Μέριλιν Μονρόε-Τζο Ντι Μάτζιο: Εννέα μήνες παθιασμένου έρωτα, βίας και αφοσίωσης.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ


CB55538B-7604-441E-ACB2-0351EFD9AFB4Η «ωραία και το τέρας», η «θεά του σεξ» και ο αθλητής. Δύο stars, δύο μύθοι, δύο αστραφτερά σύμβολα του αμερικάνικου ονείρου, έζησαν έναν έρωτα επίγειο, παράφορο, χωμάτινο και ολότελα ατελή. Μάλλον τραγικό.
«Ποια είναι αυτή η ξανθιά;» Η φωτογραφία, στο αθλητικό περιοδικό δείχνει μια σέξι suicide blonde, με λευκά σορτς, που γέρνει χαριτωμένα στην αγκαλιά ενός γνωστού, νεαρού παίκτη του μπέιζμπολ, ο οποίος προσπαθεί, τάχα, να της δείξει πώς κρατάνε το μπαστούνι. Η λεζάντα γράφει: «Ο παίκτης που ρίχνει την μπάλα, ο Joe Dobson, των Chicago White Sox, εποπτεύει το στυλ της στάρλετ Μarilyn Monroe….»

Είναι άνοιξη του 1952 κι αυτός που ρωτάει, είναι ίσως, ο πιο «διάσημος συνταξιούχος» της Αμερικής. Πάνε έξι μήνες που ο Joseph Paul DiMaggio έχει αποσυρθεί από τα γήπεδα. Στις 15 σεζόν που έπαιξε με τους New York Yankees κατέκτησε 10 πρωταθλήματα, κι αυτό τα λέει όλα. Στα 38 του, το πρώην πάμπτωχο πιτσιρίκι, (το όγδοο από τα εννέα παιδιά μιας οικογένειας Σικελών μεταναστών) είναι ένα τεράστιο λαϊκό είδωλο. Ένας ήρωας. Ο κόσμος τον λατρεύει, οι εφημερίδες το ίδιο, τα πιτσιρίκια τον σταματάνε στο δρόμο και παρακαλούν να τους υπογράψει τα δερμάτινα γάντια τους. Αλλά χαζεύοντας το περιοδικό, ο DiMaggio σκέφτεται πως δεν θα τον πείραζε να άλλαζε για λίγο θέσεις με αυτόν τον τυχεράκια τον Joe Dobson. Oι ξανθιές είναι η αδυναμία του. Γι’αυτό, κάνει την πρώτη κίνηση: παίρνει τηλέφωνο έναν φίλο του -έναν καλλιτεχνικό πράκτορα που γνωρίζει τη Marilyn- για να μεσολαβήσει να  της προτείνει ένα ραντεβού στο Λος Άντζελες. Τι θα έλεγε για δείπνο, στο «Βίλα Νόβα», στη Σάνσετ Στριτ;

Ναι, ΟΚ, το ραντεβού κλείνεται για τις 8 Μαρτίου. Με δυσκολία. Αν και έχει ακούσει να μιλούν για τον DiMaggio, η Marilyn δεν ενθουσιάζεται ιδιαίτερα με την ιδέα να δειπνήσει με έναν πρώην αθλητή. Τον φαντάζεται φωνακλά, φαντασμένο, αλαζονικό, χωρίς τρόπους. Την τελευταία στιγμή, προσπαθεί να ακυρώσει το ραντεβού, δικαιολογείται πως είναι κουρασμένη. Τελικά φτάνει στο «Βίλα Νόβα», με δυό ώρες καθυστέρηση. Ο DiMaggio είναι ακόμα εκεί. Την περιμένει. Και -έκπληξη!-  δεν μοιάζει καθόλου με την εικόνα που είχε στο μυαλό της: πανύψηλος, γεροδεμένος, ο Joe φοράει ένα απλό γκρι κοστούμι, γκρι γραβάτα με μπλε πουά («Αν δεν μου είχαν πει, πως είναι κάποιου είδους αθλητής, θα πίστευα πως είναι μεγιστάνας του χάλυβα ή μέλος του Κογκρέσσου..»), μιλάει λίγο, δείχνει σχεδόν παθολογικά ντροπαλός και εκπέμπει μια δύναμη στην οποία η ευάλωτη ξανθιά ανταποκρίνεται αμέσως. Εκείνο το βράδυ ο DiMaggio δεν θα επιστρέψει στο ξενοδοχείο του. Και το επόμενο πρωί θα αναβάλλει την αναχώρησή του για την Νέα Υόρκη…
