Ηλίας Τσέχος: Η Πρώτη Λέξη Της Ποιήσεως – Α’ περίοδος (1978-1988)
Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης – Υποψήφιος Διδάκτορας ΑΠΘ”Η ώρα πόσο μακρινή / Κι εγώ γυρεύω για να φτάσω / Η ώρα πόσο κοντινή / Για να τη φτάσω πρέπει να πεθάνω”.[1] . Η επενέργεια του χρόνου, του χρόνου που θα φθείρει τις μνήμες, τα σώματα και τις συνειδήσεις, εμφιλοχωρεί στην ποίηση, ή αλλιώς, στα ”Ταγμένα” της ποίησης. Δίχως στιγμή να μακρηγορεί, ο ποιητής Ηλίας Τσέχος γυρεύει τις λέξεις, εκείνο το ποίημα που θα τον οδηγήσει στην ώρα, στο παιχνίδισμα ζωής και θανάτου, στην περιδίνηση του νου που γυρεύει να εκδικηθεί την ώρα, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα που θρυμματίζουν το είναι. Προσεγγίζοντας την ώρα, προσεγγίζει την ουσία της ποίησης, διότι τι άλλο είναι η ποίηση παρά η αγωνιώδης προσπάθεια υπέρβασης του πνιγηρού χωροχρόνου, η κορύφωση της σιωπής που ψάχνει τις λέξεις για να εκφραστεί; Διαστέλλοντας και συστέλλοντας την έννοια της ώρας-χρόνου, ο ποιητής φθάνει μέχρι το ατέρμονο στοιχείο της ύπαρξης, κατηγοριοποιώντας το δικό του είναι: ο μακρινός χρόνος είναι ο χρόνος της ύπαρξης, ο κοντινός χρόνος είναι ο χρόνος του ανείπωτου, του «γυμνού» θανάτου, και, ακριβώς, ως πεδίο σύγκλισης και εναρμόνισης αυτών των στοιχείων προκύπτει η ποίηση, η ποίηση που ζητά να αγκυροβολήσει το θάνατο μες στη ζωή.
”Το τοπίο // μοναχικό τοπίο // Αυτά τα βράχια δω πέρα / Δείχνουν όλη τη γύμνια τους // το τοπίο κι οι άνθρωποι // Κάτι άνθρωποι / Τα όμοια να φτιάξουν προσπαθούνε / Και σπάνε το τοπίο στα δυο” .[2]. Στο τοπίο καθρεπτίζεται η αλήθεια, στο άνυδρο τοπίο αντανακλάται η ποίηση του Ηλία Τσέχου, λιτή στις διατυπώσεις της, καίρια στα νοήματα της. Οι σκληρές πέτρες τέμνουν την παρουσία του ανθρώπου, ο ποιητής προτιμά να τοποθετεί στο επίκεντρο της δράσης τον άνθρωπο ή τους ανθρώπους που επιδιώκουν να ”συγκολλήσουν”, όχι απλά τα ”όμοια”, αλλά τις αξίες του καιρού τους.
Το συγκεκριμένο ποίημα αναδύει μια λανθάνουσα θεατρικότητα, φυσική και άμεση, εκεί όπου οι παρόντες άνθρωπο κινούν τα σώματα τους, επιτελούν λειτουργίες, μετασχηματίζονται σε φορείς, σε μύστες της ποίησης. Το τοπίο ”σπάει” ως αποτέλεσμα της δράσης των ανθρώπων, αποδομείται με την πράξη, αποδομείται με τις λέξεις, αποδομείται από τη θερμότητα που εκλύουν τα παρόντα σώματα, που έχουν επιδοθεί σ’ έναν ατέρμονο αγώνα να συνταιριάξουν τις ζωές τους, να ευθυγραμμίσουν τις πορείες τους, μα η ποίηση δεν συγκροτείται με βάση την απλή φυσική και επιφανειακή ομοιότητα. Αντιθέτως, συγκροτείται έχοντας σταθερό υπόβαθρο την διαρκή ετερότητα, την πολυπλοκότητα των υποκειμένων, την απεύθυνση στις εκφάνσεις που σχετίζονται με τον βίο.
