ΤΡΙΤΗ, 4 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2026
ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ανάβλεψη των ποιητών και η τύφλωση της πολιτείας

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Πρόσθεσε το olympia.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Η ανάβλεψη των ποιητών και η τύφλωση της πολιτείας

Απόστολος Αποστόλου

Τους είπαν προφήτες, λες και η ποίηση είναι γραφείο μετεωρολογίας και εκδίδει δελτία επικείμενης καταιγίδας. Τους φόρτωσαν το χάρισμα της προφητείας για να απαλλαγούν από την ενοχή της ακοής. Γιατί είναι ευκολότερο να λες πως κάποιος «προέβλεψε» την καταστροφή, παρά να παραδεχθείς πως σου την έδειξε κατάματα κι εσύ γύρισες αλλού το κεφάλι.

Οι ποιητές δεν μιλούσαν για το μέλλον. Μιλούσαν για το παρόν, εκείνο που οι περισσότεροι αρνούνταν να δουν. Η ανάβλεψη, αυτή η ξαφνική καθαρότητα της όρασης, δεν είναι μαντεία. Είναι η στιγμή που πέφτει το προσωπείο από το πρόσωπο της εποχής. Και τότε φαίνεται πως το αύριο έχει ήδη εγκατασταθεί μέσα στο σήμερα.

Ο Οδυσσέας Ελύτης, στη «Μαρία Νεφέλη», δεν κάνει πολιτική ανάλυση.

Ξεσκεπάζει μια κατάσταση. «Στροφή της κεφαλής αριστερά: όλα είναι σκατά. […] Στροφή της κεφαλής δεξιά: όλα είναι σκατά. /
Εις θέσιν – εν! / Συμπέρασμα κανένα. / Τους ζυγούς λύσατε. / Τα κορίτσια φιλήσατε». Η ειρωνεία του είναι αδυσώπητη. Όχι επειδή εξισώνει ιδεολογίες, αλλά επειδή δείχνει τη στιγμή όπου η διαφορά έχει απογυμνωθεί από το νόημά της. Όταν η πολιτική καταντά τελετουργία κενού, όταν οι παρατάξεις αλλάζουν πρόσωπα αλλά όχι μηχανισμούς, τότε η διάκριση γίνεται σκηνογραφία. Μένει η ίδια παράσταση, με διαφορετικά κοστούμια.

Δεν είναι αυτό, άραγε, το δράμα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας;

Εκεί όπου όλα συναιρούνται. Εκεί όπου η αντιπαράθεση γίνεται επάγγελμα και η συναίνεση μοιράζεται στα υπόγεια. Εκεί όπου οι μεγάλες λέξεις καταλήγουν σε μικρά νομίσματα συναλλαγής. Έτσι λοιπόν, η διαφορά χάνει την ισχύ της όχι επειδή συμφιλιώθηκαν οι ιδέες, αλλά επειδή εξαντλήθηκαν μέσα στη διαχείριση.

Κι ο Ρίτσος, στη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» δεν περιγράφει μονάχα ένα γερασμένο σπίτι, αλλά  περιγράφει μια χώρα που έχει μετατρέψει την κατάρρευση σε τρόπο κατοίκησης. «Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια. / […] / Πρέπει πάντα να προσέχεις, να προσέχεις, / να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ / να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι / […] να βάζεις τον ώμο σου κάτω από το δοκάρι που κρέμασε. / Kαι το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις».

Δεν είναι εικόνα μόνο οικογενειακής παρακμής. Είναι η εθνική μας αρχιτεκτονική. Μια κοινωνία που δεν επισκευάζει ποτέ τα θεμέλιά της. Απλώς μετακινεί τα έπιπλα για να μην πέσει το ταβάνι.

