Η γεωπολιτική ενηλικίωση που δεν ήρθε ποτέ και η «επταετία Μητσοτάκη» που συρρίκνωσε τη χώρα

Υπάρχουν στιγμές στη σύγχρονη ιστορία των εθνών που η πραγματικότητα
εισβάλλει στις γυάλες της εικονικής πραγματικότητας των πολιτικών ελίτ με ωμό τρόπο.
Κι όμως, στην Αθήνα, η πρώτη αντίδραση θύμιζε ξανά εκείνο το θλιβερό τελετουργικό όπου οι κυβερνώντες «πέφτουν από τα σύννεφα».
Συμπληρώθηκαν ήδη επτά χρόνια διακυβέρνησης υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη —μια «επταετία» η οποία ειδικά στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, σημείωσε βαριές ήττες με την ευθύνη να βαρύνει αποκλειστικά τον ίδιο τον πρωθυπουργό ο οποίος επέλεξε να τοποθετήσει στο τιμόνι του ΥΠΕΞ μη εκλεγμένα πρόσωπα του στενού του περιβάλλοντος. Είναι πρόδηλο ότι όταν η εξωτερική πολιτική ασκείται με όρους επικοινωνιακής διαχείρισης, ευχολογίων και παρελκυστικών τακτικών, τα αποτελέσματα είναι πάντοτε προδιαγεγραμμένα.
Για χρόνια, το αφήγημα της Αθήνας βασίστηκε σε μια βολική αυταπάτη: ότι οι συμμαχίες με τους δυτικούς εταίρους, οι διμερείς επαφές και η επίκληση του Διεθνούς Δικαίου αρκούν από μόνες τους για να αναχετίσουν τον αναθεωρητισμό της Άγκυρας. Στηρίχθηκαν στη σχέση με την Αίγυπτο και επένδυσαν επιφανειακά στον Στρατηγό Χάφταρ, φιλοξενώντας μέλη της οικογένειάς του στα αθηναϊκά σαλόνια, χωρίς ποτέ να διαθέτουν το απαιτούμενο ειδικό πολιτικό βάρος ή τη στρατηγική διορατικότητα για να επηρεάσουν τις εξελίξεις στην Κυρηναϊκή.
Η Τουρκία, αντίθετα, λειτούργησε για άλλη μια φορά μεθοδικά και αποφασιστικά.
Η γεωπολιτική ενηλικίωση της χώρας παραμένει, δυστυχώς, ζητούμενο.
Και δυστυχώς το Βατερλό στην εξωτερική πολιτική δεν είναι αποκομμένο από την εσωτερική παθογένεια του πολιτικού μας συστήματος. Οι ελίτ των Αθηνών συνεχίζουν να ζουν σε αποστειρωμένη «γυάλα», μακριά από τα πραγματικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας.

Είναι το ίδιο ακριβώς εύφορο έδαφος που στο παρελθόν γέννησε τα ακραία αντισυστημικά κύματα – είτε από τα δεξιά είτε από τα αριστερά. Όταν οι κυβερνώντες λοιδορούν ή αγνοούν τις ανησυχίες των πολιτών, όταν αντιμετωπίζουν την κριτική ως «λαϊκισμό» και κλείνονται στον μικρόκοσμο της επικοινωνιακής τους φούσκας, τότε η κοινωνική συνοχή διαρρηγνύεται.
Ας θυμηθούμε τα διδάγματα ιστορικών κρίσεων, όπως η περίοδος του 2012 στην Ελλάδα ή το πολιτικό σοφτ σοκ του 2016 στις ΗΠΑ: οι λαοί δεν τιμωρούν απλώς την οικονομική δυσπραγία· τιμωρούν την αλαζονεία, την έλλειψη οράματος και την αίσθηση ότι οι άρχοντες της χώρας είναι θεατές στη μοίρα τους.
Η «επταετία» Μητσοτάκη χαρακτηρίζεται κατά γενική ομολογία από μια βαθιά θεσμική βραδύτητα και έναν πασιφιστικό, σχεδόν παραλυτικό φόβο:
-Το τουρκολιβυκό ψευδομνημόνιο (Νοέμβριος 2019)
-Η κρίση του Oruç Reis (Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2020)
-Το σκάνδαλο υποκλοπών (2022)
-Η τραγωδία των Τεμπών (Φεβρουάριος 2023)
-Η παράλυση της χώρας από τον Daniel (Σεπτέμβριος 2023)
-Η υποχώρηση με το καλώδιο Κάσο – Κάρπαθο (Ιούλιος 2024-2026)
-Η ένταση για τα Θαλάσσια Πάρκα (2024-2026)
-Η επικύρωση του τουρκολιβυκού από την λιβυκή Βουλή (Οκτώβριος 2026)
Όλα έχουν τον ίδιο κοινό παρονομαστή: την αντικατάσταση της ουσιαστικής διακυβέρνησης
και της στρατηγικής πρόληψης από μια κοντόφθαλμη, φοβική τακτική επικοινωνιακής διαχείρισης ζημίας. Είτε πρόκειται για τις εθνικές υποχωρήσεις είτε για την κατάρρευση των υποδομών και των θεσμών στο εσωτερικό, η πολιτική ηγεσία επιλέγει σταθερά την αδράνεια και το «μπάζωμα» των ευθυνών.
Και ενώ η Άγκυρα προετοιμάζει το επόμενο βήμα της —την ενεργοποίηση της «Γαλάζιας Πατρίδας» και πιθανές ανάλογες συμφωνίες με τη Συρία—, η ελληνική κυβέρνηση χρειάστηκε μήνες σιωπής απλώς για να αποστείλει στο Συμβούλιο της Επικρατείας το Προεδρικό Διάταγμα για το Θαλάσσιο Πάρκο των Νοτίων Κυκλάδων. Αυτός ο αργόσυρτος βηματισμός, η αγωνία να μην «ενοχληθεί» κανείς σύμμαχος και η έλλειψη ενιαίας, εθνοκεντρικής στρατηγικής συνθέτουν μια ζοφερή εικόνα απόλυτου στρατηγικού τέλματος.
Η ιστορία δεν συγχωρεί όσους είχαν τα εργαλεία στα χέρια τους (πχ η ενιαία επέκταση αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12νμ) και επέλεξαν την υποχώρηση. Η διαπίστωση του Τσώρτσιλ αποτελεί ιστορικό αξίωμα: «σου δόθηκε η επιλογή ανάμεσα στον πόλεμο και την ατιμία. Διάλεξες την ατιμία και θα έχεις πόλεμο!»