελευθερισμό, στον οποίο και υποτάχθηκαν.

Όμως, πρέπει να το πούμε κι αυτό, η Αριστερά αν δεν κατόρθωσε να εγκαθιδρύσει ένα Οικονομικό, Κοινωνικό ΚΑΙ Πολιτικό Σύστημα σύμφωνο με τις ίδιες τις ιδεολογικές της προτάσεις διακυβέρνησης ούτε στις Χώρες όπου εφαρμόστηκε -του Υπαρκτού Σοσιαλισμού-, ούτε βεβαίως κατόρθωσε να εγκαθιδρύσει μια βιώσιμη Παγκόσμια Αριστερά Τάξη Πραγμάτων, με φαινομένη εξαίρεση τις δύο μεταπολεμικές δεκαετίες (με παγκόσμια Αριστερή Μητρόπολη την ΕΣΣΔ), εν τούτοις, ο ρόλος που διαδραμάτισε διεθνώς και η σημασία της παρουσίας της, κάθε άλλο παρά αμελητέος και χωρίς χρησιμότητα ήταν. Η καθιέρωσή της και μόνο στη διεθνή Τάξη Πραγμάτων ως το Αντίπαλο Δέος του Καπιταλισμού και των πάσης φύσεως Ελευθεριών (οικονομικών, πολιτικών, δημοκρατικών) που πρόβαλε η Δύση, η βαθιά επίδραση της Αριστερής ιδεολογίας και η δυσανάλογη σε σχέση με την κομματική τους επιρροή, κοινωνική επιρροή των αριστερών κομμάτων στα πλειοψηφικά λαϊκά τμήματα, σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό, των μισθωτών, συνταξιούχων και αγροτών, σε συνδυασμό με την παγκόσμια απήχηση της Αριστεράς στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα ανά τον κόσμο, υποχρέωνε τον καπιταλισμό να δείχνει κάποια αυτοσυγκράτηση και υποχωρητικότητα έναντι των αιτημάτων των μεγάλων λαϊκών τμημάτων για περισσότερα πολιτικά δικαιώματα και δικαιότερο κοινωνικό κράτος. Μάλιστα οι παραχωρήσεις του καπιταλισμού στα θέματα αυτά ήταν πολύ περισσότερες εντός των μητροπόλεων των Δυτικών Δυνάμεων και ιδίως στην Δυτική Ευρώπη η οποία ένοιωθε στο σβέρκο της την ανάσα της Σοβιετικής Αρκούδας. Αν οι πρώτες δύο ιδίως μεταπολεμικές δεκαετίες υπήρξαν η Χρυσή Εποχή του Κοινωνικού Κράτους και της Δημοκρατίας στη Δύση και ιδίως στην Δυτική Ευρώπη, αυτό σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στο γεγονός αφενός μεν ότι οι λαοί είχαν βιώσει σε διάστημα λιγότερο από μια γενιά δύο παγκοσμίους πολέμους και ασφαλώς δεν είχαν καμία διάθεση να ακούσουν ότι θα ήταν δυνατό στα οικονομικά οφέλη της ειρήνης για την οποία έχυσαν το αίμα τους να περιοριστούν στα ψίχουλα που ο Καπιταλισμός έχει τη τάση να μοιράζει στους πολλούς, αφετέρου δε, ότι ο Καπιταλισμός προκειμένου να μην βρεθεί περικυκλωμένος μέσα στο ίδιο του το «σπίτι» αν η απογοήτευση των λαών των αναπτυγμένων Δυτικών Χωρών για την μη επαρκή και δίκαιη συμμετοχή τους στη διανομή του εθνικού τους προϊόντος και εισοδήματος τούς κατελάμβανε (με συνέπεια να τούς ρίξει στην αγκαλιά της Κομμουνιστικής Αριστεράς), ήταν αναγκασμένος να παραχωρεί συνεχώς μερίδια ευημερίας περισσότερα απ’ ό,τι θα «διένειμε» «υπό κανονικές συνθήκες», δηλαδή αν απουσίαζε αυτό το Αντίπαλο Δέος, όπως συνέβη άλλωστε, σχεδόν αμέσως μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Αυτοκρατορίας, όταν ο καπιταλισμός άρχισε να πετά από πάνω του τον κορσέ της υποκρισίας σε ό,τι αφορά τις πραγματικές του επιδιώξεις για το κοινωνικό κράτος, τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα κι ακόμα για την ίδια την Δημοκρατία.  Υπό μίαν έννοια, η Μόσχα την περίοδο εκείνη, πρόσφερε στους λαούς της Δύσης με την ιδιότητά της του Αντιπάλου Δέους του Δυτικού Συστήματος πολύ μεγαλύτερη υπηρεσία και οφέλη, απ’ ό,τι στους λαούς των Χωρών του Υπαρκτού Σοσιαλισμού!