LOVE AND MARRIAGE 
To ρομάντζο τους θα ανθίσει τους επόμενους μήνες, κάνοντας τους δημοσιογράφους να τρίβουν τα χέρια τους από έξαψη: ο μυθικός αρχηγός των Yankees, ζευγάρι με την νέα ξανθιά φαντασίωση της Αμερικής; Σχεδόν παραείναι καλό για να είναι αληθινό. Ούτε και η Marilyn το πιστεύει. Ακόμα και όταν ο Joe, την παίρνει μαζί του τον Ιούλιο, στο Σαν Φρανσίσκο, για να γνωρίσει την οικογένειά του, δεν ξέρει αν πρέπει να τον πάρει στα σοβαρά. Μάλιστα, όταν η φίλη της, Shelly Winters, την προκαλεί να φτιάξουν έναν πρόχειρο κατάλογο με τους άντρες που τους αρέσουν, η Marilyn της δίνει μια λίστα, από την οποία απουσιάζει το όνομα του DiMaggio -υπάρχουν, όμως, εκείνα του Elias Kazan, του Υves Montand, του Arthur Miller και του Albert Einstein (!). «Δεν είναι δυνατόν να κοιμηθείς με τον Εinstein, Μarilyn», την πειράζει η φίλη της. «Είναι ο διασημότερος επιστήμονας στον κόσμο και παππούς!». «Aυτό δεν έχει καμία σχέση. Απ’ότι ξέρω χαίρει άκρας υγείας…» την αποστομώνει η σταρ.
Στην περίπτωση του Joe (σ.σ. η Μarilyn ήδη τον φωνάζει «daddy») ο χρόνος, παίζει επίσης κάποιο ρόλο: είναι νωρίς για εκείνη, είναι λίγο αργά για κείνον. Ο DiMaggio έχει χορτάσει δόξα και φλας, θέλει ησυχία, μια αφοσιωμένη γυναικούλα, παιδιά να τρέχουν στον κήπο ενός σπιτιού με άσπρο φράχτη. Σιχαίνεται τις show business κι όλο αυτό το «χολιγουντιανό τσίρκο», φρίττει με το ρόλο του επίδοξου μνηστήρα ενός sex symbol, δεν συνοδεύει ποτέ την Marilyn στις πρεμιέρες της, δεν εκτιμάει καν τη δουλειά της -η αυστηρή, καθολική ανατροφή του, του «φωνάζει» πως η θέση μιας γυναίκας είναι στο σπίτι της.
Πώς όμως να την σταματήσει; Μετά τον «Νιαγάρα», το «Οι άντρες προτιμούν τις ξανθιές», το «Πώς να παντρευτείτε έναν εκατομμυριούχο», η Μarilyn είναι πια μια σταρ στο κατώφλι της μεγάλης δόξας της. Θέλει καλύτερους ρόλους, θέλει αύξηση, θέλει λίγο σεβασμό από τα μεγάλα «κεφάλια» της Fox. Ο Daryl Zanuck της διαμηνύει πως οι απαιτήσεις της είναι παράλογες, αλλά εκείνη δεν υποχωρεί. Στις 4 Ιανουαρίου 1954 απολύεται από την 20th Century Fox. Και δέκα μέρες αργότερα, στις 14 Ιανουαρίου, στο δικαστικό μέγαρο του Σαν Φρανσίσκο, γίνεται κυρία DiMaggio. 
