Πρέπει να επιστραφεί ως απαράδεκτη η Έκθεση Ενισχυμένης Εποπτείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

image 639Βασίλης Δημ. Χασιώτης

Επιτέλους, με την γνωστή ανησυχία στην οποία έχουμε εθιστεί τόσα μνημονιακά χρόνια, όταν εν όψει κάποιας εκταμίευσης ποσού προς τη χώρα μας από τους «θεσμούς» περιμέναμε τις σχετικές «αξιολογήσεις» εκ μέρους τους, έτσι και τώρα, γνωστοποιήθηκε η «Έκθεση Ενισχυμένης Εποπτείας» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (European Commission  Enhanced Surveillance Report, Greece, February, 2019), η οποία, ως συνήθως συνέβαινε με κάθε «αξιολόγηση», είχε κάποιες «κάρτες» (άλλες κίτρινες, άλλες κόκκινες) να μας δείξει (και να μας εκβιάσει) προκειμένου να εγκριθεί η εκταμίευση ενός περίπου δις ευρώ προς τη χώρα μας.

Βέβαια τούτη τη φορά, τα πράγματα είναι κάπως διαφοροποιημένα, αφού εν προκειμένω, αυτό το δισεκατομμύριο, δεν αποτελεί αιτούμενο δάνειο αλλά επιστροφή δικών μας χρημάτων από αποδόσεις ελληνικών ομολόγων που βρίσκονται στην κατοχή των δανειστών μας. Τώρα γιατί πρέπει να τελούμε υπό την ευγνώμονα διάθεσή τους προκειμένου να μας επιστρέψουν χρήματά μας, τα οποία μάλιστα θα πάνε απευθείας στις τσέπες τους για τη μείωση του προς αυτούς χρέους μας, αυτό ας μην το συζητήσουμε εδώ, μιας και στο παρόν άρθρο σκοπεύω να θίξω ένα πολύ σπουδαιότερο ζήτημα που προκύπτει από την ίδια την Έκθεση. Ούτε, επίσης θα συζητήσω κανένα άλλο θέμα από εκείνα τα σημαντικά που θίγονται στην Έκθεση. 

Το ζήτημα που εδώ θα μας απασχολήσει, είναι εκείνο το τμήμα της Έκθεσης που αναφέρεται στις δημοσιονομικές επιπτώσεις των δικαστικών αποφάσεων που έχουν κρίνει αντισυνταγματικούς τους νόμους που έχουν να κάνουν με τις περικοπές συντάξεων και των δώρων (περιλαμβανομένων και των μισθωτών). Ως εδώ, καλά (δηλαδή, «καλά» λόγος του λέγειν, πάντα μιλάμε με τα δεδομένα των Μνημονιακών Πολιτικών). Όμως, στη σχετική Έκθεση, υπάρχει και μια ακόμα αράδα σε όσα λέει επί του θέματος, στην οποία σημειώνεται πως οι δημοσιονομικές επιπτώσεις των άνω αποφάσεων πρέπει να αντιμετωπιστούν με ισοδύναμα μέτρα αναπλήρωσης του κόστους τους, «byreforms/actions within the same policy field» είναι η έκφραση, και για να το κάνω λιανά, από την ίδια πηγή που δημιούργησε το σχετικό κόστος. Αυτό ακόμα πιο λιανά λέει : δώστε (ή : αν δώσετε) τα λεφτά στους συνταξιούχους και μισθωτούς που τους επιδικάζουν τα δικαστήρια, όμως, την ίδια στιγμή, τα ίδια αυτά ποσά, πρέπει να τα ξαναπάρετε πίσω από την ίδια κατηγορία ανθρώπων μέσω οιουδήποτε τρόπου (π.χ., νέων μειώσεων ισόποσων προς όσα έλαβαν).

Φυσικά, λαμβάνοντας υπόψη πως όλα τα Μνημόνια προκειμένου να περάσουν ως νομοθετημένες πολιτικές του Κράτους και εφαρμοστούν στη συνέχεια, ισοπέδωσαν κυριολεκτικά την έννομη Συνταγματική Τάξη της Χώρας, ουσιαστικά καταργώντας, πέραν των όποιων δικαιωμάτων του Λαού, την ίδια τη Δημοκρατία και τους Θεσμούς της όπως και την Εθνική Κυριαρχία και μάλιστα, με τρόπο εκτός από βίαιο και εξευτελιστικό, κάποιος θα μου έλεγε, «καλά τώρα, έχοντας καταπιεί ως Λαός και Χώρα τόσες καμήλους, μεταξύ των οποίων και την αγνόηση των δικαστικών αποφάσεων που φτάνει στα όρια της ουσιαστικής κατάλυσης της Δικαστικής Εξουσίας, έχει καμία έννοια να διυλίζουμε τώρα (ως Λαός) τον κώνωπα»; 