Όμως, η Νέα Αριστερά, όπως και μια Νέα Δεξιά ή μια Νέα Σοσιαλδημοκρατία, είτε με αυτά είτε με άλλα ονόματα, αν θέλουμε και αν θέλουν να θεωρηθούν αλλά και να είναι, όντως κάτι το «Νέο», είναι ανάγκη να εμβαθύνουν στους σκληρούς ιδεολογικούς τους πυρήνες από τους οποίους οι ίδιες ξεπήδησαν κάποτε και για αιώνες (τουλάχιστον από τον 17ο – 18ο αιώνα) κυριάρχησαν ως οι Δεσπόζουσες Ιδεολογίες στους πιο αναπτυγμένους οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά Λαούς της Υφηλίου, και να τους επικαιροποιήσουν αφού πρώτα διαβάσουν καλά πως εν τω μεταξύ έχει διαμορφωθεί το σήμερα, ποιές οι προοπτικές του και τι είδους ακριβώς παρέμβαση εισηγείται η Αριστερά, μια παρέμβαση που θα μπορέσει να εκληφθεί ως δυνατή. Πάει να πει αυτό, πως χρειάζεται μια Νέα Φιλοσοφία και μάλιστα, όπως το δείχνουν οι καιροί, μια Νέα Συνθετική Φιλοσοφία που θα μπορέσει αν όχι να ανακτήσει την Εξουσία από τον Νεοφιλελεύθερο Ολοκληρωτισμό τουλάχιστον αν του αντιπαρατεθεί αποτελεσματικά και να απειλήσει ως Νέο Αντίπαλο Δέος την Αθλιότητά του. Καμία Κυρίαρχη Ιδεολογία δεν υπήρξε δημιούργημα «τεχνοκρατών». Όλες τους γεννήθηκαν ως φιλοσοφικοί στοχασμοί για τον Άνθρωπο και τη σχέση του με την Κοινωνία και το πώς θάπρεπε αυτές οι σχέσεις να είναι οργανωμένες. Και οι Ολοκληρωτισμοί, όπως και ο τρέχον Νεοφιλελεύθερος Ολοκληρωτισμός, πάνω σε φιλοσοφικές βάσεις θεμελιώνονται. Εδώ η φιλοσοφία, δεν ασχολείται με τα υπερβατικά, μα με τα πρακτικά, τα ανθρώπινα, όχι διότι το υπερβατικό στοιχείο είναι πάντα άσχετο και ασυσχέτιστο με την καθημερινή πραγματικότητα, μα διότι, με τρόπο αποτελεσματικό το διαχειρίζεται και το ενσωματώνει η ικανή και αποτελεσματική φιλοσοφική σκέψη στη «γήινη» ανθρώπινη και κοινωνική πραγματικότητα. Και φιλοσόφους τέτοιους, με μηνύματα που θα διαπεράσουν τις λαϊκές ανησυχίες και αγωνίες και θα προκαλέσουν το αναγκαίο ψυχικό σκίρτημα, σημάδι πως υπάρχει Ελπίδα να απαλλαγεί το Ανθρώπινο Είδος από τη Δουλεία του κάθε Ολοκληρωτισμού, του Νεοφιλελεύθερου εν προκειμένω, πως ένα νέο Πρότυπο προτείνεται, ακόμα κι αν είναι «κατασκευασμένο» από αποδεκτά «Παλαιά Υλικά» -όπως το διευκρινίσαμε αυτό παραπάνω-, όπως ένα νέος Άνταμ Σμίθ ή ένας νέος Μαρξ, δεν βλέπω να υπάρχουν.