Eίναι ένα απίθανο happy end για ένα απίθανο ρομάντζο. Ο Τύπος χαιρετίζει τον «γάμο του αιώνα», μια χώρα ολόκληρη στέκεται δίπλα στο ζευγάρι, το λούζει με ευχές, λουλούδια και δάκρυα. «Θέλετε παιδιά;» τους ρωτούν οι ρεπόρτερ που συνωστίζονται στην είσοδο του δημαρχείου. (σ.σ. φυσικά, η Marilyn έχει φροντίσει να ενημερώσει, μια ώρα πριν το γάμο το τμήμα διαφήμισης της Fox, ώστε να «διαρρεύσει» εγκαίρως η είδηση…). «Τουλάχιστον ένα», απαντά ο γαμπρός. «Πολλά», αποκρίνεται η Marilyn σφιγμένη στη λευκή ερμίνα της.
Περνούν το πρώτο τους βράδυ, ως σύζυγοι σε ένα φθηνό μοτέλ, των 6,5 δολαρίων, στο Πάσο Ρόμπλες κι άλλες δυό βδομάδες, σε ένα καταφύγιο στα βουνά, δίπλα στο Παλμ Σπρινγκς. Κρυμμένοι απ’όλους, επιτέλους μόνοι. Το πρώτο βράδυ, στο μοτέλ, ο Joe ρωτάει αν το δωμάτιο έχει τηλεόραση. Ύστερα, κάθεται, ανοίγει μια μπίρα και χαζεύει τα αθλητικά κανάλια με τις ώρες. Τα υπόλοιπα 14 βράδια -δυστυχώς, χωρίς τηλεόραση- βουλιάζουν στην πλήξη. Ο γάμος τους είναι μια φούσκα, είναι ολοφάνερο πως έχουν κάνει λάθος. Το ξέρουν και οι δύο, αλλά είναι πολύ νωρίς για να το παραδεχτούν.
Τουλάχιστον, έχουν το σεξ. Καλό, εκρηκτικό σεξ. «Στο κρεβάτι ήταν σαν να μάχονταν οι θεοί», θα εξομολογούνταν χρόνια αργότερα ο αθλητής, στον γιατρό του Rock Positano, «σαν ο ουρανός να γέμιζε με κεραυνούς και αστραπές». Και η αλήθεια είναι πως η -συνήθως αδιάφορη για το σεξ, Marilyn- ανακαλύπτει μαζί του ένα άλλο είδος ερωτισμού, πιο ζωώδες, πιο γήινο. Όταν ο DiMaggio κάνει έρωτα μαζί της, τη μεταχειρίζεται σαν γυναίκα, και όχι σαν εθνική φαντασίωση. Με ευθύτητα, με κάποια υποτίμηση. Συχνά, με βιαιότητα.
ΕΝΑΣ ΖΗΛΙΑΡΗΣ ΣΥΖΥΓΟΣ
Λίγο καιρό μετά τον μήνα του μέλιτος, ο DiMaggio, λαμβάνει μια πρόσκληση για ένα δεκαήμερο match exhibition στην Ιαπωνία -η Marilyn μπορεί να τον συνοδεύσει. Ευκαιρία να τον δει εν δράσει, να θαυμάσει πόσο δημοφιλής είναι. Καλή ιδέα! Λάθος, κακή, καταστροφική ιδέα. Στο αεροδρόμιο του Τόκιο, συρρέουν χιλιάδες άνθρωποι ενώ οι λιγοστοί έντρομοι αστυνομικοί αγωνίζονται να φυγαδεύουν το ζευγάρι από τον χώρο των αποσκευών. Τους ακολουθούν ουρλιάζοντας «Μarilyn, Marilyn» -δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για το ποιος είναι το αντικείμενο της λατρείας τους. Ο Joe κρύβει με κόπο την οργή του. 
