Οργή στην κηδεία των θυμάτων του αστυνομικού – Μάνα και κόρη στο ίδιο φέρετρο
Ανείπωτος ο πόνος στο νεκροταφείο των Αγ. Αναργύρων όπου γράφεται η τελευταία πράξη του δράματος του αποτρόπαιου εγκλήματος όταν ο 47χρονος αστυνομικός σκότωσε την 4χρονη κόρη του, τη γυναίκα του και την πεθερά του, πριν αυτοκτονήσει και ο ίδιος.
Πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε για το τελευταίο αντίο στη Βασιλική, την Ελένη και τη μικρή Μυρτώ ενώ οι συγγενείς πήραν την απόφαση να οδηγήσουν μαζί στην τελευταία τους κατοικία τη μικρή Μυρτώ και τη μητέρα της στο ίδιο φέρετρο.
Η οργή των συγγενών έκδηλη: «Ο φονιάς μάς έκαψε, μάς σκότωσε την οικογένειά μας» φώναξε κάποιος από αυτούς.
Την ίδια ώρα οι αρχές αναζητούν το ακριβές κίνητρο πίσω από την πρωτοφανή οικογενειακή τραγωδία την ώρα που συγγενείς καταθέτουν συγκλονιστικές μαρτυρίες για το τι συνέβαινε πίσω από τις κλειστές πόρτες, αλλά και για τη συμπεριφορά του αστυνομικού.
Οι έρευνες επικεντρώνονται στο γεγονός πως ένας φυσιολογικό άνθρωπος στη δουλειά του, όπως τον περιγράφουν οι συνάδελφοί του 47χρονου, μετατράπηκε σε ένα στυγνό δολοφόνο που έφθασε στο σημείο να σκοτώσει την 4χρονη κόρη του. Συνάδελφοί του έλεγαν πως έδειχνε να την υπεραγαπά και να νοιάζεται και πως τηλεφωνούσε διαρκώς στο σπίτι του για να δει πώς είναι.
Την ίδια ώρα, φαίνεται ότι ανοίγουν στόματα στη γειτονιά και δειλά δειλά μιλούν για καβγάδες και φασαρίες που άκουγαν από το διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου της διπλοκατοικίας στους Αγίους Αναργύρους. Για μια σχέση που δεν ήταν ρόδινη παρά την εικόνα που φρόντιζαν να καλλιεργούν προς τα έξω.
Σοκ προκαλούν οι αποκαλύψεις του αδερφού της πεθεράς και του θείου της άτυχης γιατρού Μιχάλη Χερουβείμ, για αδιανόητες καταστάσεις που φέρεται ότι διαδραματίζονταν πίσω από την πόρτα του κατά άλλα υποδειγματικού ζευγαριού και ίσως αυτές όπλισαν το χέρι του δολοφόνου και αυτόχειρα αστυνομικού.
«Ένας εγκληματίας! Κάθε μέρα την έδερνε για να πάρει τα λεφτά ο αλήτης!» ξέσπασε ο θείος της ρευματολόγου έξω από το αιματοβαμμένο διαμέρισμα.
Μάλιστα, περιέγραψε την καθημερινότητα της ανιψιάς του ως μία διαρκή απειλή από τον σύζυγό της, που της ζητούσε συνεχώς χρήματα.
«Την απειλούσε με το όπλο εδώ και δύο χρόνια. Ήθελε να πάρει μεγάλο αυτοκίνητο για να πηγαίνει στο Κολωνάκι, στον Σημίτη, γιατί είχε βρει πάρκινγκ, και να έπαιρνε το μικρό η ανιψιά μου. Αυτή δεν ήθελε. Όλο λεφτά ζητούσε, γι αυτό τη σκότωσε. Και ανέβηκε η αδελφή μου πάνω και σκότωσε και την αδελφή μου. Εκείνη μου έλεγε ότι υποφέρουν. Πέθανε το παιδί της- ο ανιψιός μου- και αυτός ήθελε να πάρει το μερίδιό του», έλεγε εμφανώς ταραγμένος.
Ο θείος της γιατρού υποστήριξε ότι ο αστυνομικός ήταν βίαιος απέναντί της και οι καβγάδες για τα χρήματα και τα ακίνητα ήταν καθημερινότητα. Μάλιστα, επισήμανε ότι, όπως εξελίχθηκε η κατάσταση ίσως από τύχη δεν βρέθηκε και ο ίδιος μπροστά από το όπλο του Χρήστου Ζαπαντιώτη:
«Εγώ ήρθα από τη Νάξο προχθές, για να μείνω εδώ. Αν με έβρισκε, θα με σκότωνε κι εμένα. Με είχε στο στόχαστρο κι εμένα»!
Οι τριβές για το σπίτι
Σύμφωνα με πληροφορίες στην οικογένεια υπήρχαν μεγάλες τριβές μεταξύ του 47χρονου αστυνομικού και της 70χρονης πεθεράς του.
Η 70χρονη φαίνεται να μην ενέκρινε τη σχέση της κόρης της, ιατρού ρευματολόγου (σ.σ. ιατρός ήταν και η ίδια), με τον 47χρονο, έναν αρχιφύλακα. Μάλιστα ο ίδιος φέρεται να εκμυστηρευόταν σε κοντινά του πρόσωπα ότι τον υποτιμούσε και τον έθιγε.
