Η κάλπη που περιμένει και η αντιπολίτευση που κοιτάζει

Η κάλπη που περιμένει και η αντιπολίτευση που κοιτάζει
Απόστολος Αποστόλου
Πότε θα κάνει εκλογές ο πρωθυπουργός;
Το ερώτημα έχει καταντήσει κάτι σαν πολιτικό ταρώ. Ρίχνουμε τα χαρτιά, κοιτάμε τις ημερομηνίες, μετράμε τις δημοσκοπήσεις, μυρίζουμε τη ΔΕΘ, ζυγίζουμε τις παροχές και στο τέλος περιμένουμε να μας αποκαλύψει η κυβερνητική Πυθία αν η κάλπη θα στηθεί νωρίτερα ή αργότερα.
Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης, πάντως, το έχει πει επανειλημμένως: εκλογές την άνοιξη του 2027. Το επανέλαβε τον Ιούλιο και μάλιστα με τρόπο που δεν άφηνε ιδιαίτερα περιθώρια για εκλογικό φλερτ το φθινόπωρο.
Ωραία. Αλλά υπάρχει ένα μικρό πολιτικό παράδοξο: αν η κυβέρνηση είναι τόσο φθαρμένη και είναι, γιατί η αντιπολίτευση δεν φαίνεται να καίγεται να την αντιμετωπίσει στην κάλπη;
Εδώ αρχίζουν τα πιο ενδιαφέροντα.
Γιατί η αντιπολίτευση μοιάζει κάπως με ταξιδιώτη που έχει φτάσει στην έρημο, έχει χάσει τον χάρτη και, αντί να κοιτάξει τον ορίζοντα, κοιτάζει το κινητό του μήπως πιάσει σήμα. Λίγη ατάκα εδώ, μια τηλεοπτική ατάκα παραπέρα, μια καταγγελία παραδίπλα και, όταν τελειώσει η ημέρα, το πολιτικό ταμείο γράφει περίπου «επανερχόμεθα».
Και βέβαια είναι ότι δεν υπάρχουν κυβερνητικές αδυναμίες. Το αντίθετο. Η ίδια η κυβέρνηση έχει μπροστά της ένα δύσκολο τελευταίο μίλι, με την ακρίβεια, τη στέγη, τις θεσμικές εντάσεις και τις πολιτικές πληγές να επιμένουν. Η κυβερνητική αφήγηση, ωστόσο, εξακολουθεί να δίνει υπόσχεση μιας τρίτης θητείας.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αμηχανία των απέναντι.
Μήπως κουράστηκαν;
Μήπως φοβούνται ένα ακόμη σοκ εξουσίας;
Μήπως το ενδεχόμενο να βρεθούν πραγματικά μπροστά στην ευθύνη της διακυβέρνησης είναι πολύ πιο τρομακτικό από την ασφαλή απόσταση της αντιπολίτευσης;
Διότι άλλο να λες «να φύγει η κυβέρνηση» και άλλο να πρέπει να απαντήσεις τι θα κάνεις την επόμενη Δευτέρα. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός χρησιμοποιεί ακριβώς αυτή την αδυναμία ως επιχείρημα, υποστηρίζοντας ότι η αντιπολίτευση συγκλίνει περισσότερο στο «να φύγει ο Μητσοτάκης» παρά σε ένα συνεκτικό σχέδιο για την επόμενη ημέρα.
Δεν είναι ασφαλώς επιχείρημα που πρέπει να το πάρουμε ως ευαγγέλιο είναι μια δικαιολογία μιας αποτυχημένης κυβέρνησης. Είναι, όμως και ένα ερώτημα;
Γιατί η χώρα δεν χρειάζεται αντιπολίτευση που απλώς περιμένει να γλιστρήσει η κυβέρνηση πάνω στις μπανανόφλουδες της, χρειάζεται αντιπολίτευση που να ξέρει πού θέλει να πάει όταν ανοίξει η πόρτα και χρειάζεται να γίνει αλλαγή κυβέρνησης το συντομότερο πριν έρθουν και άλλες καταιγίδες με διαρκέστερες ταλαιπωρίες για τους πολίτες.
Κι εδώ εμφανίζεται το φάντασμα των παλιών πυξίδων.
Οι παλιές πολιτικές πλοηγήσεις, τα δοκιμασμένα συνθήματα, οι παραδοσιακές κοινωνικές συμμαχίες, οι βεβαιότητες για το ποιος ψηφίζει ποιον, όλα αυτά μοιάζουν να έχουν χαθεί κάτω από το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Η κοινωνία μετακινείται, αλλά τα κόμματα συχνά συμπεριφέρονται σαν να περιμένουν να επιστρέψει μόνη της στη θέση που την άφησαν.