Στην ποιητική συλλογή ”Ταγμένα”, ο Ηλίας Τσέχος τάζει εαυτόν ολικά πλέον και δωρικά στο ποιητικό σύμπαν, γίνεται ο εραστής της, ο ποιητής που σκέπτεται ποιητικά και δρα ανθρώπινα. Εδώ, όλα είναι γήινα και αισθαντικά, αυθεντικά βιωμένα, εμπειρίες του σώματος, του νου, πληθυντική δράση, συγκεκριμένη. Στο κέντρο της ποιητικής συλλογής, προβάλλει όχι απλά το υποκείμενο της απλής και μόνο ύπαρξης, αλλά το υποκείμενο της δράσης, το υποκείμενο που ανοίγεται και διευρύνει το ίδιο τα όρια της ποίησης.
Ο ταγμένος ποιητής δεν υπήρξε ποτέ μονοθεματικός, πεισματικά στρατευμένος στην αναζήτηση της αιώνιας αλήθειας. Γνωρίζει πάρα πολύ καλά το ποιες είναι οι επάλληλες πτυχώσεις που ορίζουν το βίο, γνωρίζει πως, κάποιες φορές, η αλήθεια διαπερνάται από το ψέμα και τη μυθοπλασία, το πως το ψέμα λειτουργεί ως το κατοπτρικό-αντιθετικό είδωλο της αλήθειας. Στα ”Ταγμένα”, ο ποιητής αναζητεί τον έρωτα ως λύτρωση, ως θέαση και βίωση του άλλου: ”Σε είδα σε είδα / Και σ’ αγκάλιασα / Και σε φίλησα / Κι αλλάξαμε φορεσιές // Σε είδα σε είδα / Και μ’ αγκάλιασες / Και με φίλησες / Με πήρες τα μάτια / Κι αντάμα κοιτούσαμε / Κάτω απ’ τον ήλιο μαζί / Μαζί κάτω απ’ τον ήλιο / Σε είδα σε είδα / Στη θάλασσα βούτηξες / Κείνη τη μέρα τη φουρτούνα / Γύρισες πίσω και με κουβάλησες // ”Απέραντη είναι
/ Άγρια μη” τραγουδούσα / ”Πως θα σωθούμε”; // Πόσες φορές δεν πολέμησα / Τα κύματα κείνη τη μέρα / Σ’ άρπαξαν μακριά μου / Πρόλαβα και σε φώναξα / ”Χαρά μου Χαρά μου” / Σε είδα σε είδα / Δεν έχω τίποτα άλλο να δω”.[3]
Το αντικείμενο του πόθου φεύγει μακριά, απομακρύνεται, ο ποιητής-υποκείμενο παρατηρεί τα πάντα. Ο έρωτας προκύπτει ως απώλεια σώματος του άλλου, ως ”κεραυνός και ωκεανός” αισθημάτων που κατακλύζουν το νου, ως ποίηση θα λέγαμε που σχηματοποιεί τη δράση ή τη μη δράση του έρωτα. Σ’ αυτόν το χώρο, η αλαζονεία αίρεται, χωρά πλέον μόνο ένα μακρινό βλέμμα, το ταξίδι των ερωτευμένων σωμάτων, ο ηλεκτρισμός, το βήμα προς την πτώση, η απόκριση, ο έρωτας που αξίζει προστασίας. Ο ποιητής καλεί τη ”χαρά του” όπως καλεί τη ”λύπη του”.
