Ο Τραϊανός Δέλλας συγκλόνισε και λύγισε στον επικήδειο που εκφώνησε στην κηδεία της αγαπημένης του συζύγου
«Άγγελε μου, αγάπη μου, έτσι με φώναζες, έτσι με αποκαλούσες παντού. Ο φύλακας άγγελός μου έλεγες. Στα 50 μου γενέθλια όταν ήμουν μόνος στο δωμάτιο του νοσοκομείο, όταν σε πήραν για την εντατική, λύθηκαν όλα ξαφνικά μέσα στο μυαλό μου. Εσύ ήσουν άγγελος και όχι εγώ, εσύ ήρθες στη ζωή μου για να μου μάθεις πράγματα. Πόσο μικρός ήμουν μπροστά σου, με τη δική σου επιμονή με όλα αυτά που είχες περάσει. Η ομορφιά και η λάμψη σου μόνο σε άγγελο παραπέμπουν. Αυτό είναι μία ακόμη απόδειξη ότι εσύ ήσουν άγγελος και όχι εγώ. Μου έριχνες στάχτη όλα αυτά τα χρόνια για να μην μπορώ να σε καταλάβω», ανέφερε.
Και συνέχισε:
«Όλα αυτά τα χρόνια ζήσαμε μια ζωή όπως τη φανταζόμουνα, παρά τις δυσκολίες που συναντήσαμε στο δρόμο μας. Ήμασταν μαζί, κρατώντας σφιχτά ο ένας το χέρι του άλλου.Στα εύκολα, στα δύσκολα και στα πολύ δύσκολα, δε σε εγκατέλειψα ποτέ, ούτε στιγμή.Πάντα ήσουν στο μυαλό μου και πάντα ήσουν προτεραιότητά μου. Γιατί ήσουν το μωρό μου.
Σε κάθε τράνταγμα που φώναζες, ήμουν εκεί. Μαζί σου. Ζήσαμε τις πιο όμορφες και τις πιο δύσκολες στιγμές, αλλά κι αυτές ακόμα, όταν ήμουν μαζί σου, με ένα χαμόγελό σου, όλα έσβηναν. Όλες οι όμορφες στιγμές θα γίνουν αναμνήσεις. Αλλά και τα πολύ δύσκολα μαθήματα.
Μαθήματα θάρρους, αξιοπρέπειας, δύναμης ψυχής, καλοσύνης, στωικότητας, υπομονής και άλλων πολλών αρετών που κρύβεις μέσα σου. Το “σ’ αγαπώ”, όσο κι αν το πω, είναι πολύ λίγο γι’ αυτό που αισθάνομαι για σένα. Το “ευχαριστώ” είναι πολύ μικρό γι’ αυτά που μου έδωσες.
Και η ευγνωμοσύνη μου στο Θεό, που μου χάρισε έναν από τους αγγέλους του για συντροφιά, μεγάλη. Άσχετα αν δεν κράτησε περισσότερο.
Αγάπη μου, άγγελέ μου. Κάθε φορά που έπρεπε να αντιμετωπίσουμε ένα πρόβλημα υγείας σου, σου έλεγα… “μη φοβάσαι. Θα πάρουμε μια βαθιά ανάσα, θα βουτήξουμε και θα ξαναβγούμε στην επιφάνεια”.
Και βγήκαμε… όλες τις φορές. Απλά αυτή τη φορά, κολυμπούσαμε σε ωκεανό… Αλλά και πάλι, σου είπα… “μη φοβάσαι, εγώ είμαι δίπλα σου. Εσύ μόνο κολύμπα”. Και το ’κανες. Κι εγώ… θα είμαι εδώ.
Όμως τα κύματα που μας χτυπούσαν ήταν κάθε φορά και πιο δυνατά. Και στο τελευταίο… σε έχασα από δίπλα μου.
Ξεκουράσου αγάπη μου. Γιατί κουράστηκες πάρα πολύ. Και πέτα, πέτα ψηλά. Μακριά από κάθε ασθένεια… μακριά από κάθε πόνο… μακριά από κάθε μικρότητα αυτού του κόσμου… Αλλά όπου κι αν είσαι… να ξέρεις… η αγάπη όλων μας θα σε φτάνει.
Κι ένα κομμάτι ήθελα να πω… που τ’ αφιερώνει ο ένας στον άλλον…
“Αν ήξερα πού πήγαινα να μπλέξω
και σε τι παιχνίδι άδικο να παίξω…
Αν ήξερα τι με περίμενε,
να ήσουνα σίγουρη ότι πάλι… πάλι, πάλι σε εσένα θα ’ρχόμουνα.
Πάλι και ξανά θα σε ερωτευόμουνα.
Απ’ την ίδια τη σκανδάλη δε θα φοβόμουνα…
Πως για μια φορά και πάλι… θα ξανασκοτωνόμουνα”».
Ένα μεγάλο “ευχαριστώ” που είστε όλοι εδώ. Για να είστε εδώ όλοι, έχετε κάτι μέσα σας απ’ τη Γωγώ. Κάτι σας έχει δώσει. Ένα χαμόγελο, μια συμβουλή, μια στιγμή. Να κρατήσετε αυτές τις στιγμές.
Να αγαπιέστε… επειδή μπορείτε. Εμείς θέλαμε να αγαπηθούμε περισσότερο… να αγκαλιαστούμε περισσότερο… αλλά δυστυχώς, δε μπορούσαμε. Αυτό θα ’θελα να είναι ένα μήνυμα.
Η Γωγώ ήταν μια μαχήτρια. Δε λύγισε ποτέ. Και στέκομαι τόσο μικρός μπροστά της. Σε αυτά που μας έχει μάθει… που έχει μάθει στην κόρη μας.
Αφήνει πίσω μια καταπληκτική ψυχή. Και πιστεύω ότι η Βικτώρια θα συνεχίσει το έργο που έκανε η Γωγώ. Γιατί το έργο της Γωγώς μπορεί να μη φαινόταν… μπορεί να μην το έλεγε… αλλά ήταν τεράστιο για πάρα, πάρα πολλές γυναίκες.
Δε θα πω “καλό ταξίδι”, μωρό μου… γιατί δε θα φύγεις ποτέ. Θα ’σαι μέσα μας, σε όλους μας. Ευχαριστώ πολύ για όλα».
