Η Χριστιάνα Λαβίδα, που έγινε γνωστή με το μικρό της όνομα, γεννήθηκε στην Αθήνα 26 Φλεβάρη του 1953
Το επώνυμο της ήταν Λαβίδα και ήταν αδελφή της επίσης τραγουδίστριας Βασιλικής Λαβίνα, συζύγου του συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλου και εξαδέλφη της Ελένης Βιτάλη κόρης του συνθέτη Τάκη Λαβίδα. Ήταν παντρεμένη με τον πρώην βουλευτή και νομάρχη Αιτωλοακαρνανίας Δημήτρη Σταμάτη με τον οποίον είχε αποκτήσει δυο παιδιά.
Συνεργάστηκε με σπουδαίους καλλιτέχνες και δημιουργούς.
Η Χριστιάνα, μια τραγουδίστρια που είχε αφήσει εποχή με την καταπληκτική φωνή της, την εντυπωσιακή εμφάνισή της, το ερμηνευτικό της στυλ τις δεκαετίες ’70 και ’80 ήταν μια καλλιτέχνιδα που έλαμψε όχι μόνο λόγω του ταλέντου της αλλά και λόγω της προσωπικότητά της και του καλλιτεχνικού της ήθους.
Η τραγουδίστρια με τα γαλαζοπράσινα μάτια και τη ζεστή φωνή, η οποία ζήτησε «Φώτα κι άλλα φώτα» το 1979, που πρώτη έφερε το σόου στη νυχτερινή Αθήνα κι άφησε εποχή με την εντυπωσιακή εμφάνισή της και το ερμηνευτικό στιλ της τις δεκαετίες ’70 και ’80, ζούσε βυθισμένη στο σκοτάδι της μνήμης της.
Η Χριστιάνα, στη δισκογραφία της οποίας περιλαμβάνονται μεγάλες επιτυχίες όπως τα τραγούδια «Τα Κύθηρα ποτέ δεν θα τα βρούμε», «Τα μάτια σου», «Τι να μας κάνει η νύχτα», «Σαριμπιντάμ», «Η νύχτα θέλει», «Έβγα, τελάλη μου», «Χόρεψε με ένα ταγκό», «Μίλα μου» (με το Δάκη) και βέβαια το περίφημο «Τελειώσαμε λοιπόν», απείχε από τη δημοσιότητα τα τελευταία χρόνια, καθώς είχε χαθεί εξαιτίας του Αλτσχάιμερ. Λέγεται μάλιστα ότι η αγαπημένη τραγουδίστρια ανέβαινε μεγάλο γολγοθά, αφού η νόσος βρίσκεται -δυστυχώς- σε προχωρημένο στάδιο.
«Εδώ και πολύ καιρό η Χριστιάνα έχει εξαφανιστεί από όλους μας και δεν απαντάει στα τηλέφωνα» λέει στην «Espresso» παλιός συνάδελφος της τραγουδίστριας και προσθέτει ότι έχει πολύ καιρό να τη δει και να την ακούσει από κοντά, ενώ σε όσους έχει απευθυνθεί για να μάθει νέα της παίρνει πάντα την ίδια απάντηση: «Η Χριστιάνα δεν μπορεί να επικοινωνήσει με κανέναν από τους παλιούς φίλους και συναδέλφους της, λόγω του σοβαρού προβλήματος που αντιμετωπίζει». Σύμφωνα με έγκυρες πηγές μας, στο πλευρό της όλο το διάστημα του μαρτυρίου που ζει η Χριστιάνα βρίσκεται ο πρώην σύζυγός της Δημήτρης Γ. Σταμάτης (που στο παρελθόν είχε διατελέσει νομάρχης Αιτωλοακαρνανίας αλλά και βουλευτής της Ν.Δ.) και φυσικά τα δύο παιδιά τους, τα οποία τη στηρίζουν και της συμπαραστέκονται με κάθε τρόπο.
Όλη η καριέρα της χαρακτηρίζεται από πρωτοποριακές, για την εποχή τους, επιλογές, είτε αφορά τους χώρους όπου εμφανίστηκε είτε τα δισκογραφικά της. Με δύο λόγια, της άρεσε να δοκιμάζει πολλές και διαφορετικές τάσεις, γι’ αυτό και, όπως έχει πει η ίδια σε συνέντευξή της, «είχα πάντα την πολυτέλεια να διαλέγω αυτό που ήθελα στα τραγούδια μου, και όχι μόνο, και να μη βάζω νερό στο κρασί μου». Ετσι ερμήνευσε τραγούδια κλασικών συνθετών όπως είναι ο Απόστολος Κλαδάρας, ο Γιώργος Κατσαρός, ο Θανάσης Πολυκανδριώτης, ενώ ήταν από τις πρώτες τραγουδίστριες που είπαν «ναι» στην… αιρετική μουσική γοητεία του Σταμάτη Κραουνάκη, ερμηνεύοντας το 1982 τον «ψαγμένο» δίσκο του «Σαριμπιντάμ, θα πει τρελαίνομαι», σε στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου. Επίσης το 1994, πάντα αναζητώντας νέους ταλαντούχους δημιουργούς, κυκλοφόρησε τον δίσκο «Φύλλο και φτερό», που υπέγραψαν οι δύο νέοι τότε δημιουργοί Γιώργος Κρητικός (στον στίχο) και Νίκος Παραστατίδης (στη μουσική).