Λοιπόν, τρείς παρατηρήσεις ως προς την τελευταία (υποθετική αλλά καθόλου απίθανη) ερώτηση : Πρώτον, όταν μιλάμε για (επιχειρούμενη ουσιαστική) κατάλυση Θεσμών της Δημοκρατίας και του Συντάγματος, όσο και αν πρόκειται για το ίδιο επαναλαμβανόμενο γεγονός, ποτέ δεν συνιστά η αντίκρουσή του μια ενέργεια που εξομοιώνεται με «διύλιση κώνωπα», αποτελεί εξ ορισμού «κάμηλο» και αποτελεί η αντίκρουσή του επιβαλλόμενη υποχρέωση του κάθε πολίτη. Δεύτερον, έχει σημασία εν προκειμένω να υπογραμμιστεί πως η σχετική υπόδειξη της Έκθεσης ανωτέρω, προέρχεται όχι από έναν θεσμό όπως το ΔΝΤ, το οποίο είναι περιώνυμο για την απέχθειά του προς την νομιμότητα και τους δημοκρατικούς θεσμούς, αλλά, προέρχεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δηλαδή, την (ας πούμε με αρκετή υπερβολή διότι τρεχόντως προσωπικά θα την παρομοίαζα ως το Διοικητικό Συμβούλιο μιας μεγάλης Εταιρίας) «κυβέρνηση» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή, το φύλακα άγγελο του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, στο οποίο περιλαμβάνεται και το Πολιτικό, Κοινωνικό και Δημοκρατικό Κεκτημένο. Τρίτον δε και σπουδαιότερο, η «υπόδειξη» της Επιτροπής, πίσω από την απαίτησή της για κάλυψη του δημοσιονομικού κενού καθ’ ὀν τρόπο το εισηγείται, ουσιαστικά, [α] πλήττει την ίδια την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης [β] επιχειρεί να καταστήσει την Δικαστική Εξουσία «πλυντήριο» των παράνομων πολιτικών αποφάσεων και [γ] εισάγει ευθέως μια οιονεί κορπορατιστική φασιστική αντίληψη της συγκρότησης της κοινωνίας και οικονομίας.

 

Σε άρθρα μου στο παρελθόν, έχω τοποθετηθεί (περισσότερο ή λιγότερο) και στα τρία παραπάνω ζητήματα εκτενώς, όμως, με αφορμή την τελευταία Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, θα κάνω μια πολύ σύντομη τοποθέτηση στην τρίτη ανωτέρω επισήμανσή μου, μιας και θεωρώ ότι εν πολλοίς συνοψίζει και τις προηγούμενες δύο.

Τι λέει λοιπόν η Έκθεση με την εισήγησή της, τις «συμβουλές» της και όχι «οδηγίες», όπως ο Έλληνας πρωθυπουργός υπογράμμισε on camera στον Επίτροπο Πιερ Μοσκοβισί αναφερόμενος στην ίδια αυτή Έκθεση, όταν ο τελευταίος τον επισκέφτηκε στις 28/2 στο Μαξίμου; 

[α] Παρεμβαίνει με επίσημο έγγραφο (την Έκθεση) στην ίδια την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και ουσιαστικά, της επισημαίνει έμμεσα πλην σαφώς ποια κατά την Επιτροπή θεωρείται «δίκαιη» απόφαση και ποια όχι, («δίκαιη» απόφαση είναι κάθε απόφαση που δικαιώνει τους μνημονιακούς νόμους, ουσιαστικώς δε τις αγοραίες νεοφιλελεύθερες αξιώσεις), και ποιες συνέπειες έχουν οι «μη δίκαιες αποφάσεις» (ουσιαστικά καμία, διότι ό,τι δικαιώνει η Δικαιοσύνη, υποχρεώνεται από την άλλη η ελληνική κυβέρνηση να το ακυρώνει με άλλο νομοθέτημά της). Όμως, καθιστώντας την Δικαιοσύνη ένα τέτοιο Θεσμό, στην ουσία τον καταλύει και το μήνυμα προς τον Λαό είναι σαφές : «Δεν έχει κανένα λόγο να αιτείσθαι την προστασία της Δικαιοσύνης, διότι απλώς, ό,τι αυτή θα σας δίνει, η (εκβιαζόμενη ή μη) κυβέρνησή σας θα σας το αφαιρεί από την άλλη». 