Η ποίηση του γίνεται ”φωλιά”, ο χώρος που στεγάζει τον έρωτα, την απουσία και την εμπειρία της σάρκας, ο χώρος που εκλογικεύει και κανονικοποιεί τον ίδιο το θάνατο. Στο χώρο της ποίησης, ο θάνατος στέκει ολόρθος και γυμνός, είναι η ίδια η απουσία πλέον του ερωτικού βιώματος, που συνιστά έναν έμμεσο θάνατο. Ο ποιητής πλάθει το δικό του ιδανικό, το δικό του ιδεώδες, επαναφέρει στο λόγο τα σκιρτήματα της μνήμης και της πρώτης παρατήρησης κι επαφής. Τίποτα δεν χάνεται, τίποτα δεν μέλει να χαθεί, τη στιγμή που τα κάθε φορά ταγμένα της ποίησης, ταξινομούνται ως όροι ανανοηματοδότησης του ατομικού-κοινωνικού βίου, εκεί όπου ”Απ’ τις χαρές πρώτος να φεύγεις μάτια μου / Κι από τις λύπες πρώτος”. [4]
Η μετάβαση στην ποιητική σειρά ”Δάφνε Πόταμε”, ακολουθεί την αλληλουχία των χαρακτηριστικών που πλέον προσλαμβάνει η μεταπολιτευτική ποίηση του Ηλία Τσέχου. Εδώ διαφαίνεται το μεγάλο πεδίο της ιστορίας και της ταύτισης της με τη μνήμη της πατρογονικής γης, με το νόστο μιας ζωής συμπεριληπτικής. Ένας ποιητής εξιστορεί και αφηγείται, λειτουργεί ως ιστορικός του συγκεκριμένου και του μερικού, του τμηματικού και του σταδιακού. Στα φερτά υλικά του δικού του ποταμού, προσλαμβάνει και την απεύθυνση στη μνήμη, την απόπειρα μίας δοκιμιακής συγγραφής, που ενώ είναι ποιητική, δύναται να συγκροτηθεί και από την προφορική αφήγηση. Η ιστορικότητα του παρελθόντος διαπερνά και διαμορφώνει το έργο του.
”Έτυχε να ‘χάμε αέρα πολύ / Ξερίζωνε τις αμαρτίες και τις μέρες τους / Έκανε τα όνειρα ήχους / Κι έδιωχνε μακριά τις προκηρύξεις // Δυσκόλευε η καλλιέργεια / Ο πατέρας στα βουνά του εμφύλιου / Η μάνα έπαιρνε να οργώσει / Να φροντίσει τα γεννήματα / Το κοπάδι / Άγριο κυνηγητό / Κλαψάρες οι αδερφές / ‘Ημουν κι εγώ ο μικρότερος // Έτυχε να ‘χάμε αέρα πολύ / Και χώρα μικρή μικρή / Σαν κάστανο στα κάρβουνα με συνείδηση / Έτυχε να ‘μαστε η νέα γενιά / Και η προσπάθεια τεράστια πλάι /Όλα στο πλάι // Μάνα λεβέντισα μ΄έτυχε / Σαν η Ελλάδα / Μάνα λεβέντισσα έτυχε η μάνα μου”.[5]
Το ποίημα είναι συγκλονιστικό στην απλότητα του, αφηγηματικό στον πυρήνα του, αυξανόμενης έντασης, ”χαμηλό” στον πόνο του, βαθιά ιστορικό στο εύρος. Οι φιγούρες του πατέρα και της μητέρας (πανταχού παρούσα στο έργο του) παρελαύνουν, όπως παρελαύνει και η ιστορία μιας χώρας, η ιστορία του πλήθους των ηττημένων. Ο Ηλίας Τσέχος φέρει αυτά τα θραύσματα της μνήμης μπροστά στον αναγνώστη, παρεμβαίνει στο πεδίο της ιστορίας, συνθέτει το μερικό με το καθολικό διαμέσου της ποίησης. Στα διάκενα του χρόνου, στο πεδίο της ήττας και της καταστροφής, ξεπροβάλλει η ποιητική τέχνη, του τότε και του τώρα, η ποίηση που προσδιορίζεται ολικά από τον χώρο της πατρογονικής γης κι από το χρόνο της ρήξης.
Και ακριβώς μέσα σε αυτά τα διάκενα χωρά η μορφή της μάνας, σύμβολο και ιερό τοτέμ, πρόσωπο ιδεατό και αντανάκλαση της ιδανικής Ελλάδας, της Ελλάδας του πλήθους, των αναγκών, των μεγάλων προσδοκιών, της ποίησης. Η μάνα είναι η αρχέγονη φιγούρα του κόσμου, η πρώτη και η τελευταία επαφή με αυτό που ορίζεται ως οντολογία της ύπαρξης. Στο συγκεκριμένο ποίημα, ο εμφύλιος νοείται ως απώλεια του χώρου, ως απώλεια της ιεραρχικής πατρικής φιγούρας, ως θεμελιώδης αναγκαιότητα προσδιορισμού ταυτότητας.