Δεν θα επιστρέψει.
Και ίσως γι’ αυτό βλέπουμε τόση ατάκα και τόσο λίγο πολιτικό περιεχόμενο. Η ατάκα είναι φθηνή, γρήγορη και τηλεοπτικά εύπεπτη. Το σχέδιο, αντιθέτως, έχει κόστος. Θέλει αριθμούς, συγκρούσεις, επιλογές, θυσίες. Θέλει να πεις όχι μόνο ποιον θα φορολογήσεις, αλλά και ποιον δεν θα φορολογήσεις. Όχι μόνο ποια συμφέροντα θα καταγγείλεις, αλλά και με ποια εργαλεία θα τα περιορίσεις.
Και κάπου εκεί η αντιπολίτευση πατάει φρένο.
Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, φαίνεται να ποντάρει ακριβώς σε αυτή την αμηχανία. Μιλά για τρίτη θητεία, αυτοδυναμία και «σταθερότητα», μια λέξη καμένη από την πολιτική πραγματικότητα,ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει την αντιπολίτευση ως κατακερματισμένη και ανίκανη να συγκροτήσει εναλλακτική πρόταση.
Αλλά ας μην κάνουμε το λάθος να θεωρήσουμε ότι επειδή η κυβέρνηση έχει απέναντί της έναν αμήχανο αντίπαλο, έχει λύσει και τα δικά της προβλήματα.
Οι τελευταίες μέρες μιας εξουσίας δεν είναι απαραίτητα οι τελευταίες μέρες μιας κυβέρνησης. Είναι, όμως, συχνά οι μέρες κατά τις οποίες η εξουσία αρχίζει να βλέπει τον εαυτό της στον καθρέφτη χωρίς το φίλτρο της παντοδυναμίας.
Η αλαζονεία, οι διαπλοκές, τα κλειστά συμφέροντα, η απόσταση από τις καθημερινές αγωνίες και η αδυναμία να αντιληφθείς πότε η κοινωνία έχει αλλάξει θερμοκρασία, μπορούν να γίνουν πολύ βαρύτερα από μια κακή δημοσκόπηση.
Κι έτσι έχουμε σήμερα το παράδοξο: μια κυβέρνηση που επιμένει ότι έχει μπροστά της δρόμο για τρίτη θητεία (ο απόλυτος εφιάλτης) και μια αντιπολίτευση που μοιάζει να περιμένει να της παραδοθεί ο δρόμος έτοιμος.
Μόνο που η πολιτική έρημος δεν έχει πινακίδες και αυτό οι πολιτικοί της χώρας δεν το γνωρίζουν.
Και όποιος δεν έχει δική του πυξίδα, όταν έρθει η ώρα της κάλπης, μπορεί να ανακαλύψει ότι περίμενε τόσο πολύ τις εξελίξεις, ώστε οι εξελίξεις τον προσπέρασαν.
Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πραγματικό ερώτημα των επόμενων εκλογών: όχι πότε θα ανοίξει η κάλπη, αλλά ποιος θα είναι πραγματικά έτοιμος όταν ανοίξει. Η πολιτική δεν είναι χόμπι του στιγμιαίου, ούτε μια τέχνη αποτρόπαιου ναρκισσισμού, αυτό το καταλάβαμε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, είναι επίσης πέρα από νέο-αυλικούς της εξουσίας, χωρίς κηρυγματολογικά δάχτυλα και σαφώς με συγκρουσιακές λύσεις.
Είναι έτοιμες οι αντιπολιτευτικές δυνάμεις να φέρουν την αλλαγή στο σαπισμένο πολιτικό τοπίο;
Απόστολος Αποστόλου. Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ «ΒΟΜΒΑ» ΑΠΟ ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΠΣΤΑΪΝ: ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΠΟΥ «ΕΘΑΨΑΝ» ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΘΕΝ ΔΙΑΣΩΣΗ ΤΗΣ, ΑΛΛΑ ΜΙΑ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΧΕΔΙΑΣΜΕΝΗ ΛΕΗΛΑΣΙΑ — ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΟΥΝ ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ ΚΑΙ ΝΑ ΘΥΣΙΑΣΤΕΙ ΕΝΑΣ ΟΛΟΚΛΗΡΟΣ ΛΑΟΣ – ΕΓΓΡΑΦΟ «ΦΩΤΙΑ» ΠΟΥ ΑΠΑΙΤΕΙ ΧΕΙΡΟΠΕΔΕΣ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΑΠΟ ΤΟ 2010 ΚΑΙ ΜΕΤΑ
Το καλοκαίρι του 2015 δεν ήταν απλώς μια δύσκολη περίοδος. Ήταν το σημείο μηδέν για μια χώρα που ένιωσε να χάνει την ανάσα της. Η Ελλάδα, εξουθενωμένη από χρόνια λιτότητας και κοινωνικής εξόντωσης, σύρθηκε σε αποφάσεις που δεν έπαιρνε η ίδια. Μια κοινωνία γονατισμένη βρέθηκε δεμένη χειροπόδαρα, ενώ η μοίρα της καθοριζόταν σε αίθουσες συνεδριάσεων μακριά από τους ανθρώπους της. Η Γερμανία είχε τον πρώτο λόγο και πρόσωπα όπως η Άνγκελα Μέρκελ και ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε κρατούσαν στα χέρια τους τη ζωή και το μέλλον εκατομμυρίων πολιτών, επιβάλλοντας όρους που θύμιζαν περισσότερο επιτήρηση παρά συνεργασία.
