Η Συρία εξετάζει το ενδεχόμενο να προσχωρήσει στη Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας

Το ενδεχόμενο να προσχωρήσει στη Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας,
στην οποία συμμετέχουν η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν, εξετάζει η Συρία.
Την αποκάλυψη αυτή έκανε ο Σύρος υπουργός Εξωτερικών, Άσαντ αλ-Σαϊμπάνι, κατά τη διάρκεια τοποθέτησής του στο συνέδριο Διαλόγου της Μανάμα στο Μπαχρέιν, επισημαίνοντας τις διπλωματικές επαφές που βρίσκονται σε εξέλιξη.
«Αυτή τη στιγμή διεξάγονται συζητήσεις για την αξιολόγηση της εισόδου της Συρίας στη συμμαχία της Μέκκας», δήλωσε χαρακτηριστικά ο αλ-Σαϊμπάνι, υποστηρίζοντας ότι η Δαμασκός αποτελεί… αναπόσπαστο μέρος της περιφερειακής ασφάλειας και προτίθεται να στηρίξει κάθε πρωτοβουλία για τη σταθερότητα στην περιοχή. Παράλληλα, σημείωσε ότι η Μέση Ανατολή «έχει μεγαλύτερη ανάγκη από ποτέ» την ανάπτυξη κοινών μηχανισμών αποτροπής και αμυντικής θωράκισης.
Η συμφωνία, που υπεγράφη στις 7 Αυγούστου, προβλέπει την αμοιβαία συνδρομή σε περίπτωση επίθεσης κατά μέλους της, υιοθετώντας ένα πλαίσιο συλλογικής ασφάλειας αντίστοιχο με εκείνο του ΝΑΤΟ. Στο ίδιο βήμα, ο Σύρος ΥΠΕΞ εξέφρασε την υποστήριξη της χώρας του προς τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Υεμένης και κάλεσε σε σεβασμό της κυριαρχίας των κρατών.
Προκαταρκτικές συζητήσεις και η κλιμάκωση της περιφερειακής κρίσης
Παρά τη διατυπωμένη πρόθεση της Δαμασκού, αναλυτές επισημαίνουν ότι οι συνομιλίες βρίσκονται ακόμη σε αρχικό στάδιο. Ο πολιτικός αναλυτής και ανώτερος σύμβουλος στο Syria Report, Samy Akil, εκτίμησε ότι η Συρία είναι απίθανο να καταστεί άμεσα το τέταρτο μέλος του συμφώνου, κάνοντας λόγο για μια επιθετική αλλά δοκιμαστική προσέγγιση από τις συριακές αρχές.
«Νομίζω ότι σχετίζεται περισσότερο με την επικείμενη περιφερειακή σύγκρουση, η οποία πιθανότατα θα οδηγήσει σε νέο γύρο κλιμάκωσης τις επόμενες ημέρες. Πρόκειται για στρατηγική σκέψη εδώ, για να κάνουμε μια πράξη ισορροπίας», ανέφερε ο Akil. Οι εξελίξεις αυτές συμπίπτουν με την αύξηση των επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη από το κίνημα των Χούθι εναντίον υποδομών στη Σαουδική Αραβία, με το Πακιστάν και την Τουρκία να προσφέρουν πολιτική και στρατιωτική στήριξη στο Ριάντ, αποκλείοντας ωστόσο την αποστολή χερσαίων δυνάμεων στην Υεμένη.
Οι σχέσεις Ριάντ – Δαμασκού και οι διευκρινίσεις για τις δυνάμεις
Η Σαουδική Αραβία έχει αναδειχθεί σε κρίσιμο εταίρο της νέας συριακής κυβέρνησης μετά την πτώση του Μπασάρ αλ-Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024, με τον πρόεδρο, πρώην τζιχαντιστή Αλ Τζολάνι (κατά κόσμον Άχμεντ αλ-Σαράα) να πραγματοποιεί επίσημη επίσκεψη στο Ριάντ στις 6 Οκτωβρίου για συνομιλίες με τον πρίγκιπα διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Μετά την επίσκεψη, η συριακή πλευρά διέψευσε κατηγορηματικά τα σενάρια περί αίτησης του Ριάντ για ανάπτυξη Σύρων στρατιωτών στην Υεμένη.
Ο σύμβουλος Τύπου του Σύρου προέδρου, Ahmad Zaidan, χαρακτήρισε τις σχετικές αναφορές «ψεύδη» που «δεν έχουν καμία βάση στην αλήθεια», ενώ το υπουργείο Εξωτερικών τόνισε ότι η πολιτική της χώρας εστιάζει στην ειρήνη και όχι στο άνοιγμα νέων μετώπων. Ο Samy Akil εκτίμησε ότι η πιθανή συνεισφορά της Συρίας θα περιοριζόταν σε υλικοτεχνική υποστήριξη μικρής κλίμακας, αντίστοιχη με εκείνη της Επιχείρησης «Καταιγίδα της Ερήμου».
Οι ισραηλινές επιθέσεις και η διαπραγματευτική ισχύς
Στην ομιλία του, ο αλ-Σαϊμπάνι άσκησε δριμεία κριτική στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ, αποκαλύπτοντας ότι το συριακό έδαφος έχει δεχθεί περισσότερες από 1.000 επιθέσεις σε διάστημα λιγότερο των δύο ετών. «Πώς μπορούν να δικαιολογηθούν οι εκκλήσεις για έλεγχο των συνόρων και για την αποκλειστική υπαγωγή των όπλων στον κρατικό έλεγχο, ενώ η συριακή κυριαρχία παραβιάζεται και στοχοποιείται καθημερινά;» διερωτήθηκε ο Σύρος υπουργός Εξωτερικών, επαναφέροντας το αίτημα για αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων στις θέσεις πριν από την 8η Δεκεμβρίου 2024 και την εφαρμογή της συμφωνίας του 1974.
Σύμφωνα με αναλύσεις, το ενδιαφέρον της Συρίας για τη Συμφωνία της Μέκκας συνδέεται άμεσα με την προσπάθειά της να αποκτήσει διπλωματική μόχλευση απέναντι στην παρουσία των ισραηλινών δυνάμεων στο νότιο τμήμα της χώρας, καθώς η προσχώρηση στο σύμφωνο θα παρείχε στη Δαμασκό τη δυνατότητα ενεργοποίησης ρητρών συλλογικής ασφάλειας σε περίπτωση νέων επιθέσεων. Κάτι τέτοιο από την άλλη θα έδινε απευθείας στη Συμφωνία της Μέκκας έναν σαφή αντι-ισραηλινό προσανατολισμό, κάτι που θα επιθυμούσε πιθανόν η Τουρκία, αλλά παραμένει αμφίβολο αν θα αποτελούσε επιλογή για την Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν.