Είναι καθολική η αναγνώριση εις την Εσπερίαν του αυτονόητου : ότι δηλαδή πρέπει να γίνει σεβαστή η εκφρασθείσα βούληση του ελληνικού λαού στις τελευταίες εκλογές.
Μέχρις εδώ καλά.
Όμως, υπάρχει, όπως πάντα και το «αλλά», μάλιστα με σημασιολογικό βάρος που περίπου να οδηγεί σε αναίρεση της προηγούμενης παραδοχής.
Έτσι, σύντομα από κάποιους κύκλους, τους γνωστούς κύκλους, η λέξη «αυτονόητο» παραπάνω, μπήκε σε εισαγωγικά, με την επίκληση άλλοτε μεν της ταυτόχρονης υποχρέωσης «σεβασμού» των «συνθηκών» της Ένωσης, άλλοτε δε της ταυτόχρονης υποχρέωσης σεβασμού της βούλησης των άλλων λαών, όταν οι ανωτέρω συνθήκες και οι ανωτέρω λοιπές βουλήσεις των άλλων λαών, συγκρούονται μεταξύ τους -με τη βούληση του ελληνικού λαού εν προκειμένω.
Το ερώτημα που τίθεται είναι : τι γίνεται τότε;
Το ερώτημα αυτό, έχει δύο προσεγγίσεις.
Η μία προσέγγιση είναι αυτή που αντιμετωπίζει το ερώτημα ως γνήσιο (που δεν είναι), και η άλλη είναι εκείνη που αντιμετωπίζει τον ερώτημα ως ψευτοδίλημμα (διότι περί αυτού πρόκειται).
Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα όταν τίθεται ως (δήθεν) γνήσιο, είναι πολύ απλἠ :
Απ’ ό,τι έχω αντιληφθεί, η ελληνική κυβέρνηση ζητά σεβασμό στις ιδρυτικές συνθήκες της Ένωσης, αν και, κάνοντας κάποιαν «έκπτωση», που τελικώς είναι υπέρ των άνω αντιδρώντων στις ελληνικές θέσεις, εντάσσει σιωπηρώς πλην σαφώς σ’ αυτές και συνθήκες μεταγενέστερες των ιδρυτικών, όπως π.χ. αυτή του Μάαστριχτ και τις σχετικές με την ίδρυση της Ευρωζώνης.
Ομιλώ εδώ περί «εκπτώσεως», διότι στην δική μου αντίληψη των πραγμάτων, αυτές οι μεταγενέστερες συνθήκες, και όχι μόνο, πρέπει να εξετασθεί με μεγάλη προσοχή, αν συγκρούονται με τις αρχικές και πολιτικά και νομικά ισχυρότερες αυτών ιδρυτικές συνθήκες, όπως εγώ πιστεύω, με θεμελιώδη ζητήματα που έχουν να κάνουν με τα ανθρώπινα δικαιώματα, ατομικά και συλλογικά κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά, κυρίως δε, οδηγούν έμμεσα την προοπτική της πολιτικής ένωσης και επομένως της πολιτικής διακυβέρνησης της Ευρώπης, με την ουσιαστική υποκατάστασή της, δηλαδή με την οικονομική διακυβέρνηση, η οποία, όχι μόνο μετατοπίζει την κυριαρχία από το λαϊκό στοιχείο στις αγορές, αλλά ακόμα και σε θεσμούς τυπικούς μεν αλλά ευρισκόμενους εκτός βεληνεκούς δημοκρατικού ελέγχου, ή και άτυπους, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται.
Π.χ. η ουσιαστική εμπλοκή και συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στα των «εσωτερικών» ευρωπαϊκών υποθέσεων, είναι θεσμική ή μη; Σίγουρα πάντως δεν τελεί σε κανενός είδους δημοκρατικό έλεγχο.
Όμως, θα παραμείνω στην θέση της ελληνικής κυβέρνησης, ως έχει, μαζί με τις άνω «εκπτώσεις» που επεσήμανα.