Κάπως έτσι φτάσαμε στον ερειπείωνα της χώρας. Όχι στα ερείπια των μνημείων, αλλά στα ερείπια των νοοτροπιών που επιμένουν να κυβερνούν το μέλλον. Εδώ κάθε νέο παιδί γεννιέται και του φορούν τα ξηλωμένα ρούχα των προηγούμενων γενεών. Του παραδίδουν τα ίδια αδιέξοδα για κληρονομιά, τα ίδια διλήμματα για παιχνίδια, τις ίδιες αυταπάτες για προίκα. Ο χρόνος αλλάζει ημερομηνίες, όχι συνήθειες. Το παρελθόν κρατά ακόμη τα γκέμια και οδηγεί τους ερχόμενους σαν να μην τους ανήκει η διαδρομή.

Η Ελλάδα έχει μια σπάνια ικανότητα να ανακυκλώνει τις αποτυχίες της ως εμπειρία.

Κάθε κρίση παρουσιάζεται ως μοναδική, ενώ είναι η ίδια ιστορία με καινούργιο τίτλο. Αλλάζουν τα πρόσωπα, όχι οι μηχανισμοί. Αλλάζουν τα συνθήματα, όχι οι εξαρτήσεις. Κάθε γενιά πιστεύει πως ανακάλυψε την αρχή, ενώ περπατά πάνω στα ίδια φθαρμένα σανίδια μιας σκηνής που τρίζει εδώ και δεκαετίες.

Οι ποιητές το είχαν δει. Όχι επειδή άκουγαν φωνές από το μέλλον, αλλά επειδή άκουγαν τους υπόγειους τριγμούς του παρόντος. Εκεί όπου ο πολιτισμός προειδοποιεί πριν από την πολιτική. Εκεί όπου η γλώσσα αντιλαμβάνεται την αρρώστια προτού τη μετρήσουν οι στατιστικές.

Γι’ αυτό και τους αντιμετωπίζουμε συχνά σαν διακοσμητικά μνημεία. Τους στεφανώνουμε στις επετείους, τους απαγγέλλουμε στις σχολικές γιορτές και τους αφήνουμε ακίνδυνους μέσα στις βιβλιοθήκες. Γιατί ένας ποιητής που διαβάζεται πραγματικά γίνεται επικίνδυνος. Υποχρεώνει την κοινωνία να κοιταχτεί στον καθρέφτη χωρίς το μακιγιάζ της αυτοδικαίωσης.

Η μεγαλύτερη ειρωνεία δεν είναι ότι οι ποιητές δικαιώθηκαν.

Είναι ότι δικαιώνονται διαρκώς. Κάθε φορά που η χώρα ξαναπέφτει στην ίδια λακκούβα, κάθε φορά που βαφτίζει την ακινησία μεταρρύθμιση και τον συμβιβασμό ανανέωση, οι στίχοι τους επιστρέφουν όχι ως λογοτεχνία αλλά ως δημόσιο κατηγορητήριο.

Ίσως, λοιπόν, να μην έχουμε ανάγκη από νέους προφήτες. Έχουμεόμως ανάγκη από νέα μάτια. Από την ανάβλεψη που οι ποιητές, μας πρόσφεραν και που εμείς, με περισσή επιμέλεια, αρνηθήκαμε. Γιατί η τύφλωση δεν είναι έλλειψη όρασης. Είναι επιλογή. Και μια χώρα που επιλέγει να μη βλέπει, καταδικάζεται να κατοικεί αιωνίως μέσα στο ίδιο της το ερείπιο, πιστεύοντας κάθε φορά πως χτίζει κάτι καινούργιο.

Απόστολος Αποστόλου. Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας

Απόστολος Αποστόλου
ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ Απόστολος Αποστόλου

Ο Απόστολος Αποστόλου είναι καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας, έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Παντείου, Πάντοβας, Μιλάνου και Ρώμης. Επίσης έχει γράψει 15 βιβλία στα ελληνικά και στα ιταλικά και έχει αρθρογραφήσει σε ελληνικά και ιταλικά έντυπα. Υπήρξε μέλος του Istituto di Politica, Perugia και επίσης μέλος της Accademia Adriatica di Filosofia «Italia Nuova».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *