Η πραγματική ατζέντα πίσω από τις επαναλαμβανόμενες τουρκικές προσκλήσεις για διάλογο με την Ελλάδα

Η πραγματική ατζέντα πίσω από τις επαναλαμβανόμενες τουρκικές προσκλήσεις για διάλογο με την Ελλάδα αποτυπώνεται σε ανάλυση του Anadolu,
η οποία θέτει ως ζητούμενο τη «δίκαιη κατανομή» των πόρων και την «κοινή διαχείριση» στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ παράλληλα παρουσιάζει τις ελληνικές κινήσεις ως προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων.
Η τουρκική πρόταση για «κοινή διαχείριση»
Το κείμενο υπογράφει ο καθηγητής Ισμαήλ Σαχίν, πρόεδρος του Κέντρου Διεθνών Ερευνών Κρίσεων και μέλος του διδακτικού προσωπικού του Πανεπιστημίου Bandırma Onyedi Eylül. Δημοσιεύθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου με τίτλο «Από το Καστελόριζο στην Ανατολική Μεσόγειο: Η πολιτική “διαρκούς κρίσης” της Αθήνας». Το Anadolu διευκρινίζει ότι οι απόψεις που διατυπώνονται ανήκουν στον αρθρογράφο και δεν εκφράζουν κατ’ ανάγκη την εκδοτική γραμμή του πρακτορείου. Ωστόσο, η δημοσίευση σε ένα μέσο που εκφράζει συστηματικά τις τουρκικές κρατικές θέσεις αποτυπώνει με σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα επιχειρεί να παρουσιάσει τις ελληνοτουρκικές διαφορές.
Στο συμπέρασμα της ανάλυσης, ο Σαχίν χαρακτηρίζει ως «λογική και ορθολογική» επιλογή για την Αθήνα την εγκατάλειψη των «ιστορικών φιλοδοξιών» και των «δυσλειτουργικών συμμαχιών» με εξωτερικές δυνάμεις και την έναρξη διαλόγου με την Άγκυρα, στη βάση τακτικών διαβουλεύσεων, «δίκαιης κατανομής» των πόρων και «κοινής διαχείρισης». Η διατύπωση αυτή ξεπερνά το ζήτημα μιας απλής συζήτησης για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών. Η τουρκική προσέγγιση παρουσιάζει ως τελικό στόχο ένα μοντέλο συνδιαχείρισης, προτού προηγηθεί συμφωνία για τα κυριαρχικά δικαιώματα και τις θαλάσσιες ζώνες των δύο χωρών.
Στο επίκεντρο το Καστελόριζο
Μεγάλο μέρος της ανάλυσης αφιερώνεται στο Καστελόριζο. Ο Σαχίν υποστηρίζει ότι η Ελλάδα χρησιμοποιεί το νησί, έκτασης περίπου 12 τετραγωνικών χιλιομέτρων και σε απόσταση περίπου δύο χιλιομέτρων από τις τουρκικές ακτές, προκειμένου να διεκδικήσει θαλάσσια ζώνη περίπου 40.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Xαρακτηρίζει τις ελληνικές θέσεις «μαξιμαλιστικές» και επικαλείται τον λεγόμενο Χάρτη της Σεβίλλης, τον οποίο η Τουρκία δεν αποδέχεται, υποστηρίζοντας ότι δεν αποτελεί δεσμευτικό έγγραφο ούτε για την Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε για το Διεθνές Δίκαιο.
Το επιχείρημα αυτό συγχέει, ωστόσο, το δικαίωμα ενός κατοικημένου νησιού σε θαλάσσιες ζώνες με την τελική επήρεια που μπορεί να του αναγνωριστεί κατά την οριοθέτηση. Το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει δικαιώματα υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ για τα νησιά, ενώ η ακριβής έκταση της επήρειάς τους μπορεί να προσαρμόζεται κατά την οριοθέτηση, ανάλογα με τη γεωγραφία και τις ειδικές περιστάσεις.