Έτσι, όταν η στρατιωτική διοίκηση του μετώπου της Άπω Ανατολής, προτείνει στην Marilyn, να κάνει μερικές εμφανίσεις στην Κορέα, στις στρατιωτικές βάσεις, για να ενισχύσει το ηθικό των στρατευμάτων, εκείνος αρνείται να πάει μαζί της. Μένει στο ξενοδοχείο, στο Τόκιο, βγάζοντας καπνούς από τη ζήλια, και χαζεύοντας στην τηλεόραση τη γυναίκα του. Τη γυναίκα του ντυμένη στο χακί, ή με στενά, κοντά φορεματάκια. Να ποζάρει, να λικνίζεται, να κλείνει το μάτι προκλητικά και να τραγουδάει με τη λεπτή, λαχανιασμένη φωνούλα της, «Do it again», οδηγώντας τους στρατιώτες σε παραφροσύνη («Ακόμα και οι νιφάδες του χιονιού είχαν ανάψει», σχολιάζει  ένας δημοσιογράφος από τους παρόντες,…). Άντρες, χιλιάδες άντρες, άντρες που αλλάζουν διαρκώς -δέκα παραστάσεις, σε 4 μέρες. Δεν θέλει να το σκέφτεται. Αλλά η Marilyn, είναι ενθουσιασμένη. «Ποτέ μου  δεν ένιωσα περισσότερο σταρ, στην καριέρα μου», δηλώνει επιστρέφοντας.
«Ήταν εκπληκτικό, καταλαβαίνεις; Δεκατρείς χιλιάδες άνθρωποι που φωνάζουν το όνομά σου …»
«Εμένα στα στάδια, με επευφημούσαν πενήντα χιλιάδες …», της αντιγυρίζει ο Joe, άσπρος σαν το πανί. Λίγες μέρες αργότερα, στο αεροπλάνο με το οποίο επιστρέφουν στο Λος Άντζελες, εκείνη πασχίζει να κρύψει τον σπασμένο αντίχειρα του δεξιού της χεριού. «Χτύπησα», δικαιολογείται στους δημοσιογράφους που την ρωτούν…
Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΚΑΥΓΑΣ
Τίποτα δεν θα αλλάξει, μετά την επιστροφή τους -πάλι αλκοόλ, βία, καυγάδες. Πάλι εκείνος είναι θυμωμένος με το Χόλιγουντ που την καταστρέφει, με τους έμπιστους φίλους της που βάζουν να δουλεύει μέχρι να πέσει κάτω από  εξάντληση. Η Marilyn παίρνει χάπια για να κοιμηθεί, χάπια για να ξυπνήσει, χάπια για να πηγαίνει κάθε μέρα στα γυρίσματα. Και φυσικά, το μωρό που λαχταρούν δεν έρχεται -άλλος ένας λόγος για να νιώθουν  απογοητευμένοι. Θλιμμένοι. Αποτυχημένοι.
Στα μέσα του Σεπτέμβρη του 1954, η Μarilyn ταξιδεύει στην Νέα Υόρκη, για τα εξωτερικά γυρίσματα της ταινίας «Επτά χρόνια φαγούρα» -σκηνοθέτης είναι ο Βilly Wilder. Tη νύχτα της 14ης Σεπτεμβρίου, η παραγωγή έχει προβλέψει να γυρίσει στην καρδιά του Μανχάταν, μερικά εξωτερικά πλάνα. Όχι πολύ μακριά από κει, ο DiMaggio περνάει τη βραδιά του σε ένα εστιατόριο με φίλους -δεν θέλει να είναι παρών, στο πλατό. Αλλά όσο περνάει η ώρα, ο αναβρασμός μεγαλώνει. Στο δρόμο, οι άνθρωποι τρέχουν σε παρέες ή μόνοι τους, σε μια γωνία, μαζεύεται ένα πλήθος ανήσυχο, ακούγονται φωνές, σειρήνες, μια κίνηση ασυνήθιστη. Ακόμα και οι πελάτες του εστιατορίου βγαίνουν έξω -μα τι συμβαίνει επιτέλους; Ο DiMaggio τους ακολουθεί και αυτό που βλέπει τον αφήνει εμβρόντητο: δρόμοι μπλοκαρισμένοι, αυτοκίνητα σταματημένα, εκατοντάδες άνθρωποι που ουρλιάζουν σε παράθυρα, σε πεζοδρόμια, πίσω από κιγκλιδώματα. Όλων τα μάτια είναι στραμμένα, προς το μέρος μιας λεπτής ξανθιάς με άσπρο φόρεμα, που ανασηκώνεται με κάθε ριπή του ηλεκτρικού ανεμιστήρα, που κρύβεται κάτω από τη σχάρα του μετρό. Η σκηνή επαναλαμβάνεται 10,20, 30 φορές, ο Wilder δεν είναι ευχαριστημένος. Τα φλας αστράφτουν, τα μάτια, χώνονται κάτω από το φόρεμα της Μarilyn, την «τρώνε», καταπίνουν τη σάρκα, τις γάμπες, τους λευκούς μηρούς, τα εσώρουχά της.