Το επιχείρημα λοιπόν της άλλης πλευράς, που μιλά κι αυτή για σεβασμό στις ιδρυτικές συνθήκες της Ευρώπης, ακόμη κι εκείνων των μεταγενέστερων συνθηκών (π.χ. το Μάαστριχτ και επόμενα) που όπως είπα εκ του πλαγίου πλήττουν τον λαϊκό παράγοντα ως υπέρτατη αρχή εξουσίας της Ένωσης, αυτοκαταργείται, διότι ακόμα και οι πιο ευνοϊκές προς τις θέσεις τους συνθήκες που μπορούν να επικαλεστούν, πουθενά δεν περιέχουν όρους λειτουργίας ενός Κράτους – Μέλους είτε της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε της Ευρωζώνης, το οποίο για οποιονδήποτε σπουδαίο λόγο, μπορεί να οδηγήσει στην ουσιαστική κατάλυση της Δημοκρατίας και των Θεμελιωδών Αρχών που διέπουν τα ανθρώπινα ατομικά, πολιτικά και οικονομικά Δικαιώματα, διότι τίποτα απ’ αυτά δεν έμεινε χωρίς να καταλυθεί στην Ελλάδα των Μνημονίων, και μάλιστα, όχι με την ανοχή μα με την πίεση των δανειστών, και για να μη παίζουμε με τις λέξεις, με την πολιτική πίεση του Βερολίνου.
Αποτελεί συνεχιζόμενη εμμονή στην Αθλιότητα μια τέτοια δήθεν «αθώα» επιχειρηματολογία, όταν αυτό που συνέβη στην Ελλάδα, ήταν η λίγο απέχουσα από το να χαρακτηρισθεί δικαίως μαφιόζικη επέλαση πάνω στη περιουσία και τα εισοδήματα της πιο βολικής μερίδας του λαού, που είναι ταυτόχρονα και η συντριπτική πλειοψηφία, τα γνωστά ΣΥΝΗΘΗ ΥΠΟΖΥΓΙΑ, ώστε όχι μονάχα οι όντως Μεγαλοέχοντες και Μεγαλοκατέχοντες να μην επιβαρυνθούν το κόστος της Κρίσης μα και να ωφεληθούν απ’ αυτή.
Και φυσικά, σε τούτη την εξέλιξη, όσοι έπαιξαν και παίζουν το ρόλο του τιμητή της ηθικής, συνέβαλαν είτε δια της ανοχής τους, είτε έργω.
Ερχόμαστε τώρα στα ψευτοδιλήμματα που θέτουν όσοι επιμένουν στην εφαρμογή της Αθλιότητας.
Δεν υπάρχει μονάχα ο ελληνικός λαός που εκφράζει τη βούλησή του, μα και οι άλλοι, που δανείζουν τον ελληνικό λαό, λένε.
Βέβαια αυτό το «δανείζουν», θα είχε νόημα μονάχα για εκείνες τις χώρες που οι ίδιες δεν δανείζονται, για να μη πω ότι κερδίζουν από την ελληνική κρίση, αλλά ας είναι, διότι υπάρχουν και άλλα πιο θεμελιώδη ψεύδη, όπως π.χ., το γεγονός ότι προγραμματισμένα και εσκεμμένα μετέτρεψαν το ελληνικό χρέος από χρέος προς ιδιώτες, προς χρέος σε κράτη, ακριβώς για να διασώσουν τους ιδιώτες και να φορτώσουν το χρέος στους Ευρωπαίους φορολογούμενους.
Εδώ, πέραν των ανωτέρω, το επιχείρημα αυτό, θα είχε νόημα αν η βούληση του ελληνικού λαού, όπως προβάλλεται μέσω των προτάσεων της κυβέρνησής του, αντιστρατεύονταν τις ιδρυτικές συνθήκες της Ένωσης, όλες τις συνθήκες, οπότε σ’ αυτή τη περίπτωση, έχει πολύ ενδιαφέρον να μας πούνε τι είδους βουλήσεις έχουν οι λοιποί λαοί στους οποίους αναφέρονται, αναφορικά με τις συνθήκες αυτές.
Και βεβαίως, έχει μεγάλη σημασία κάποιος να θυμίσει σε όσους λαούς πέφτουν θύματα αυτής της προπαγάνδας στον τόπο τους, ότι στην Ευρώπη, η Ελλάδα, δηλαδή ο ελληνικός λαός, όχι σπάνια, επωμίστηκε κόστη άλλων λαών, και δεν θυμάμαι ποτέ εδώ να είχε αναπτυχθεί ένα λαϊκό κίνημα ενάντια σ’ αυτή τη πραγματικότητα.
