Τη χρήση μάσκας σε κλειστούς χώρους, όπως αεροπλάνα και πλοία, συνέστησε μεταξύ άλλων ο καθηγητής και πρόεδρος της Εταιρείας Λοιμώξεων, Νίκος Σύψας
με αφορμή τα κρούσματα χανταϊού που έχουν καταγραφεί στο κρουαζιερόπλοιο MV Hondius, το οποίο έχει βρεθεί στο επίκεντρο διεθνούς ανησυχίας.
Μιλώντας στον ΣΚΑΪ το πρωί της Παρασκευής, ο καθηγητής συνέστησε το συγκεκριμένο μέτρο ως ένα πρόσθετο προληπτικό μέτρο, ειδικά σε συνθήκες αυξημένης επιδημιολογικής επιτήρησης.
Ο καθηγητής σημείωσε ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχει ειδική θεραπεία ή εμβόλιο για τον χανταϊό, γεγονός που καθιστά κρίσιμη την πρόληψη και την έγκαιρη απομόνωση των κρουσμάτων.
Παράλληλα, αναφέρθηκε σε ερευνητικές προσπάθειες ανάπτυξης εμβολίου από πανεπιστήμια του εξωτερικού, οι οποίες βρίσκονται σε προκλινικό στάδιο και έχουν δείξει ενθαρρυντικά αποτελέσματα σε εργαστηριακές δοκιμές.
Ο Νίκος Σύψας υπογράμμισε ότι πρόκειται για γνωστό ιό και όχι για νέο παθογόνο, εξηγώντας πως η τρέχουσα κατάσταση αφορά περιορισμένη συρροή περιστατικών σε συγκεκριμένο περιβάλλον.
«Δεν είμαστε μπροστά σε νέα πανδημία. Έχουμε μια συρροή κρουσμάτων και όχι κάτι που εξαπλώνεται μαζικά στον πληθυσμό. Αυτό που χρειάζεται είναι ο περιορισμός της διασποράς, ώστε να υπάρξει ένα διάστημα χωρίς νέα περιστατικά», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Όπως σημείωσε, ο ιός έχει ήδη διασπαρεί εντός του κρουαζιερόπλοιου, ωστόσο η μεταδοτικότητά του παραμένει περιορισμένη, ιδιαίτερα σε σύγκριση με ιούς όπως ο κορονοϊός.
Ο καθηγητής εξήγησε ότι οι χανταϊοί είναι γνωστοί εδώ και δεκαετίες και εντοπίζονται και στην Ελλάδα, με διαφορετικά όμως χαρακτηριστικά και χαμηλότερη θνητότητα
Ο συγκεκριμένος ιός της Λατινικής Αμερικής, όπως ανέφερε, έχει μεγαλύτερη ικανότητα μετάδοσης από άνθρωπο σε άνθρωπο σε σχέση με τα ευρωπαϊκά στελέχη, γεγονός που οδήγησε στη συγκεκριμένη συρροή.
Η μετάδοση γίνεται μόνο υπό προϋποθέσεις πολύ στενής επαφής και όχι εύκολα στον γενικό πληθυσμό. Ο ιός μπορεί να παραμείνει στον οργανισμό για 2 έως 3 εβδομάδες, διάστημα κατά το οποίο είναι πιθανή η μετάδοσή του.
Σύμφωνα με τον κ. Σύψα, η νόσος ξεκινά συνήθως με ήπια συμπτώματα που μοιάζουν με γρίπη, όπως πυρετός, πονοκέφαλος και μυαλγίες.
Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις, η νόσος μπορεί να εξελιχθεί με αιμορραγικές εκδηλώσεις, αιματουρία και σοβαρή επιβάρυνση της υγείας, που απαιτεί νοσηλεία.
Ο ίδιος τόνισε ότι η πλειονότητα των ασθενών εμφανίζει ήπια εικόνα και αναρρώνει, ωστόσο ένα ποσοστό περίπου 10% μπορεί να παρουσιάσει σοβαρή νόσο. Ο ιός της Λατινικής Αμερικής μπορεί να εμφανίζει θνητότητα έως και 30%, ενώ στην Ελλάδα τα ποσοστά είναι σημαντικά χαμηλότερα.
Πώς προλαμβάνεται η μετάδοση
Ο ιός μεταδίδεται κυρίως μέσω επαφής με περιττώματα τρωκτικών, τα οποία, όταν ξηραίνονται, μετατρέπονται σε σκόνη που μπορεί να εισπνευστεί.
«Ουσιαστικά εισπνέουμε μολυσμένη σκόνη από περιττώματα ποντικιών», ανέφερε χαρακτηριστικά ο καθηγητής, επισημαίνοντας ότι ομάδες υψηλού κινδύνου είναι άτομα που εργάζονται σε υπόγεια, αγροτικές εργασίες ή δασικές περιοχές.

Παλι βγηκαν τα βαμπιρ απο την κολαση να μας σπασουν τ’αρχιδια;Ετοιμαζουν και αλλη μπαζα πουλωντας ξανα δολοφονικα σκευασματα;Θα μας ξαναβγουν οι τσαρλατανοι της διαπλοκης να μας φοβισουν για να πλουτισουν τα αφεντικα;Εμεις φταιμε που αφησαμε ζωντανα αυτα τα απανθρωπα σκουληκια που δολοφονησαν 20κ συνανθρωπους και συνεχιζουν.