 
Καμία λεπτομέρεια της ανατομίας της δεν μένει κρυφή. «Μπα, κι εγώ νόμιζα πως ήταν φυσική ξανθιά», ακούγεται να φωνάζει κάποιος. Ο DiMaggio τρέμει από ανίσχυρη λύσσα «Ποτέ δεν θα ξεχάσω το δολοφονικό του βλέμμα», θα ομολογήσει ο Βilly Wilder. Aργότερα, μέσα στη νύχτα, οι γείτονες του δωματίου του ζεύγους DiMaggio, στο ξενοδοχείο Saint Regis, θα ξυπνήσουν από άγριες φωνές, πράγματα που σπάζουν και γυναικείους λυγμούς. Και την επομένη, οι μακιγιέρ, στο studio, θα χρειαστούν τόνους make up, για να κρύψουν τις μελανιές και τα γδαρσίματα, στο πρόσωπο και στα μπράτσα της Marilyn…
Eίναι το τελευταίο «επεισόδιο» της σχέσης τους. Στις 17 Οκτωβρίου, μια Merilyn άβαφη, κλαμένη, ακόμα μελανιασμένη, υποβάλλει αίτηση διαζυγίου, κατηγορώντας τον σύζυγό της, για «πνευματική τρομοκρατία» και «αδιαφορία». Εκείνος, δεν εμφανίζεται καν στο δικαστήριο. Το «μεγάλο αμερικάνικο ρομάντζο», τελειώνει, μετά από, ακριβώς, 274 μέρες. Με μεγάλη σιωπή.  
ΠΙΚΡΑ ΚΑΙ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ 
Ο Joe θα φύγει, θα επιστρέψει στο Σαν Φρανσίσκο. Δεν θα παντρευτεί ξανά. Ούτε θα την ξεχάσει. Θα είναι πάντα εκεί, δίπλα της, όποτε τον χρειάζεται. Μετά τον χωρισμό της, από τον Αrthur Miller, όταν η Marilyn «σπάει» από θλίψη, εκείνος θα τρέξει να μαζέψει τα κομμάτια της. Εκείνον θα φωνάξει για να την βγάλει, απειλώντας θεούς και δαίμονες, από την ψυχιατρική κλινική όπου την κλείνουν τον Φεβρουάριο του 1961. Ο «καλός, παλιός Joe», ο αιώνιος daddy της θα είναι παρών στη ζωή της ως το τέλος -λέγεται πως, λίγες μέρες πριν πεθάνει της είχε κάνει πρόταση να ξαναπαντρευτούν. Έλπιζε πάντα πως θα μπορούσε να την ξανακερδίσει, ήθελε να την φροντίσει. Φοβόταν πως ο Sinatra και αυτό το «άθλιο συνάφι» των Kennedys θα της έκαναν κακό. «Πάντα ήξερα ποιος την σκότωσε, αλλά δεν ήθελα να ξεκινήσω μια επανάσταση σε αυτή τη χώρα, μιλώντας γι’αυτό. Δεν θα συγχωρέσω ποτέ τον εαυτό μου, για ό,τι της συνέβη», θα εξομολογούνταν χρόνια αργότερα, στο γιατρό του.

Στις 5 Αυγούστου 1962, η Μarilyn Monroe  πεθαίνει -«αυτοκτονία» είναι η επίσημη εκδοχή- και ο Joe καλείται να αναγνωρίσει τη σορό της. Ο ίδιος, θα οργανώσει και την κηδεία της  Και για τα επόμενα 30 χρόνια και βάλε, μέχρι το 1999, τη χρονιά που πέθανε, θα κλαίει για κείνη. Τρεις φορές την εβδομάδα, θα στέλνει στον τάφο της, μισή ντουζίνα τριαντάφυλλα. Κόκκινα τριαντάφυλλα -στις ξανθιές ταιριάζουν τα κόκκινα…
Πηγη: bovary.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