Οι αποφάσεις διεθνών δικαστηρίων που επικαλείται το Anadolu για τη Μάγχη, τη διαφορά Λιβύης–Μάλτας και τη Νήσο των Όφεων δεν σημαίνουν ότι τα νησιά στερούνται θαλάσσιων δικαιωμάτων. Καταδεικνύουν ότι η επήρεια ενός νησιού μπορεί να εξετάζεται κατά περίπτωση στο πλαίσιο μιας δίκαιης οριοθέτησης. Η Τουρκία, παράλληλα, δεν έχει υπογράψει τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, ενώ επιχειρεί να παρουσιάσει τη δική της ερμηνεία των σχετικών κανόνων ως βάση για την επίλυση των διαφορών.
Οι NAVTEX και η λογική των τετελεσμένων
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις τουρκικές NAVTEX και στις δραστηριότητες του σκάφους TÜBİTAK MAM ανοικτά του Καστελόριζου. Ο Σαχίν υποστηρίζει ότι, μέσω των αναγγελιών και των ερευνητικών δραστηριοτήτων της, η Τουρκία «επιβεβαίωσε στην πράξη» τα δικά της κυριαρχικά δικαιώματα και ακύρωσε τις ελληνικές διεκδικήσεις. Η συγκεκριμένη προσέγγιση αποκαλύπτει και τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα αντιλαμβάνεται τις ενέργειες στο πεδίο. Οι NAVTEX, οι επιστημονικές αποστολές και οι επιχειρησιακές κινήσεις αντιμετωπίζονται ως μέσα εμπέδωσης θέσεων και δημιουργίας τετελεσμένων.
Μια μονομερής NAVTEX, ωστόσο, δεν δημιουργεί από μόνη της κυριαρχικά δικαιώματα ούτε αντικαθιστά συμφωνία οριοθέτησης ή απόφαση διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου. Σε αμφισβητούμενες περιοχές αποτελεί δήλωση διεκδίκησης, ενώ η φυσική παρουσία μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια σε πολιτικό και επικοινωνιακό επίπεδο για την ενίσχυση μιας συγκεκριμένης θέσης.
Η επίκληση της UNESCO
Η ανάλυση υποστηρίζει ακόμη ότι η Τουρκία έχει κατοχυρώσει τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό της στην UNESCO, παρουσιάζοντας την κίνηση αυτή ως εξέλιξη που περιορίζει τα περιθώρια της ελληνικής διπλωματίας.
Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν συνοδεύεται από τεκμηρίωση που να δείχνει ότι η UNESCO αναγνώρισε ως δεσμευτικά τα θαλάσσια όρια που περιλαμβάνονται σε τουρκικό χάρτη. Η καταχώριση ή παρουσίαση εθνικών δεδομένων σε διεθνή ή τεχνική πλατφόρμα δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με αναγνώριση κυριαρχικών διεκδικήσεων.
Η επίθεση στην επίσκεψη Μητσοτάκη
Η τριήμερη επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Καστελόριζο, στη Ρω και σε στρατιωτικά φυλάκια παρουσιάζεται από τον Σαχίν ως κίνηση που συνδέεται με τις εκλογές του 2027 και την προσπάθεια συγκράτησης δεξιών και πατριωτικών ψηφοφόρων. Το Anadolu χαρακτηρίζει την παρουσία του Έλληνα πρωθυπουργού και του αρχηγού ΓΕΕΘΑ «πρόκληση» και «πολιτικό σόου», υιοθετώντας ουσιαστικά την τουρκική οπτική απέναντι σε μια επίσκεψη σε ελληνικό έδαφος.
Παράλληλα, η ανάλυση υποστηρίζει ότι οι κάτοικοι του Καστελόριζου εμφανίζονται ενοχλημένοι από την παρουσία της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας και προτιμούν την ανάπτυξη εμπορικών και τουριστικών σχέσεων με την Τουρκία. Ωστόσο, δεν παρουσιάζονται συγκεκριμένες δηλώσεις κατοίκων ή τοπικών φορέων που να τεκμηριώνουν τον συγκεκριμένο ισχυρισμό. Ανάλογη είναι η επίκληση δημοσκόπησης, σύμφωνα με την οποία το 48% των Ελλήνων θεωρεί μεγαλύτερο πρόβλημα την ακρίβεια και μόλις το 2,1% τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η ανάλυση δεν αναφέρει την εταιρεία, τη χρονική περίοδο ή τη μεθοδολογία της μέτρησης.