Η αριστερή ταυτότητα προκύπτει ως απάντηση στην ”Ιστορία” των νικητών. Η ώσμωση ιστορίας και ποίησης λαμβάνει χώρα έντονα και καθημερινά, προσδίδοντας στην τέχνη της ποιήσεως, στο λόγο του ποιητή, χαρακτηριστικά μαρτυρίας και αφήγησης των περασμένων, που οδηγούν στο παρόν. Η ποίηση του Ηλία Τσέχου λειτουργεί και ως ιστορικός οδοδείκτης, μικρό εγχειρίδιο βιωμένης ιστορίας των ”από κάτω”, ως θέαση της πληγής, ως λυτρωτική παρηγοριά του ηττημένου.
Στα πολλά ”Ανθέμια”, η ποίηση του είναι ολική, δομικό στοιχείο της δικής του φωνής. Και διαθέτει ένα χαρακτηριστικό η ποίηση του που την καθιστά διαχρονική. Κι αυτό το χαρακτηριστικό είναι ότι ”δανείζει” τη φωνή του, τη δική του φωνή, στους άλλους, τη στιγμή που παρακολουθεί τις ζωές τους, ανταλλάσσοντας την ιερή μάσκα της ποίησης, με τα μεγάλα τους πάθη. ”Σιγανά σιγανά / Παραδίδω το ψέμα / Θα παραδώσω και τι αγαπώ στη βεβαίωση / Ότι θα μείνει / Άξιο είναι // Εσένα Ελένη Κ. / Εσένα Ριχάρδε / Εσένα Αθήνα ή Αθηνά / Της Ρωμιοσύνης ποιητή εσένα / Εσένα Μυρτώ στη γνωριμία μας τίμια / Εσάς ανόμαστα / Που ήθελα τη σιωπή σας / Σε τούτο το ποίημα”.[7]
Όλες οι οικίες μορφές, οι γνωστές στον ποιητή φιγούρες είναι εδώ. Η Ελένη Κ, ο Ριχάρδος, η Αθήνα ή Αθηνά, ο δικός μας ποιητής της Ρωμιοσύνης, ο ”απαρηγόρητος παρηγορητής του κόσμου”, ο Γιάννης Ρίτσος, λιθοσχέδιο του οποίου κοσμεί το εξώφυλλο της ποιητικής συλλογής ”Ανθέμια”. Η δική τους σιωπηλή φωνή συνθέτει τούτο το μικρό ποίημα, είναι οι δικές τους αγωνίες και τα δικά τους αποτυπώματα που ”μιλούν” μέσω του ποιητή. Όλα θα καούν μπροστά στις μεγάλες και διευρυμένες ανάγκες που φέρει ο ποιητικός λόγος, ο έξοχα αναπαριστάμενος εδώ, ως επικοινωνία με τις μορφές που ξεπροβάλλουν από το χρόνο, ξεπροβάλλουν από το μύθο και γίνονται απτή πραγματικότητα, όπως ο Γιάννης Ρίτσος.
H αναπαραστατική λειτουργία της ποίησης έγκειται στη διαμόρφωση ενός λιτού, φυσικού χώρου, όπως πράττει ο Ηλίας Τσέχος: ένα λιτό σκηνικό αρκεί, καθώς και οι ανθρώπινες παρουσίες. Μέσα σε αυτό το ”ά-χρονο-χρονικό” σκηνικό, σε αυτό το μικροπεριβάλλον, ο ποιητής αναπαριστά την ομιλία, τις αντιφάσεις, την αμφισημία, την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα. Με εργαλείο την ποίηση, οι προσκεκλημένοι εξομολογούνται διαρκώς, καταρρίπτουν τους μύθους της φθοράς και της παρακμής, ενώ είναι ο ποιητής που έχει την εξής αποστολή: να διατηρήσει ακέραιες τις μορφές τους, χαραγμένες μόνο με ποίηση. Τίποτα άλλο δεν είναι απαραίτητο. Στα ”Ανθέμια” του, ο κάθε φορά ποιητής, αναπαριστά τις μύχιες και ανομολόγητες στοχεύσεις, τα παρόντα ”Πάθη που Φοράς”.