Π.χ., το κόστος της ενοποίησης της Γερμανίας, μια χαρά διαχύθηκε σε αρκετό (ως μεγάλο βαθμό) στους εταίρους της (και στην Ελλάδα στο βαθμό που την αφορά), για πολλοστή φορά, αφού μια χαρά το κόστος των ηγεμονικών της περιπετειών που οδήγησαν σε δύο παγκόσμιους πολέμους, κι αυτό μια χαρά το διέχυσε στους λαούς των νικητών (και στην Ελλάδα στο βαθμό που την αφορά).
Π.χ, το κόστος της ένταξης, των κρατών και των λαών των πρώην κομμουνιστικών χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, και της περιόδου προσαρμογής των οικονομιών τους προς την οικονομία της Ένωσης, μερικά από τα οποία μας αντιτίθενται, μια χαρά διαχύθηκε στα παλαιότερα Κράτη – Μέλη της Ένωσης, και στην Ελλάδα βεβαίως, στο βαθμό που την αφορά, ενώ αυτή καθ’ αυτή η ένταξή τους, δεν θα γίνονταν πραγματικότητα χωρίς τη ψήφο και της χώρας μας.
Αποτελεί ακραία ειρωνεία το γεγονός ακόμα κι αυτή καθ’ αυτή η αναφορά στη βούληση των άλλων λαών, διότι η σημερινή Ευρώπη, όπως λειτουργεί, έχει μεταβληθεί σε ένα εξάμβλωμα από άποψη πολιτικής λειτουργίας, εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν είναι πολιτικά ενωμένη.
Αναφέρονται συνεπώς, στη «βούληση» των «άλλων λαών», ως εάν επρόκειτο για λαούς της ίδιας κρατικής και πολιτικά ενιαίας οντότητας, ως εάν οι καθέκαστα «λαϊκές βουλήσεις» να διαμορφώνονται εντός ενός κρατικού και πολιτικού πλαισίου που να οδηγεί σε μια τέτοια δυνατότητα διαμόρφωσης ενός κατά το δυνατόν «εθνικού ευρωπαϊκού συμφέροντος».
Οι ευρωπαϊκοί λαοί, είναι μέλη της ίδιας αγοραίας οντότητας, κι αυτό πολύ εύκολα, και πολύ βολικά για όσους βρίσκουν χίλιες δυο δυσκολίες να μεταθέτουν συνεχώς στο απροσδιόριστο μέλλον το ζήτημα της πολιτικής ένωσης και τη διαιώνιση του αγοραίου συστήματος οικονομικής διακυβέρνησης, τους δίνει τα μέσα και τα ψευτοεπιχειρήματα (αλλά διόλου αναποτελεσματικά), να επιβάλλουν μεταξύ των λαών κάτι ανάλογο με ό,τι στο εσωτερικό μιας χώρας καλείται «κοινωνικός αυτοματισμός» (διάβαζε : κοινωνικός κανιβαλισμός), δηλαδή, να επιβάλουν τον «εθνικό και λαϊκό αυτοματισμό», δηλαδή τον εθνικό κανιβαλισμό, στρέφοντας τον έναν λαό εναντίον του άλλου, ακριβώς όπως η Αθλιότητα θύμιζε εδώ στην Ελλάδα από βήματος της Βουλής, να φέρω ένα μονάχα παράδειγμα από τα πάμπολλα, ότι δεν υπάρχει μονάχα ο μισθός της εξαθλιωμένης εργασίας, μα υπάρχει και ο καθόλου μισθός του άνεργου, που η ίδια η Αθλιότητα δημιούργησε, κι επομένως, κάθε εξαθλίωση έχει την δικαιολογία της!
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο, που θυμίζουν ότι υπάρχουν και δανειστές φτωχότεροι από τον δανειζόμενο.
Όμως αυτό τι σημαίνει, ιδίως όταν το επιχείρημα αυτό προβάλλεται από τη Δεξιά της Ευρώπης, και μάλιστα τη Λαϊκή Δεξιά, ενώ θα ήταν απολύτως κατανοητό αν π.χ. προβάλλονταν από ένα κομμουνιστικό κόμμα;
Τι είδους οικονομικό και κοινωνικό σύστημα πρεσβεύει η τρεχόντως κυρίαρχη νεοφιλεύθερη Δεξιά της Ευρώπης, ώστε να επικαλείται το επιχείρημα αυτό;
Να το πω εγώ : είναι το επιχείρημα εκείνο που θέλει ένα σύστημα «ελεύθερης αγοράς» στη «κορυφή», που να αφορά λίγα ολιγοπώλια και μονοπώλια, εξ ου και εκείνες οι πολιτικές που όλως «τυχαίως» οδηγούν σταθερά σε εξαφάνιση της μεσαίας τάξης, και ένα σύστημα ακραίου κομμουνιστικού εξισωτισμού στη μεσαία και κατώτερη οικονομική και κοινωνική κλίμακα, με απλά λόγια, όλοι «φλατ» σε μια κατάσταση γενικής εξαθλίωσης και φτώχειας.