Στο στόχαστρο και η συνεργασία με το Ισραήλ
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναφορά στην ελληνοϊσραηλινή αμυντική συνεργασία, την οποία ο Σαχίν χαρακτηρίζει «περιορισμένη», «κενή περιεχομένου» και «δυσλειτουργική». Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η συνεργασία οδηγεί την Ελλάδα σε καθεστώς «τεχνολογικής υποδούλωσης» προς ένα ξένο κράτος, επιχειρώντας να παρουσιάσει την ενίσχυση των ελληνικών αμυντικών δυνατοτήτων μέσω του Ισραήλ ως μορφή εξάρτησης.
Η συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ, η ανάπτυξη συστημάτων αεράμυνας, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» και η μεταφορά τεχνογνωσίας αποτελούν, πάντως, σημεία που παρακολουθεί στενά η Άγκυρα. Για την Αθήνα, το κρίσιμο ζήτημα παραμένει η ουσιαστική μεταφορά τεχνολογίας, η συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας και η δυνατότητα αυτόνομης υποστήριξης των συστημάτων.
Τα drones και η «ασυμμετρία κόστους»
Ένα ακόμη σημείο της ανάλυσης αφορά τη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Το Anadolu υποστηρίζει ότι η μαζική ανάπτυξη φθηνών UAV και επιθετικών drones μπορεί να εξαντλήσει τα αποθέματα ακριβών αναχαιτιστικών πυραύλων της ελληνικής αεράμυνας. Πρόκειται για τη λεγόμενη «ασυμμετρία κόστους», όπου ένα σχετικά φθηνό μη επανδρωμένο αεροσκάφος μπορεί να απαιτεί την κατανάλωση ενός πολύ ακριβότερου όπλου για την αναχαίτισή του.
Η ανάλυση, ωστόσο, δεν αναφέρεται στα ηλεκτρονικά αντίμετρα που έχει αναπτύξει η Ελλάδα απέναντι σε τέτοιες απειλές, μεταξύ άλλων το σύστημα «Κένταυρος», ούτε στην πρόσφατη απαγόρευση πτήσεων μη επανδρωμένων αεροσκαφών στην Κάρπαθο, την Κάσο και τις γύρω νησίδες.
Τι σημαίνει τελικά ο τουρκικός «διάλογος»
Στο τέλος του άρθρου, η Ελλάδα εμφανίζεται να δαπανά μεγάλα ποσά για εξοπλισμούς, ενώ σύμφωνα με τον Σαχίν θα μπορούσε να ενισχύσει την ασφάλειά της μέσω συνεννόησης με την Τουρκία. Το πρόβλημα βρίσκεται στο περιεχόμενο αυτής της συνεννόησης. Η τουρκική πρόταση, όπως παρουσιάζεται στην ανάλυση, δεν περιορίζεται στην οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, αλλά συνδέεται με «δίκαιη μοιρασιά» πόρων και «κοινή διαχείριση» στην Ανατολική Μεσόγειο.
Την ίδια στιγμή, το Καστελόριζο παρουσιάζεται ως εμπόδιο στις τουρκικές διεκδικήσεις, οι ελληνικές αμυντικές συνεργασίες ως πρόβλημα και οι τουρκικές κινήσεις μέσω NAVTEX και ερευνητικών αποστολών ως τρόπος εμπέδωσης δικαιωμάτων. Έτσι, πίσω από τη διαρκή τουρκική ρητορική περί διαλόγου διαγράφεται μια συγκεκριμένη προϋπόθεση: η Ελλάδα να προσέλθει σε διαπραγμάτευση αποδεχόμενη εκ των προτέρων ένα σημαντικό μέρος της τουρκικής ατζέντας.
Η ανάλυση του Anadolu έχει επομένως ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο για όσα υποστηρίζει, αλλά και για όσα αποκαλύπτει σχετικά με την τουρκική στρατηγική. Διάλογος για τους πόρους, κοινή διαχείριση στην Ανατολική Μεσόγειο, αμφισβήτηση των δικαιωμάτων των ελληνικών νησιών, δημιουργία τετελεσμένων στο πεδίο και παράλληλη προσπάθεια περιορισμού των ελληνικών αμυντικών συμμαχιών.