Την ίδια στιγμή, σε ολόκληρο τον κόσμο καλλιεργούνταν ένα τοξικό αφήγημα. Οι Έλληνες παρουσιάζονταν ως ο εύκολος ένοχος: «τεμπέληδες», «διεφθαρμένοι», «ανεύθυνοι». Ένας λαός που –σύμφωνα με την επίσημη προπαγάνδα– ζούσε πέρα από τις δυνατότητές του και τώρα έπρεπε να τιμωρηθεί. Αυτό το αφήγημα έγινε άλλοθι για πολιτικές που διέλυσαν μισθούς, συντάξεις, δομές υγείας και αξιοπρέπεια.
Όμως, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, πίσω από κλειστές πόρτες και καλοφωτισμένα σαλόνια διεθνών φόρουμ, λεγόταν μια εντελώς διαφορετική αλήθεια. Μια αλήθεια ωμή, κυνική και βαθιά αποκαλυπτική. Τα emails που ήρθαν στο φως από τα αρχεία του Τζέφρι Επστάιν ανοίγουν ένα παράθυρο σε αυτό το παρασκήνιο. Και όσα αποκαλύπτουν σοκάρουν.
Σε αυτές τις επικοινωνίες, ο Νόαμ Τσόμσκι –ένας από τους πιο γνωστούς διανοητές και επικριτές της παγκόσμιας οικονομικής τάξης– μιλούσε με τρόπο που κανένας «θεσμικός» πολιτικός δεν τόλμησε ποτέ. Την εποχή εκείνη, ο Επστάιν θεωρούνταν από την ελίτ ένας πανίσχυρος παίκτης του χρηματοοικονομικού συστήματος, ένας άνθρωπος που είχε πρόσβαση στα άδυτα της εξουσίας. Και σε αυτόν ακριβώς ο Τσόμσκι περιέγραφε την ελληνική κρίση όχι ως αποτυχία ενός λαού, αλλά ως προσχεδιασμένη οικονομική παγίδα.
Πριν το όνομα του Επστάιν ταυτιστεί με την απόλυτη φρίκη, ήταν ο άνθρωπος που «άκουγε» τις αλήθειες που δεν έβγαιναν ποτέ προς τα έξω. Στα αρχεία του, η Ελλάδα δεν εμφανίζεται ως κακοδιαχειριστής του εαυτού της, αλλά ως θύμα ενός συστήματος που έστησε ένα τέλειο έγκλημα με αριθμούς, δάνεια και μνημόνια. Σε μήνυμά του τον Ιούνιο του 2015, ο Τσόμσκι ήταν ξεκάθαρος: σχεδόν το σύνολο των χρημάτων που παρουσιάζονταν ως «στήριξη» προς την Ελλάδα κατευθυνόταν κατευθείαν στις γερμανικές και γαλλικές τράπεζες. Τράπεζες που είχαν πάρει τεράστια ρίσκα και τώρα απαιτούσαν να πληρωθούν στο ακέραιο, χρησιμοποιώντας τον ελληνικό λαό ως ενδιάμεσο.
Με απλά λόγια, οι Έλληνες πλήρωναν χρέη που δεν δημιούργησαν ποτέ. Τα δισεκατομμύρια που βαφτίστηκαν «διασώσεις» δεν μπήκαν στην πραγματική οικονομία, δεν έφτασαν στα νοσοκομεία, στα σχολεία ή στις μικρές επιχειρήσεις. Ήταν λογιστικά τεχνάσματα, σχεδιασμένα για να διασώσουν ένα τραπεζικό σύστημα που κινδύνευε. Ο Τσόμσκι χαρακτήριζε αυτά τα χρέη επαχθή και άδικα, επιμένοντας πως αντί για κοινωνική θυσία, θα έπρεπε να είχαν διαγραφεί ή να αναδιαρθρωθούν ουσιαστικά.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η στάση του ίδιου του Επστάιν. Μέσα από την ψυχρή λογική του κόσμου των δισεκατομμυρίων, περιέγραφε τα μνημόνια σαν ένα κακοστημένο θέατρο. Για εκείνον, τα χρήματα απλώς μετακινούνταν από τη μία τσέπη στην άλλη, ενώ η «λογιστική» άλλαζε ονομασίες για να φαίνονται όλα νόμιμα και αποδεκτά. Αν ο τόκος ήταν υψηλός, λεγόταν τοκογλυφία. Αν ήταν χαμηλός, βαφτιζόταν διάσωση. Στην ουσία, τίποτα δεν άλλαζε.
