Τόμμυ Σόλομον -Ο τελευταίος πραγματικός Μοριορί

solomon tommy
Ο Τάμε Χορομόνα Ρέχε (Tame Horomona Rehe), γνωστός επίσης με το αγγλοποιημένο όνομα Τόμμυ Σόλομον (Tommy Solomon), (7 Μαΐου 1884 – 19 Μαρτίου 1933) πιστεύεται από πολλούς πως ήταν ο τελευταίος πραγματικός Μοριορί, αν και μερικοί αμφισβητούν τον ισχυρισμό αυτό.

Ο Τόμμυ γεννήθηκε στο Γουαϊκαρίπι στα Νησιά Τσάταμ και μεγάλωσε στην Προστατευμένη Περιοχή Μοριορί στο Μανουκάου. Η μητέρα του πέθανε το 1903 αλλά εξαιτίας της νεανικής του ανευθυνότητας το μερίδιο της γης της παραχωρήθηκε στον πατέρα του κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Ο Τόμμυ παντρεύτηκε το 1903 με την Άντα Φόουλερ της φυλής Νγκάι Ταχού και άρχισαν να μαθαίνουν τη δουλειά κτηματία με πρόβατα αρχικά σε μισθωμένη γη και μετέπειτα στην οικογενειακή γη που βαθμιαία μεγάλωνε σε μέγεθος καθώς πέθαιναν οι υπόλοιποι Μοριορί. Όταν πέθαναν ο πατέρας του και η σύζυγός του το 1915 ο Τόμμυ είχε στη διάθεσή του 7.000 πρόβατα και ένα κοπάδι βόδια στην οικογενειακή φάρμα.

Ο Τόμμυ ξαναπαντρεύτηκε το 1916 την Γουακαράγουα, ανηψιά της πρώτης του συζύγου και απέκτησε πέντε παιδιά. Αφού η Νγκάι Ταχού είναι μάλλον φυλή Μαορί παρά Μοριορί τα παιδιά του Τόμμυ θα ήταν μεικτής καταγωγής.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 ο Τόμμυ έγινε γνωστός ως ένας από τους πιο πετυχημένους κτηματίες στα Νησιά Τσάταμ. Έλαβε ενεργό μέρος στην κοινωνική και πολιτική ζωή των Νησιών Τσάταμ και έχαιρε ευρέως σεβασμού για τη γεναιοδωρία του και την συμβιβαστική φύση του. Ωστόσο έμεινε περισσότερο γνωστός ως ο τελευταίος γνήσιας γενεαλογίας Μοριορί.

Πέθανε από πνευμονία και συγκοπή το 1933.

Υπάρχουν ακόμη πολλοί άνθρωποι μερικής Μοριορί καταγωγής στα Νησιά Τσάταμ και την ίδια τη Νέα Ζηλανδία.

Το 1986 φιλοτεχνήθηκε ένα άγαλμα εις μνήμην του. Το άγαλμα αυτό μπορεί να βρεθεί στο Μανουκάο κοντά στην φάρμα του.

Μοριορί

Οι Μοριορί είναι ιθαγενής πληθυσμός στα Νησιά Τσάταμ (Rekohu στη Μοριορί γλώσσα), ανατολικά του αρχιπελάγους της Νέας Ζηλανδίας.

Οι Μοριορί κατάγονται, εθνολογικά και πολιτιστικά, από τους Πολυνήσιους του Ειρηνικού Ωκεανού. Αν και είχαν γίνει υποθέσεις πως εγκαταστάθηκαν στα Νησιά Τσάταμ απευθείας από τα ισημερινά Πολυνησιακά νησιά, οι μελετητές συμφωνούν σήμερα πως οι πρόγονοι των Μοριορί μετανάστευσαν ως Μαορί από το νοτιότερο σημείο του Νοτίου Νησιού της Νέας Ζηλανδίας περίπου το 1500 μ.Χ. (βλέπε την παραπομπή για τον Clark 1994 που παρατίθεται στο τμήμα παραπομπών παρακάτω). Τα στοιχεία που υποστηρίζουν τη θεωρία αυτή πηγάζουν από την ομοιότητα της γλώσσας των Μοριορί με την Μαορί διάλεκτο που ομιλείται από την φυλή Ngai Tahu του Νοτίου Νησιού, συγκρίσεις των γενεαλογιών των Μοριορι (“hokopapa”) και των Μαορί (“whakapapa”) και άλλα. Είναι πιθανόν η λέξη Μοριορί να προέκυψε από γλωσσολογικό αναδιπλασιασμό για να δώσει έμφαση σε συγκεκριμένη ταυτότητα: αν Maori ισοδυναμούσε με τους “ανθρώπους” γενικά, τότε το Maori-aori θα ισοδυναμούσε με το “οι άνθρωποί μας”. Έτσι τα Νησιά Τσάταμ έγιναν το τελευταίο μέρος στον Ειρηνικό που αποικίστηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου της Πολυνησιακής ανακάλυψης και αποικισμού.

Τα Νησιά Τσάταμ διαθέτουν περιβάλλον ψυχρότερο και δριμύτερο από αυτό που είχαν αφήσει πίσω οι άποικοι, και με δυσκολία μπορούν να συντηρήσουν έναν πληθυσμό. Τα Τσάταμ αποδείχτηκαν ακατάλληλα για την καλλιέργεια των περισσοτέρων σοδειών που ήταν γνωστές στους Πολυνήσιους, και οι Μοριόρι υιοθέτησαν έναν κυνηγετικό-συλλεκτικό τρόπο ζωής. Λόγω της έλλειψης πηγών για πολιτιστική χρήση όπως ο φλεβίτης ή η άφθονη ξυλεία, βρήκαν διέξοδο στις πολιτιστικές τους παρορμήσεις φτιάχνοντας δενδρογλυφίες.

wikipedia

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