Η έννοια του έμφυτου αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις πυλώνες της αρχαιοελληνικής σκέψης.
Ετυμολογικά η λέξη «έμφυτος» προέρχεται από την πρόθεση εν και το ρήμα φύω (φυτρώνω, γεννιέμαι, αναπτύσσομαι). Δηλώνει αυτό που είναι εγγενές, αυτό που υπάρχει εκ γενετής στη φύση ενός όντος και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της βιολογικής ή πνευματικής του σύστασης.
Απο το arxaiaellinika.gr
Ιστορικά και βιβλιογραφικά, ο όρος αντιδιαστέλλεται προς το «επίκτητον» (αυτό που αποκτάται εξωτερικά) ή το «διδακτόν» (αυτό που μαθαίνεται). Στην αρχαία γραμματεία, η έννοια ταξιδεύει από την Ιατρική (ως βιολογική ζωτική δύναμη) έως την Οντολογία και την Ηθική (ως εγγενής γνώση, έρως ή αρετή).
1. Η Ιατρική Παράδοση: Το «Έμφυτον Θερμόν»
Η πρώτη και πιο καθοριστική χρήση του όρου συναντάται στην Ιπποκρατική Ιατρική. Εκεί, το «έμφυτον θερμόν» (innate heat) ορίζεται ως η πρωταρχική ζωτική δύναμη, η εσωτερική φωτιά που συντηρεί τη ζωή, καθοδηγεί την πέψη (ως φυσική «έψηση» της τροφής) και ελέγχει την ανάπτυξη του οργανισμού.
Ο Ιπποκράτης στους Αφορισμούς του διατυπώνει έναν από τους διασημότερους ιατρικούς κανόνες της αρχαιότητας, συνδέοντας την ανάπτυξη της νεότητας με την υπερεπάρκεια αυτής της έμφυτης θερμότητας:
Ιπποκράτης, Αφορισμοί (Τμήμα 1, Αφορισμός 14): «Τά αυξανόμενα πλειστον έχει τό έμφυτον θερμόν· πλείστης ουν δειται τροφης· ει δέ μή, τό σωμα αναλίσκεται. Τοισι δέ γέρουσιν ολίγον τό θερμόν· διά τουτο άρα ολίγων υπεκκαυμάτων δέονται·»
(Μετάφραση: Οι οργανισμοί που αναπτύσσονται [οι νέοι] διαθέτουν το περισσότερο έμφυτο θερμό· γι’ αυτό χρειάζονται πάρα πολλή τροφή· ειδάλλως, το σώμα αναλώνεται. Στους γέροντες όμως η θερμότητα είναι λίγη· γι’ αυτό χρειάζονται λίγα καύσιμα [τροφή].)
Ο Γαληνός, αιώνες αργότερα, θα βασίσει ολόκληρη τη φυσιολογία του στο έμφυτον θερμόν (το οποίο εδρεύει στην καρδιά) και στο έμφυτον πνευμα, τα οποία θεωρεί τις θεμελιώδεις αρχές της ζωικότητας.
2. Ο Πλάτων: Ο Έμφυτος Έρως και η Εγγενής Γνώση
Στη φιλοσοφία του Πλάτωνα, το «έμφυτο» λαμβάνει ψυχολογικές και οντολογικές διαστάσεις. Το πλέον χαρακτηριστικό απόσπασμα εντοπίζεται στο Συμπόσιο, στον περίφημο μύθο του Αριστοφάνη για τα Ανδρόγυνα. Ο Πλάτων εξηγεί τον Έρωτα όχι ως μια επίκτητη επιθυμία, αλλά ως μια βαθιά, έμφυτη ορμή για την αποκατάσταση της αρχέγονης ολότητας του ανθρώπου, η οποία διεκόπη όταν ο Δίας χώρισε τους ανθρώπους στη μέση.
Πλάτων, Συμπόσιον (191d): «Έστι δή ουν εκ τόσου ο έρως έμφυτος αλλήλων τοις ανθρώποις καί της αρχαίας φύσεως συναγωγεύς καί επιχειρων ποιησαι έν εκ δυοιν καί ιάσασθαι τήν φύσιν τήν ανθρωπίνην.»
(Μετάφραση: Από τόσο παλιά λοιπόν είναι ο έρωτας έμφυτος στους ανθρώπους του ενός για τον άλλον, αυτός που συγκεντρώνει τα στοιχεία της αρχαίας μας φύσης και επιχειρεί να κάνει τα δύο ένα και να θεραπεύσει την ανθρώπινη φύση.)