[β] Αν όσα ισχυριστήκαμε ανωτέρω έχουν κάποια αλήθεια και στέκουν ως ισχυρισμοί, αυτός ο καλός άγγελος της Ευρώπης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ποιον ρόλο ονειρεύεται για την (ελληνική) Δικαιοσύνη; Μα το «πλυντήριο» των αντισυνταγματικών πολιτικών αποφάσεων που έχουν μετουσιωθεί σε μνημονιακούς νόμους. Εφόσον «αποκατάσταση της νομιμότητας» (μέσω των αποφάσεων που πλήττουν μνημονιακούς νόμους) σημαίνει, εν τέλει, την υποκατάστασή της με άλλη κατάσταση πραγμάτων που επαναφέρει τον δικαιωθέντα εκεί που βρίσκονταν πριν την δικαίωσή του, τότε, δεν θα ήταν πιο «ρεαλιστικό» οι Έλληνες δικαστές να «προσαρμοστούν» προς αυτόν τον «ρεαλισμό» και με τα ανάλογα επιχειρήματα να απορρίπτουν τις σχετικές αγωγές που στρέφονται κατά των μνημονιακών νόμων, ακόμα και με μια παραχώρηση των «θεσμών» (μέσα σ’ αυτούς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή) για την ικανοποίηση κάποιων «ειδικών κατηγοριών» μισθωτών και συνταξιούχων, μέσα στους οποίους θα μπορούσαν να είναι και οι δικαστικοί; Τώρα, γιατί θάπρεπε ένας νόμος που κηρύσσεται παράνομος από τα Δικαστήρια να επισύρει αρνητικές συνέπειες στα θύματά του και όχι στους συντάκτες του, γιατί δεν θάπρεπε εκείνοι που τον επέβαλαν (εδώ και οι «θεσμοί») να μην υπόκεινται στην υποχρέωση αποζημίωσης (εδώ και προς το ίδιο το εκβιασθέν Κράτος να εφαρμόσει αξιώσεις των «θεσμών»), αυτά, είναι μονάχα λίγα από κάποια «παράπλευρα» ερωτήματα που προκύπτουν.