Το θέμα του σπιτιού το τελευταίο διάστημα φαίνεται ότι είχε κάνει ακόμη χειρότερη τη μεταξύ τους σχέση. Ο 47χρονος επιθυμούσε η πεθερά του να φύγει από το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου όπου ζούσε για να φτιάξει εκεί ιατρείο η κόρη της. Εξ’ αυτού του λόγου δημιουργούνταν εντάσεις ενώ τελευταία πρέπει να είχε μπει στη συζήτηση και η απειλή του διαζυγίου κάτι που εξόργιζε τον 47χρονο.
Οπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχουν στη διάθεσή τους οι Αρχές, ο καβγάς πρέπει να ξεκίνησε στη μία τη νύχτα την περασμένη Κυριακή. Τον καβγά μεταξύ του ζευγαριού φαίνεται πως άκουσε η μητέρα της 49χρονης γιατρού και αμέσως ανέβηκε από το πρώτο όροφο όπου και διαμένει, στο διαμέρισμα της κόρης της προκειμένου να δει τι συμβαίνει. Μάλιστα εκτιμάται πως την πόρτα του διαμερίσματος άνοιξε η ίδια η 49χρονη, σε μια προσπάθεια να αποφύγει την επίθεση του άνδρα της.
Ο 47χρονος στη συνέχεια πήρε το υπηρεσιακό του όπλο και το έστρεψε κατά της πεθεράς του και της συζύγου του, αφού πρώτα έριξε στον αέρα. Όπως διαπιστώθηκε από την ιατροδικαστή, η 49χρονη σύζυγος του αστυνομικού είχε πυροβοληθεί τρεις φορές στο στήθος, σχεδόν εξ επαφής, ενώ η μητέρα της είχε δεχθεί δυο πυροβολισμούς, στο στήθος και το κεφάλι.
Οι δύο γυναίκες βρέθηκαν νεκρές κοντά στην μπαλκονόπορτα του σαλονιού, σε απόσταση λιγότερη τους ενός μέτρου μεταξύ τους.Από την στάση των πτωμάτων οι αστυνομικοί εκτιμούν πως οι δυο γυναίκες προσπάθησαν να βγουν στο μπαλκόνι, προκειμένου να ζητήσουν βοήθεια.
Στη συνέχεια, ο αστυνομικός κατευθύνθηκε προς την κρεβατοκάμαρα του ζευγαριού, καθώς η μικρούλα είχε ξυπνήσει από τους πυροβολισμούς και είχε βάλει τα κλάματα. Αφού ηρέμησε και κοίμησε ξανά το παιδί, το πυροβόλησε στον κρόταφο. Σκέπασε τη σορό της μικρής με ένα σεντόνι και ύστερα από μιάμιση ώρα γονάτισε στο κρεβάτι του και έβαλε τέλος στη ζωή του.
Ανησυχία στην ΕΛΑΣ
Την ίδια στιγμή σε εγρήγορση βρίσκονται στην ΕΛ.ΑΣ. μετά το τραγικό περιστατικό. Όπως γράφει σήμερα Ελεύθερος Τύπος οι αστυνομικοί φοβούνται και για νέα παρόμοια περιστατικά.
Οι υποδειγματικοί επαγγελματίες που μεταλλάσσονται βίαια και δολοφονικά στο οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον.
Το ποσοστό τους εξαιρετικά μικρό στους κόλπους του αστυνομικού σώματος, συνταρακτικό όμως για την κοινή γνώμη όταν εκδηλώνεται. Τραγωδίες σαν αυτή που επεφύλασσε ο 47χρονος αρχιφύλακας Χρήστος Ζαπαντιώτης μπορεί να παραμένουν και «χωρίς διάγνωση».
Από τους περίπου 55.000 αστυνομικούς, από το 2009, με τον νόμο 3169, όταν συστάθηκε η υπηρεσία καταλληλότητας οπλοφορίας, έχουν εξεταστεί μόλις 27.000 αστυνομικοί, δηλαδή οι υπόλοιποι 28.000 δεν έχουν περάσει ψυχομετρικά τεστ. Από αυτούς που εξετάστηκαν, οι περίπου 350 αφοπλίστηκαν, δηλαδή ένα ποσοστό 1,56%, με το εκτιμώμενο ποσοστό στο σύνολο του αστυνομικού προσωπικού να κυμαίνεται στο 3%.
Οι υγειονομικές υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας διαθέτουν 48 άτομα ειδικούς επιστήμονες, ωστόσο οι 11 από αυτούς συμμετέχουν στις ειδικές επιτροπές από τις οποίες εξετάζονται οι αστυνομικοί, νούμερο εξαιρετικά χαμηλό για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των εξετάσεων και του επανελέγχου κάθε 5 χρόνια! Ο 47χρονος αρχιφύλακας είχε μπει στην ΕΛ.ΑΣ. το 1992 και πέρασε ψυχομετρικά τεστ… 19 χρόνια αργότερα, αν και με το «βιογραφικό» του πολύ δύσκολα θα μπορούσε να διαγνωστεί, αν υπήρχε, η οποιαδήποτε δολοφονική προδιάθεση.
ΠΗΓΗ: ΕΘΝΟΣ, Ελεύθερος Τύπος Πρωτοσελιδα – Ειδήσεις