Όσον αφορά τις live εμφανίσεις της, να σημειώσουμε ότι το 1980, στο απόγειο της δόξας της, άφησε τις ανέμελες πίστες της παραλίας με τις φωτεινές μαρκίζες για να πάει να τραγουδήσει στον «ναό του Γιώργου Μαρίνου», τη θρυλική «Μέδουσα», αλλά και σε ένα music hall τύπου γαλλικό καμπαρέ, το «Νοτούρνο», μαζί με την «ιέρεια του τραγουδιού» Καίτη Μπελίντα.
Η Χριστιάνα, με το αλά γκαρσόν μαλλί και το στιλάτο ντύσιμο, είναι η πρώτη τραγουδίστρια που έκανε σόου στην πίστα, αφού το 1976 πήρε την απόφαση να εκφράζεται και με το κορμί της. Γι’ αυτό έφερε στην Ελλάδα αξιόλογους ξένους χορογράφους και χορευτές, ώστε να στήσουν και να συμμετάσχουν στο πρόγραμμά της. Η ίδια ήταν λίγο απόμακρη (ή αν θέλετε επιλεκτική) προς τα media λόγω της αφοσίωσής της στη δουλειά της αλλά και κατόπιν στην οικογένειά της.
Γράφει ο Γιώργος Σταμάτης για τη μητέρα του:
«Σχετικά με τη μητέρα μου, την απόσυρσή της, και τους ασθενείς με άνοια. Η μητέρα μου δεν έδινε μεγάλη σημασία η ίδια στην καριέρα της, όχι πως δεν αγαπούσε το τραγούδι, αλλά δεν ένιωθε ότι αυτό ήταν ο σκοπός στη ζωή της. Έτσι όταν αποσύρθηκε το έκανε με μεγάλη προθυμία. Ταυτόχρονα έδινε πολύ βάση στην καλλιέργεια της και στην οικογένειά της, και από τη στιγμή που γεννήθηκα εγώ, που είμαι και ο μεγαλύτερος, δε θυμάμαι τη μητέρα μου σαν καλλιτέχνη πάρα μόνο σαν επαγγελματία μητέρα που αργά τα βράδια , αφού κοιμόμασταν, διάβαζε τα βιβλία της και άκουγε ηχογραφημένες απαγγελίες ποιημάτων. Παρόλα αυτά, οι άνθρωποι που την αγαπούν είναι πάρα πολλοί σε σημείο που δυσκολευόμαστε σαν οικογένεια να διαχειριστούμε τη συνεχή εκδήλωση ενδιαφέροντος και τις ερωτήσεις όλα αυτά τα χρόνια από τόσο κόσμο,που πάντα ρωτάει με καλή πρόθεση, παράλληλα με την κατάσταση της υγείας της. Αν κάτι ήθελε πολύ η μαμά αφού σταμάτησε να τραγουδάει ήταν να είναι μακριά η προσωπική της ζωή από τη δημοσιότητα, το οποίο δυστυχώς λόγω του επαγγέλματος και της «τραγικότητας» της ασθένειάς της δε συνέβη. Η σιγή ασυρμάτου από την πλευρά μας είναι επιθυμία της. Επειδή όμως η σιωπή μας είχε ως αποτέλεσμα να περάσουν ασχολίαστοι μελοδραματικοί χαρακτηρισμοί όπως ότι οι ανοϊκοί ζουν στο σκοτάδι, ξεχασμένοι και μόνοι νιώθω ότι πρέπει να πω τα εξής: Για την ουσία: Η άνοια είναι μια σκληρή ασθένεια για όλους, και για τον άρρωστο άλλα και για τους ανθρώπους γύρω του. Πέρα από την συναισθηματική και την πρακτική δυσκολία ώστε να διασφαλίζεται η αυτονομία, η ασφάλεια και η ψυχική γαλήνη του ανοϊκού, υπάρχει και το υπαρξιακό κομμάτι του τι είναι ο εαυτός μας, τι μας κάνει να είμαστε εμείς, και άλλες τέτοιες δύσκολες ερωτήσεις. Χρειάζεται αντοχή. Την οποία όμως διαθέτουμε οι άνθρωποι. Και χρειάζεται και να αναγνωρίζεις τί είναι ουσιαστικό και τι ανούσιο για τον άνθρωπο που βοηθάς. Οι αρρώστιες συνήθως είναι έξω από τον έλεγχο μας, αν θα μας συμβούν ή όχι. Δε βοηθάει να καθόμαστε με σταυρωμένα χέρια όταν συμβεί το κακό και να παραλύουμε από τη μοιρολατρία. Πρέπει όσο μπορούμε να δουλεύουμε για να βοηθάμε εμάς και τους συνανθρώπους μας, να βγάζουμε από μέσα μας την αγάπη μας για τη μητέρα, το γείτονα ή το συνάνθρωπο μας. Οι ασθενείς με άνοια μπορούν να ζήσουν μέσα σε αγάπη και φροντίδα, όλοι μπορούμε. Όπως ζει και η μητέρα μου».
Απεβίωσε στις 28 Νοέμβρη 2021.
“Τελειώσαμε λοιπόν” αγαπητή Χριστιάνα… Εμείς θα σε θυμόμαστε από τα τραγούδια σου…