Παράλληλα, αν και ο Πλάτων δεν χρησιμοποιεί πάντα τη λέξη «έμφυτος» στον Μένωνα ή τον Φαίδωνα, η Θεωρία της Ανάμνησης περιγράφει ακριβώς τη διαδικασία της έμφυτης γνώσης (Innate Knowledge). Οι ιδέες δεν διδάσκονται από το μηδέν, αλλά ενυπάρχουν εκ γενετής στην αθάνατη ψυχή («ενουσαι αληθεις δόξαι»).
3. Αριστοτέλης: Έμφυτες Τάσεις και Ηθική Προδιάθεση
Ο Αριστοτέλης προσεγγίζει το «έμφυτο» με αυστηρότερο αναλυτικό πνεύμα. Ενώ στα βιολογικά του έργα (Περί Νεότητος καί Γήρως, Περί Αναπνοης) υιοθετεί την ιατρική έννοια του «συμφύτου» ή «εμφύτου θερμου», στο πεδίο της Ηθικής και της Τέχνης επικεντρώνεται στις έμφυτες τάσεις/ορμές.
Στην Ποιητική, εξηγεί τη γέννηση της Τέχνης ως αποτέλεσμα μιας απόλυτα έμφυτης ανθρώπινης τάσης για μίμηση:
Αριστοτέλης, Ποιητική (1448b): «Τό τε γάρ μιμεισθαι σύμφυτον τοις ανθρώποις εκ παίδων εστί… καί τό χαίρειν τοις μιμήμασι πάντας.» (Μετάφραση: Διότι το να μιμούνται είναι έμφυτο [σύμφυτο] στους ανθρώπους από την παιδική τους ηλικία… όπως και το ότι όλοι αντλούν χαρά από τα μιμήματα.)
Ωστόσο, στα Ηθικά Νικομάχεια, ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει ότι οι ηθικές αρετές δεν είναι έμφυτες. Αυτό που είναι έμφυτο είναι μόνο η δυνατότητά μας να τις δεχτούμε. Η αρετή απαιτεί τον εθισμό (συνήθεια).
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια (1103a): «Ούτ’ άρα φύσει ούτε παρά φύσιν εγγίνονται αι αρεταί, αλλά πεφυκόσι μέν ημιν δέξασθαι αυτάς, τελειουμένοις δέ διά του έθους.» (Μετάφραση: Οι αρετές, συνεπώς, δεν γεννιούνται μέσα μας ούτε εκ φύσεως ούτε παρά φύσιν, αλλά από τη φύση μας έχουμε την έμφυτη ικανότητα να τις δεχθούμε, και τελειοποιούμαστε μέσω της συνήθειας [του εθισμού].)
4. Η Στωική Φιλοσοφία: Οι «Έμφυτοι Προλήψεις»
Η απόλυτη κορύφωση της έννοιας του «έμφυτου» στον χώρο της γνωσιολογίας ανήκει στους Στωικούς (Ζήνων, Χρύσιππος). Οι Στωικοί εισάγουν τον όρο «έμφυτοι προλήψεις» (innate preconceptions) ή «κοιναί έννοιαι».
Σύμφωνα με τη στωική βιβλιογραφία (όπως διασώζεται από τον Διογένη Λαέρτιο και τον Πλούταρχο), ο άνθρωπος γεννιέται με έναν νου που είναι σαν άγραφος χάρτης (tabula rasa), ωστόσο η ίδια η λειτουργία του Λόγου, καθώς αναπτύσσεται φυσιολογικά, δημιουργεί αυτομάτως κάποιες έμφυτες ιδέες — καθολικές αλήθειες για το Καλό, το Κακό και το Θείο, οι οποίες δεν χρειάζονται διδασκαλία για να γίνουν αντιληπτές.
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων (Βιβλίο Ζ’, 54 – Αναφορά στη Στωική επιστημολογία): «Των δ’ εννοιων αι μέν φυσικως γίνονται κατά τούς ειρημένους τρόπους καί ανεπιτεχνήτως, αι δ’ ήδη δι’ ημετέρας διδασκαλίας καί επιμελείας· αυται μέν ουν έννοιαι καλουνται μόνον, εκειναι δέ καί προλήψεις.» (Μετάφραση: Από τις έννοιες, κάποιες γεννιούνται με φυσικό τρόπο… και χωρίς τέχνη, ενώ άλλες μέσω της δικής μας διδασκαλίας και επιμέλειας. Αυτές λοιπόν οι δεύτερες ονομάζονται απλώς έννοιες, ενώ οι πρώτες [οι φυσικές/έμφυτες] ονομάζονται προλήψεις.)
Αυτή η στωική ιδέα περί «έμφυτων προλήψεων του δικαίου» αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο πάνω στον οποίο χτίστηκε αργότερα το Ρωμαϊκό Δίκαιο (Jus Naturale / Φυσικό Δίκαιο).