Τελειώνοντας το σύντομο σχόλιό μου που έκανα στο άρθρο αυτό αναφορικά με το εν τίτλω θέμα, η Αριστερά σήμερα, είναι υποχρεωμένη να διέλθει από ατραπούς ή και να βαδίσει σε λεωφόρους μιας Κυρίαρχης Πραγματικότητας, η οποία αμφισβητεί τα προτάγματά της πολύ πιο έντονα και πολύ πιο αποτελεσματικά από ό,τι στο παρελθόν, μάλιστα με ένα τρόπο, που όλα τα πλεονεκτήματα, συμπεριλαμβανόμενων και των ιδεολογικών, βρίσκονται στη πλευρά αυτής της Πραγματικότητας. Ο Νεοφιλελευθερισμός, ακολουθεί μια εξαιρετικά ευφυή στρατηγική. Αντί να καταδιώξει τις αντίπαλες ιδεολογίες, κυρίως τις Αριστερές αλλά κάποιες Δεξιές (όπως αυτή της Λαϊκής Δεξιάς), τι κάνει; Τις ενσωματώνει χωρίς μάλιστα και οι ίδιες να το αντιλαμβάνονται, ιδίως χωρίς να το αντιλαμβάνεται η Αριστερά, ιδίως εκείνες οι εκδοχές της, που σχεδόν χωρίς καμία σκέψη, είτε αποδέχονται ΚΑΙ την Παγκοσμιοποίηση ΚΑΙ την Πολυπολιτισμικότητα, είτε έχουν την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να αποδεχτούν μόνο την Πολυπολιτισμικότητα, χωρίς να αποδεχτούν την Παγκοσμιοποίηση. Έτσι, η Αριστερά λειτουργεί μέσα σε ποικίλα Πλαίσια Πραγματικότητας, οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά, εθνικά, υπερεθνικά, τα οποία συγκλίνουν εν τούτοις μέσα από ενίοτε σημαντικές διαφοροποιήσεις, σε ένα Ενιαίο Παγκόσμιο Πλαίσιο Πραγματικότητας που μπορεί να τεθεί υπό τον τίτλο «Παγκόσμια Τάξη Πραγμάτων» και που επιβάλλεται ως τέτοιο, ως ενιαίο δηλαδή, από ένα Υπερέχον Πρότυπο που προσδιορίζεται ως προς το Περιεχόμενό του και τις Λειτουργίες του από μια ευάριθμη Παγκόσμια Ηγεμονική Ομάδα (π.χ., οι G-8 και ιδίως τα Ιδιωτικά Παγκόσμια Συμφέροντα που εκπροσωπούν) και που με τη σειρά της εκπροσωπεί ελάχιστες μείζονες Περιφερειακές Τάξεις Πραγμάτων και Συμφερόντων που όμως, αποδέχονται έναν Κοινό Σκληρό Πυρήνα Στρατηγικών Στόχων που την κάθε ιστορική περίοδο μπορεί να αλλάζουν, σήμερα δε, ακούνε στο όνομα «Παγκοσμιοποίηση» και «Πολυπολιτισμικότητα -αυτή η τελευταία, ως το απαραίτητο όχημα εμβάθυνσης και εκπλάτυνσης της θεμελιώδους επιδίωξης κατάργησης των πλέον σημαντικών εμποδίων στην εγκαθίδρυση μιας Παγκόσμιας Νεοφιλελεύθερης Τάξης Πραγμάτων, όπως η κατάργηση των «εθνικών συνόρων». όπως η αποδόμηση των εθνικών πολιτισμικών προτύπων και η αντικατάστασή τους με μια «πολυπολιτισμική σούπα» που θα είναι εύπεπτη και κυρίως, ακριβώς λόγω της ρευστότητάς της, αφενός μεν θα μπορέσει να διαλύσει ρωμαλέες πολιτισμικές παραδόσεις, εκεί όπου υπάρχουν και αποτελούν το modus