Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δείχνει το δρόμο: «Ποτέ ξανά» φασισμός, ναζισμός, Ολοκαυτώματα
Πρόσθεσε το olympia.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Είναι κοινός τόπος πλέον στην κοινή γνώμη και στη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού (αναφέρομαι στους πολίτες που ανήκουν στο χώρο του δημοκρατικού τόξου), ότι ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Προκόπης Παυλόπουλος, όχι μόνο ασκεί κατά τρόπο υποδειγματικό τα καθήκοντά του, αλλά και με τις καίριες και κρίσιμες παρεμβάσεις του υπερασπίζεται το γενικό δημόσιο συμφέρον. Στην πρόσφατη δε τοποθέτηση του στα Καλάβρυτα ο κ. Προκόπης Παυλόπουλος έδωσε το στίγμα της ελληνικής δημοκρατικής πολιτικής τάξης, ότι τούτο το Λαό και τούτη τη Χώρα την διαχωρίζει το αίμα και το σίδερο από το φασισμό και το ναζισμό και ότι χωρίς μίσος, αλλά με αποστροφή στα εγκλήματα του ναζισμού, η Ελλάδα αξιώνει τα απαράγραπτα δίκαιά της. Έτσι για μια ακόμη φορά, ο ανώτατος πολιτειακός παράγοντας της Χώρας, τοποθετήθηκε χωρίς περιστροφές στο ζήτημα απαξίωσης του φασισμού και του ναζισμού, που είναι έννοιες ασυμβίβαστες με το σύγχρονο ευρωπαϊκό νομικό και πολιτικό πολιτισμό. Επίσης για μια ακόμη φορά ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας και ως ακαδημαϊκός διδάσκαλος, τόνισε επ’ ευκαιρία της επετείου απόδοσης φόρου τιμής στη «Σφαγή των Καλαβρύτων», ότι οι γερμανικές επανορθώσεις που διεκδικεί η χώρα μας ως αποζημίωση για τη ναζιστική θηριωδία, καθώς και η υφαρπαγή ελληνικού εθνικού πλούτου από τους ναζί, αφορούν αξιώσεις που είναι «νομικώς ενεργές και δικαστικώς επιδιώξιμες». Επ’ ευκαιρία δε θα πρέπει να τονισθεί ότι η δήλωση του Δημάρχου των Καλαβρύτων και εξαίρετου νομικού κ. Γιώργου Λαζουρά ότι: «υπάρχει ετοιμότητα ώστε να διεκδικήσει η χώρα μας επανορθώσεις που αφορούν στο κατοχικό δάνειο και στις αποζημιώσεις των θυμάτων ύψους 371 δις ευρώ», αφορά εξαιρετικώς ευχάριστη είδηση, της οποίας η βασιμότητα θα πρέπει να υποστηριχθεί από το σύνολο του δημοκρατικού πολιτικού κόσμου. ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ «ΣΥΝΘΗΚΗ ΕΙΡΗΝΗΣ»! Επ’ ευκαιρία των προηγουμένων, υπ’ όψιν τα εξής: Η πτώση του τείχους του Βερολίνου, επανένωσε την DDR και την BRD σε ενιαία Γερμανία στις 31Αυγούστου 1990 με πρωτεύουσα το Βερολίνο. Όμως, παρά την ένωση των δύο Γερμανιών που αποτελούν τη νομική συνέχεια του Γ’ Ράϊχ, «Συνθήκη Ειρήνης» που να αφορά στη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, δεν έχει συνομολογηθεί, όσο παράξενο και εάν φαίνεται στον ανυποψίαστο αναγνώστη. Είναι πρόδηλο ότι υφίσταται μια sui generis κατάσταση. Ειδικότερα: Η Σύμβαση των Παρισίων του Φεβρουαρίου του 1947, αναφέρεται μεν σε Συνθήκη Ειρήνης, συνομολογήθηκε όμως μεταξύ της Ιταλίας, της Βουλγαρίας και των συμμάχων νικητών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στους οποίους συγκαταλέγεται και η Ελλάδα. Ωστόσο, στη Σύμβαση αυτή δεν έχει συμβληθεί ο «κύριος εχθρός»: η Γερμανία. Επίσης, αντίστοιχη συμφωνία που έλαβε χώρα στο Σαν Φραντσίσκο το Σεπτέμβριο του 1951, και που αφορά Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ της Ιαπωνίας και των συμμάχων νικητών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στους οποίους συγκαταλέγεται και η Ελλάδα, αφορά Συνθήκη στην οποία δεν έχει συμβληθεί ο «κύριος εχθρός»: η Γερμανία. (Για τις διμερείς Συνθήκες και την κύρωσή τους στην εσωτερική έννομη τάξη βλ. Ν.Δ. 423/1947 και Ν.Δ. 4393/1964.) Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΒΟΝΝΗΣ ΤΟΥ ΜΑΊΟΥ 1952 Στα προαναφερόμενα θα πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στη Συνθήκη της Βόννης του Μαΐου 1952. Η Συνθήκη αυτή είναι εξαιρετικώς σημαντική καθόσον έλαβαν χώρα ρητές συνομολογήσεις μεταξύ της τότε Δυτικής Γερμανίας, των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας. Τροποποιήθηκε δε, η Συνθήκη αυτή με το Πρωτόκολλο του Οκτωβρίου 1954 στο Παρίσι και αφορούσε τερματισμό του καθεστώτος κατοχής. Η Συμφωνία της Βόννης του 1952 είναι, ως προεκτέθηκε, εξόχως σημαντική, καθόσον, κατ’ ουσίαν αφορά αναγνώριση από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη της υποχρέωσης της Γερμανίας για πολεμικές επανορθώσεις. Ωστόσο, οι υποχρεώσεις αυτές που αφορούν στη Γερμανία τελούσαν υπό την αίρεση της υπογραφής της «Συνθήκης Ειρήνης». Συνεπώς τίθεται ζήτημα για την υπογραφή Συνθήκ