[γ] Τέλος, αυτό το «by reforms/actions within the same policy field» που σημειώσαμε παραπάνω, αποτελεί την επιτομή της κατάλυσης της Δημοκρατίας και του Κοινωνικού Κράτους όπως αυτά εννοιολογούνται στα μη ολοκληρωτικά καθεστώτα. Γιατί π.χ., θα πρέπει το δημοσιονομικό κενό που προκύπτει από την ακύρωση αντισυνταγματικών νόμων να καλυφθεί από τους ίδιους τους συνταξιούχους; Αν αυτή η κορπορατιστική αντίληψη ισχύσει, τότε, ΟΛΩΣ ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ : [1] γιατί εντός της ίδιας «τάξης» των συνταξιούχων, εκείνοι που υπάγονταν σε υγιή Ταμεία να μην διακριθούν σε όσους υπάγοντας σε ολιγότερο υγιή Ταμεία και επομένως το σχετικό κόστος να το υποστούν μονάχα όσοι προέρχονται από προβληματικά Ταμεία; [2] Όταν διαπιστώνεται π.χ., ότι ο ΦΠΑ σε έναν κλάδο της οικονομίας, π.χ. τον τουρισμό, υπήρξε πολύ μικρότερος εκείνου που θα έπρεπε να προκύψει με βάση το ύψος της τουριστικής δραστηριότητας και των εσόδων, και επομένως δημιουργείται ένα «δημοσιονομικό κενό» εξ αυτού του λόγου, γιατί ο σχετικός λογαριασμός πρέπει να έρθει μέσω της γενικότερης δημοσιονομικής πολιτικής και στους συνταξιούχους, και να μην πάει κατ’ ευθείαν στην «τάξη» των ξενοδόχων και όσων δραστηριοποιούνται οικονομικά σ’ αυτόν τον κλάδο. [3] Κατ΄ επέκταση του ανωτέρω παραδείγματος-ερωτήματος, το ίδιο παράδειγμα και ερώτημα επεκτείνεται στο σύνολο των «τάξεων» από την δραστηριότητα των οποίων προκύπτουν διαρκή και μεγάλα «δημοσιονομικά ελλείμματα», αλλά όμως, οι σχετικοί λογαριασμοί πηγαίνουν στο σύνολο της Κοινωνίας και όχι στην κάθε «τάξη» χωριστά. [4] Στα πλαίσια της ίδιας «φιλοσοφίας» προσέγγισης των πραγμάτων και επεκτείνοντάς την λίγο, γατί ο δημότης Αθηναίων να χρηματοδοτεί μέσω της φορολογίας ένα δρόμο ή το αποχετευτικό σύστημα μιας ορεινής κοινότητας, και αντιστρόφως, με τον ίδιο τρόπο, ο δημότης της ορεινής αυτής κοινότητας να χρηματοδοτεί κάποιο έργο στον Δήμο Αθηναίων. Ή, γιατί, μια γειτονιά που έχει την δυνατότητα να χρηματοδοτεί την ασφάλειά της με την ανάθεση καθηκόντων «επιτήρησης» (αστυνόμευσης) σε μια ιδιωτική εταιρεία, να χρηματοδοτεί μια φτωχογειτονιά με αυξημένη παραβατικότητα που δεν έχει όμως την δυνατότητα να προσλάβει ιδιωτική εταιρεία security; Όμως ας επανέλθουμε στο παράδειγμα με τη «τάξη» των συνταξιούχων και με τα όσα εισηγείται με το «by reforms/actions within the same policy field» η Έκθεση της Επιτροπής. Πέραν των ανωτέρω, εισάγει την αντίληψη μιας «δημοσιονομικά ημίκλειστης» «τάξης» (ακόμα πιο άθλιο από το να ήταν εντελώς «κλειστή»), δυνάμει της οποίας (αντίληψης) : τα «δημοσιονομικά κενά» θα τα καλύπτει «εξ ιδίως», όμως, ταυτόχρονα, θα καλύπτει και τα «δημοσιονομικά κενά» άλλων «τάξεων» που δεν είναι «κλειστές», αλλά «ανοικτές», περιλαμβανομένων και εκείνων των «μεγαλο-τάξεων» που έχουν εθιστεί στο να μετέχουν σε όλα τα «τραπέζια» όπου μοιράζονται ειδικά σ’ αυτές (πλούσια) τα ελέη του Κοινού Κόπου του Λαού χωρίς να μετέχουν σ’ αυτόν τον «Κοινό Κόπο», επομένως, πρόκειται για «περίκλειστες κοινωνικές τάξεις» με δικαιώματα και χωρίς υποχρεώσεις. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η Επιτροπή «εισηγείται» ΕΙΔΙΚΩΣ για την Ελλάδα την θεσμοθέτηση δια νόμου (σε πρώτη φάση) δύο συγκεκριμένων κοινωνικών (ημίκλειστων κατά τα ανωτέρω) τάξεων τις οποίες και αποσπά από την υπόλοιπη κοινωνία στο επίπεδο της ενότητας και της κοινωνικής αλληλεγγύης, τουλάχιστον στη βάση της συνταγματικής δημοσιονομικής αρχής ότι στα δημόσια έσοδα και βάρη συμμετέχουν όλοι αδιακρίτως με βάση την οικονομική τους δυνατότητα και όχι την ομαδοποίησή τους σε επαγγελματικές ή κοινωνικές τάξεις. Έτσι, το ίδιο το μέτρο της αποκατάστασης του «δημοσιονομικού κόστους» μέσω της επίρριψής του στους δικαιωθέντες δικαστικά, συνιστά, λαμβανομένων υπόψη και των ανωτέρω, από μόνο του νέα παράνομη και εξίσου αντισυνταγματική μεθόδευση η οποία ασφαλώς θα απασχολήσει και πάλι τα δικαστήρια όταν οι ενδιαφερόμενοι προσφύγουν για τον λόγο αυτό και πάλι σ’ αυτά. (Βεβαίως εδώ υπάρχει και η μακάβρια προσδοκία, την οποία θεωρώ ως εξαιρετικά πιθανή να συνυπολογίζεται στους σχεδιασμούς των «Θεσμών» ότι με τούτο και με το άλλο, κάθε χρόνος που περνά, όλο και κάποιες δεκάδες χιλιάδες συνταξιούχοι αφήνουν τον μάταιο τούτο κόσμο με ό,τι αυτό σημαίνει από δημοσιονομική άποψη).

Καλώς ήρθατε λοιπόν, σε ό,τι στην Ιστορία έχουν αποκληθεί «Σκοτεινοί Αιώνες» (εδώ, στην Ευρώπη)!

Και να γιατί πρέπει να επιστραφεί ως απαράδεκτη η «Έκθεση Ενισχυμένης Εποπτείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής» στην Επιτροπή, με παρατηρήσεις περίπου σαν τις παραπάνω ή και με άλλες ακόμα, σε κάθε όμως περίπτωση με την εξής κατάληξη : «Η Ελληνική Δημοκρατία, επιθυμεί να έχει τις απόψεις σας επί των σημείων που θίγει στο διαβιβαστικό επιστροφής ως απαραδέκτου της Εκθέσεώς σας». Οι (ευρωπαϊκοί τουλάχιστον) «Θεσμοί» πρέπει να προκληθούν να απαντήσουν σε όλα τα ζητήματα που άπτονται του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου και που παραβιάστηκε κατάφωρα στα Ελληνικά Μνημόνια.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