vivendi αλλά και το modus operandi των οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά αναπτυγμένων (δυτικών ιδίως) Λαών, και οι οποίες πολιτισμικές παραδόσεις έχουν επιβάλλει τέτοια οικονομικά, κοινωνικά και δημοκρατικά κεκτημένα που είναι απολύτως ασύμβατα με ό,τι πρεσβεύει η Νεοφιλελεύθερη Τάξη Πραγμάτων, αφετέρου δε, στις Χώρες με πολιτισμικές παραδόσεις που θεωρούνταν κατά το παρελθόν, τουλάχιστον εκ μέρους της Δυτικής Πολιτισμικής Παράδοσης ως υστερούσες έναντι του Δυτικού Μοντέλου Οικονομικής, Κοινωνικής και Πολιτικής Ανάπτυξης, και επομένως διακηρύσσονταν η ανάγκη της οικονομικής και κοινωνικής τους ανάπτυξης, όχι μόνο να παραμείνουν εκεί που βρίσκονται, μα και να επιδιωχθεί η Παγκόσμια Σύγκλιση προς τα Κάτω, εξού και η συχνή «Προτοτυποποίηση» τέτοιων Κρατών, όπως η Κίνα, η Ταϊλάνδη κλπ., τα οποία δεν έχουν «μολυνθεί» από το «παρηκμασμένο» Δυτικό Πρότυπο του «Κοινωνικού Κράτους» και της αχαλίνωτης «Δικαιοματοκρατίας» των «μαζών» -μια εύσχημη έκφραση για να μην χαρακτηριστεί ως «παρηκμασμένο» το ίδιο το Δυτικό Δημοκρατικό Πρότυπο.

Έχει συνεπώς η Αριστερά, πεδίον δόξης λαμπρόν μπροστά της, αν θέλει όντως να έχει παρουσία στο μέλλον. Δεν αναφέρομαι δε ιδιαίτερα στις Δεξιές ιδεολογίες, διότι αυτές έχουν δεδομένη την επιβίωσή τους, διότι είναι πολύ περισσότερο προσαρμοστικές από την Αριστερά στις εξελίξεις, πολύ λιγότερο κάθετες και «καισαροπαπικές», ακούνε πολύ πιο εύκολα, ανέχονται πολύ περισσότερο την άλλη άποψη, έχουν πολύ μεγαλύτερη (ιδεολογική και ψυχική) επαφή με τα μεγάλα λαϊκά τμήματα των Λαών. Από πού προκύπτει αυτό -ας μείνουμε στην Ευρώπη ή και στην Ελλάδα αν προτιμάτε; Όχι από κάτι το συγκυριακό μα από κάτι το σταθερά διαχρονικό : από το γεγονός ότι η Αριστερά (στην Ευρώπη συνολικά ή στην Ελλάδα το ίδιο), ΠΟΤΕ δεν εξέφραζε ένα σημαντικό ποσοστό των ευρωπαϊκών Λαών (ή του ελληνικού Λαού εδώ στη Χώρα μας), παρά μονάχα σε συγκυριακά και σύντομα ξεπετάγματα ιδίως την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, και κυρίως στην Ιταλία (την περίοδο εκείνη). Και λέγοντας «Αριστερά», εννοώ το αριστερά της Σοσιαλδημοκρατίας πολιτικό φάσμα. Σε ό,τι με αφορά, ιδίως από την δεκαετία του 1980 και μετά, την Σοσιαλδημοκρατία την εντάσσω μάλλον στο Κέντρο ή στην Κεντροδεξιά, ούτε καν στην Κεντροαριστερά. Κεντροαριστερά θεωρούσα το μεταξύ Σοσιαλδημοκρατίας και Κομμουνιστικής Αριστεράς φάσμα. Σήμερα, τέτοια Κεντροαριστερά δεν την βλέπω.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