”Τώρα τραβώ για τη δουλειά μου ταπεινά / Φανάρια με σταματούν / Δρόμοι γνώριμοι -πολύ πιθανόν – Οκτώμισι πρωί / Πειράματα εμείς / Κλειδιά πόρτες / Καταραμένος οργασμός / Και να το θάμα! / Μιασμένο υπαλληλίκι”.[8] Αυτός ο εργάτης της ποίησης, σωματικοποιεί τα πάθη, προχωρεί ένα βήμα πέρα από την απελπισία της ύπαρξης. Μία καθημερινότητα ενεργή, φθοροποιός, σκληρή στις πτυχώσεις της, που ενεργοποιεί τον ενεστώτα του βίου. Σε αυτό το πεδίο «χωρούν» όλα: ταπεινά φανάρια, κλειδιά-πόρτες, καταραμένοι οργασμοί, σωματική και ψυχική φθορά της εργασίας. Πραγματικά, σε αυτό το πλαίσιο ανακύπτει το οξυγόνο που προσφέρει η ποίηση, η οποία διατρέχει την ανολοκλήρωτη πορεία, τη μερική πράξη.
Το συμβάν που επέρχεται και επενεργεί ως λόγος, ανατρέπει τις νόρμες, παραληρεί διαρκώς, τονίζοντας λέξεις που προκύπτουν αυθόρμητα. Γιατί αυτό ακριβώς είναι η ποίηση του Ηλία Τσέχου: μία καθημερινή άσκηση του αυθόρμητου, μία άσκηση σώματος και ψυχής, σκέψης και μνήμης, φοριέται ως πάθος, ως κραυγή και λαχτάρα προσωπικής βελτίωσης: ”Μιασμένο υπαλληλίκι!”. Κι είναι οι ”φωνές σ’ ένα μουσείο / απρόοπτη ύλη / μύθοι σγουροί” και το ”Διώροφο μέλλον”, που οδηγούν με ασφάλεια στο ποιητικό αγκυροβόλιο του «κρισιακού» σήμερα. Ας δώσουμε το λόγο στον ποιητή:
”Αναβοσβήνουν στα ποιήματα λέξεις / Μπορεί να ΄σαι μια λέξη / Πληθυντικός αριθμός”.[9]. Το ένα των πάντων και οι πολλοί του ενός, της μίας λέξης, του ενός νοήματος. Η ποίηση του Ηλία Τσέχου, έτσι όπως προκύπτει και αποκρυσταλλώνεται, είναι πληθυντική, ποίηση που λειτουργεί ως κόμβος μετασχηματισμού ατομικής μονάδας σε συλλογικότητα, του ενεστώτα σε αόριστη διάρκεια στο χώρο και στο χρόνο. Οι εννοιολογήσεις, οι ταξινομήσεις και οι διαφοροποιήσεις αίρονται και αναπλάθονται στο πεδίο μίας γειωμένης διακειμενικότητας και διαπροσωπικής επαφής με την τέχνη των ανθρώπων, σε όλες τις πτυχές.
”Αναβοσβήνουν οι λέξεις”, μορφοποιούνται, προσλαμβάνουν τη μορφή του καιρού τους, τη μορφή μέσω της οποίας ο ποιητής εισβάλλει ορμητικά στο γίγνεσθαι κι ο Ηλίας Τσέχος γνωρίζει τι σημαίνει σκίρτημα του νου, ”μύθοι σγουροί” του χρόνου και ακρωτηριασμένης και τρεμάμενης φωνής που ψελλίζει και ζει με ποίηση του μέλλοντος καιρού: ”Μαθαίνω μ αγαπούσες / Χίλια καντήλια ανάβοντας / Σε τετρακόσες εκκλησιές που περνούσες /
Μύριζε λάδι το νησί // Έστω κι αν σε θωπεύουν άλλου χέρια / -Αμάραντος Αμάραντος – / Μαθαίνω δε λησμονήθηκα // Θυμήθηκα το χρώμα των μαλλιών σου / Τις αποστάσεις απ’ τα στήθια σου στην ήβη / Διάβαζα λάμψεις επιθυμιών / Αιώνες /Συνάντηση μαντεύω ορίων /Θίγοντας μνήμες / Μνημοσύνη”.[10]
Σ’ αυτό το ποίημα ανακύπτει ακριβώς η αυτοτέλεια της ποίησης του Ηλία Τσέχου, η πάντα παρούσα στο εγκιβωτισμένο παρόν της, στο άδηλο αλλά συναρπαστικό μέλλον της, η υποστασιοποίηση πορείας. Το ποιητικό έργο του Ημαθιώτη ποιητή, δύναται να διαβαστεί ως η μακραίωνη ιστορία της μεταπολιτευτικής θέσμισης, με τους αγώνες της, τα επίδικα της, την αριστερά ως μύθο-πρόταγμα, την πολιτικοποίηση της, το παρόν και το μέλλον της, τον ερωτισμό της ως απελευθέρωση των σωμάτων πριν την σαρκική πράξη. Το ”Διώροφο μέλλον’” είναι στοχαστικό, γήινο και καθημερινό. Η μεταγενέστερη σιωπή του ποιητή είναι η σιωπή που αφουγκράζεται, που ανταποκρίνεται στα κελεύσματα, ώστε την κατάλληλη στιγμή, να κορυφωθεί και να ξεσπάσει σε έναν αστερισμό λέξεων, που τέμνουν την βαθιά οικονομική κρίση.