From: Noam Chomsky
Sent: Monday,June 29,2015 2:29 AM
To: jeffrey E.
Subject: RE:
According to economists who have been trying to investigate the details,about 90% of the payments to Greece actually go to the German and French banks who made risky investments and want to be paid off.So in effect Greeks are paying the northern banks for debts that the people never incurred.These should,I think,be considered “odious debts,” and radically restructured ot cancelled.
Σύμφωνα με οικονομολόγους που έχουν προσπαθήσει να διερευνήσουν τις λεπτομέρειες, περίπου το 90% των πληρωμών προς την Ελλάδα καταλήγουν στην πραγματικότητα στις γερμανικές και γαλλικές τράπεζες, οι οποίες πραγματοποίησαν επικίνδυνες επενδύσεις και θέλουν να αποπληρωθούν. Έτσι, στην ουσία, οι Έλληνες πληρώνουν τις τράπεζες του Βορρά για χρέη που ο λαός δεν είχε ποτέ κάνει. Αυτά θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθούν «απεχθή χρέη» και να αναδιαρθρωθούν ριζικά ή να διαγραφούν.
Για αυτή την ελίτ, ο ανθρώπινος πόνος ήταν απλώς μια παράπλευρη απώλεια. Δεν είχε σημασία αν η ανεργία των νέων εκτοξευόταν, αν τα νοσοκομεία υπολειτουργούσαν ή αν μια ολόκληρη γενιά αναγκαζόταν να φύγει στο εξωτερικό. Το μόνο που μετρούσε ήταν να «βγαίνουν τα νούμερα» και να προστατεύονται τα συμφέροντα των ισχυρών.
Σήμερα, αυτές οι αποκαλύψεις λειτουργούν σαν καθρέφτης που δεν χαρίζεται σε κανέναν. Οι περικοπές, η κοινωνική διάλυση, η απόγνωση και το μαζικό brain drain δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας φυσικής καταστροφής ή μιας αναπόφευκτης μοίρας. Ήταν το τίμημα ενός διεθνούς οικονομικού πλιάτσικου. Η Ελλάδα εγκλωβίστηκε σε έναν μηχανισμό που έστησαν τραπεζίτες και τεχνοκράτες, ενώ ο λαός στοχοποιήθηκε για να μη φανεί ποιοι πραγματικά κέρδισαν.
Οι αληθινοί «τεμπέληδες» και «διεφθαρμένοι» δεν ήταν οι πολίτες που πάλευαν να επιβιώσουν, αλλά εκείνοι που, μακριά από τα βλέμματα, οργάνωσαν μια από τις μεγαλύτερες μεταφορές πλούτου στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία. Οι διάλογοι Τσόμσκι–Επστάιν δείχνουν πως η αλήθεια ήταν πάντα εκεί. Απλώς κανείς από τους ισχυρούς δεν ήθελε να την ακούσει.
Η Ελλάδα δεν κατέρρευσε από μόνη της.
Η Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε.
Και οι υπεύθυνοι για αυτή τη λεηλασία συνεχίζουν, μέχρι σήμερα, να διαχειρίζονται τον κόσμο από τα πολυτελή γραφεία τους, ενώ μια ολόκληρη γενιά προσπαθεί ακόμα να μαζέψει τα κομμάτια της.
ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ “ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΗΣ ΧΡΕΩΚΟΠΙΑΣ” ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΔΗΛΑΔΗ Η ΔΙΑΡΚΗΣ ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΚΑΙ Η ΦΤΩΧΟΠΟΙΗΣΗ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΤΟΙΤΣΕ ΜΠΑΝΚ KAI ΕΓΚΡΙΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΔΙΚΑΣΤΕΣ ΜΑΣ. ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΠΟΥ ΕΠΙΚΑΛΛΟΥΝΤΑΙ;
https://www.lavanguardia.com/internacional/20110618/54172765459/la-quiebra-suave-de-grecia-fue-idea-del-deutsche-bank.html
RoPhim mang đến không gian xem phim trực tuyến tiện lợi, nơi người dùng dễ dàng khám phá phim mới, phim lẻ, phim bộ và anime theo sở thích.