Ξέχωρα όμως απ’ αυτό, ας πάρω τοις μετρητοίς το επιχείρημά τους.
Μήπως δεν είναι ο φτωχός ελληνικός λαός που χρηματοδότησε έμμεσα ή άμεσα στο μέτρο που τον αφορούσε την πολύ πιο πλούσια Δυτική Γερμανία όταν επρόκειτο να ενωθεί με την Ανατολική Γερμανία;
Μήπως δεν είναι όλοι οι φτωχότεροι λαοί της Ευρώπης, που σηκώνουν το βάρος του κόστους λειτουργίας της Ευρωζώνης, δηλαδή που χρηματοδοτούν τη λειτουργία της, που ω! του θαύματος, κυρίως φαίνεται, όλως τυχαίως, να ευνοεί σταθερά μια μειοψηφία κρατών και λαών, που καλό θα ήταν πριν να φωνάζουν να ισοζυγιάσουν ό,τι δίνουν με ό,τι ωφελούνται;
Μήπως δεν είναι ο ελληνικός λαός, όχι της περιόδου της κάποιας οικονομικής του άνεσης του παρελθόντος, μα ο ελληνικός λαός της περιόδου των Μνημονίων, που χορηγεί χρήμα ζεστό σε επιχειρήσεις κολοσσούς, έμμεσα πλην ουσιαστικά, όταν π.χ, επωμίζεται το κόστος των μιζών της Ζήμενς, ή της φοροαποφυγής της Χόφστιτ, ή άλλων ντόπιων και ξένων Μεγαλοσυμφερόντων, φυσικά, με τις ανοχές αν όχι και πιέσεις προς αυτή τη κατεύθυνση, αυτών των ίδιων πολιτικών της Εσπερίας, που επιζητούν νέα σάρκα και νέο αίμα από το σώμα του ελληνικού λαού;
Μήπως, για να φέρουμε κι ένα παράδειγμα από την μικροοικονομία, δεν είναι οι φτωχοί καταθέτες, που με τα χρήματά τους δανείζουν επιχειρηματικούς κολοσσούς, ώστε να επιβιώνουν και να αναπτύσσονται οικονομικά, χωρίς πάντα να επιστρέφουν στους δανειστές τους, δηλαδή τους καταθέτες, όσα θα εδικαιούντο ως κοινωνικό μέρισμα, που να είναι κάπως αντάξιο της «αμοιβής» του διαμεσολαβητή (δηλαδή του τραπεζικού τομέα), του χρήματός τους;
Και τελειώνοντας, ας πω κι αυτό, που με δυσκολία κρατώ στην άκρη του στόματός μου.
Υπήρχε περίπτωση η «βούληση» του γερμανικού λαού της δεκαετίας του 1930 να ήταν συμβατή με τις βουλήσεις της συντριπτικής πλειοψηφίας των λοιπών ευρωπαϊκών λαών;
Και τι σήμαινε λοιπόν αυτή η «διάσταση βουλήσεων» μεταξύ λαών, εκείνης της εποχής;
Σταματώ όμως εδώ χωρίς να πάω παρακάτω τον συλλογισμό μου.
Είναι όμως το ίδιο το τότε με το σήμερα, θα πει κάποιος;
Η απάντησή μου είναι τούτη :
Προσπαθείστε να μη γίνει ουσιαστικά το ίδιο, το σήμερα με το τότε.
Διότι ο σημερινός, μη αποκρυπτόμενος γερμανικός νεοηγεμονισμός, παρατηρώντας και τις πολιτικές και ιδεολογικές δυναμικές που αναπτύσσονται εντός των μεγάλων ιδίως χωρών της Ένωσης, και όχι μονάχα της Γερμανίας, πολύ φοβούμαι ότι μας οδηγεί ολοταχώς προς τις μεγάλες πολώσεις του προηγούμενου αιώνα, με ό,τι αυτό σημαίνει.