Η σιωπή και η ένταση της ποίησης προσδιορίζουν την περίοδο της παύσης, με το ”Διώροφο μέλλον” να προετοιμάζει, ως ολοκληρωμένο έργο, για αυτό που θα επακολουθήσει χρόνια αργότερα. Το ποιητικό σύμπαν του Ηλία Τσέχου μιλά με τη φωνή των πολλών, με τα προσωπεία των αρχαίων ηθοποιών, της ακινησίας και της φθοράς, με το αντηχείο της βουβής ενατένισης των ανθρώπινων πραγμάτων, που δεν ξεσπά σε λυγμούς, παρά μόνον υιοθετεί το μη προφανές σε ποίηση.
Ο Ηλίας Τσέχος συμπυκνώνει αυτό που ο Γιάννης Ρίτσος ψηλαφίζει ως όλον: ”Εδώ η Αρχή εδώ η Ποίηση και ο Έρως / Εδώ το μάρμαρο και το αίμα και το πνεύμα / Εδώ το βλέμμα περιηγείται από τα μέσα την αρχιτεκτονική των αγαλμάτων / Εδώ το σώμα περισφίγγει την αρχιτεκτονική των ζωντανών σωμάτων / Εδώ οι ωραίοι νεκροί μπορούν να κοιμηθούν μέσα στον ύπνο δικαιωμένοι”.[11]
[1] Βλ. σχετικά, Τσέχος Ηλίας, ”Η Ώρα”, ποιητική συλλογή ”Ταγμένα”, Τρίτη Έκδοση, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1982, σελ. 9.
[2] Βλέπε σχετικά, ”Το τοπίο”ό.π, σελ. 40.
[3] Βλέπε σχετικά, Τσέχος Ηλίας, ”ΧΑΡΑ ΜΟΥ ΧΑΡΑ ΜΟΥ”, ποιητική συλλογή ”Ταγμένα”, Ελληνική ποίηση, Αθήνα, 1980, σελ. 19.
[4] Βλέπε σχετικά, Τσέχος Ηλίας, Επίγραμμα…ό.π, σελ. 7.
[5] Βλέπε σχετικά, Τσέχος Ηλίας, ”Απόσπασμα”, ποιητική συλλογή, ”Δάφνε Πόταμε”, Διογένης, Αθήνα, 1981, σελ. 30-31.
[6] Βλέπε σχετικά, Τσέχος Ηλίας, Επίγραμμα…ό.π, σελ. 14.
[7] Βλέπε σχετικά, Τσέχος Ηλίας, ”Παράδοση”, ποιητική συλλογή ”Ανθέμια”, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1982, σελ. 19.
[8] Βλέπε σχετικά, Τσέχος Ηλίας, ”Φανερός”, ποιητική συλλογή ”Τα πάθη που φοράς”, Εκδόσεις Θεωρία, Αθήνα, 1983, σελ.11.
[9] Βλέπε σχετικά, Τσέχος Ηλίας, ”Φωνές σ’ ένα μουσείο-απρόοπτη ύλη-μύθοι σγουροί”, Εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα, 1985, σελ. 7.
[10] Βλέπε σχετικά, Τσέχος Ηλίας, ”Μια του έρωτα”, ποιητική συλλογή, ”Διώροφο μέλλον”, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1988, σελ. 7.
[11] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ”Αγιασθήτω”, ποιήματα Η΄, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1999, σελ. 238.