26/04/2021

Γιατί ο Ερντογάν θέλει να εξαφανίσει την κοινότητα των Κυπρίων Τουρκόφωνων Μουσουλμάνων (Β μέρος)

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ του όρου Τουρκοκύπριοι (Τ/Κ) και του Κύπριοι Μουσουλμάνοι (Κ/Μ);

Επιμέλεια – Έρευνα από Αντώνη Αντωνά.

Γηγενείς Κύπριοι Μωαμεθανοί: Στερνή σας γνώση να την είχατε πρώτα

Με συμμετοχή Ελλήνων, λινοβάμβακων και Τούρκων συνέβη και το υπό τον Νικόλαο Θησέα κίνημα του 1833, με επίκεντρο την περιοχή Λάρνακας – Σταυροβουνιού, που ξέσπασε με αφορμή και πάλι την επιβολή υψηλών και δυσβάστακτων φορολογιών στους Χριστιανού, αλλά και Μουσουλμάνους γεωργούς..

Γενικότερα, μπορούμε να πούμε ότι πολλά από τα συχνά κινήματα της περιόδου της Τουρκοκρατίας ήταν κοινωνικού χαρακτήρα και σ’ αυτά μετείχαν, αδιακρίτως, Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι. Όχι απλώς επειδή δεν επρόκειτο για εθνικιστικά – απελευθερωτικά κινήματα, αλλά επειδή ακριβώς επρόκειτο περί ανθρωπίνων αντιδράσεων κατά της αυθαιρεσίας, της καταπίεσης και της αδικίας. Τέτοιες καταστάσεις επηρέαζαν το σύνολο του λαού κι η πείνα και δυστυχία δεν ξεχώριζε Χριστιανούς, Μουσουλμάνους, λινοβάμβακους. Κατ’ ακολουθίαν, κοινές ήταν και οι αντιδράσεις.

Είναι, εξάλλου, πολύ χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στην Κύπρο δεν διαδραμάτισε ποτέ σοβαρό ρόλο ο θρησκευτικός φανατισμός, αφού δεν υπήρχε ούτε σαφής φυλετικός διαχωρισμός (μια και πολλοί Μουσουλμάνοι ήταν είτε εξισλαμισθέντες πρώην Χριστιανοί κι Έλληνες, είτε λινοβάμβακοι, με συναίσθηση της ελληνικής καταγωγής τους). Δεν υπήρξαν στην Κύπρο ποτέ συγκρούσεις λόγω διαφορετικής θρησκείας. Φυλετικός διαχωρισμός επιχειρήθηκε (κι ευρίσκεται σήμερα σε πλήρη εξέλιξη) μόνο κατά τα εντελώς πρόσφατα χρόνια, και μάλιστα αυτός ο διαχωρισμός δεν συνέβη εκ των ένδον αλλά επεβλήθη βίαια από έξω, αρχικά από τους Βρετανούς μετά το 1925 και πιο έντονα κατά τη δεκαετία του 1950. Οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, που και πάλι επεβλήθησαν στον κυπριακό λαό το 1959-1960, επισημοποίησαν τον διαχωρισμό, ακόμη και με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (που καταρτίσθηκε με βάση τις συμφωνίες). Έκτοτε δε τα πράγματα εξελίχθηκαν παρά φύσει «φυσιολογικά» (δηλαδή όπως είχαν τροχοδρομηθεί), με αποτέλεσμα τον πλήρη διαχωρισμό μετά το 1974.

Ελέχθη πιο πάνω ότι δεν υπήρξε θρησκευτική αντιπαράθεση μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων στην Κύπρο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, αντίθετα, απαντώνται στο νησί διάφορα θρησκευτικά έθιμα που είναι κοινά μεταξύ του χριστιανικού (ελληνικού) και του μουσουλμανικού (τουρκικού) πληθυσμού. Το χριστιανικό έθιμο του λιβανίσματος – καπνίσματος, για παράδειγμα, απαντάται ακόμη και σήμερα, αν και σπάνια, μεταξύ των Τουρκοκυπρίων (μαρτυρία Ελληνοκυπρίων που είχαν επισκεφθεί τις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου τον Απρίλιο του 1990). Μουσουλμάνοι, εξάλλου, (δηλαδή εξισλαμισθέντες, λινοβάμβακοι και Τούρκοι) όχι μόνο έπαιρναν μέρος σε χριστιανικά πανηγύρια (όπως ανεφέρθη πιο πάνω) κι έκαναν τάματα σε αγίους, αλλά έπαιρναν ενεργό μέρος και σε άλλες χριστιανικές εκδηλώσεις, όπως για παράδειγμα σε λιτανείες κατά τις περιόδους ανομβρίας, τηρούσαν παραδοσιακά ελληνικά έθιμα του γάμου και άλλα, ενώ υπάρχει και μαρτυρία ότι «Τούρκοι» πήγαιναν κρυφά τα βράδια στο Σταυροβούνι όπου παρακολουθούσαν νυχτερινές λειτουργίες που γίνονταν ειδικά γι’ αυτούς, εξομολογούν-το και κοινωνούσαν (Π. Σαμαράς, ο.π.π., σ. 34).

Πολλά χριστιανικά έθιμα που τηρούνταν κι από τους Τουρκοκυπρίους, τελικά εγκαταλείφθηκαν κατά τα τελευταία μόλις χρόνια (ιδίως μετά το 1963), όταν η σοβινιστική ηγεσία τους (Ραούφ Ντενκτάς) απαγόρευσε την τέλεσή τους. Μάλιστα πολλές είναι οι περιπτώσεις κατά τις οποίες άνθρωποι του Ραούφ Ντενκτάς «τιμώρησαν» ξυλοκόπησαν, ακόμη και δολοφόνησαν Τουρκοκυπρίους χωρικούς, προσπαθώντας να τους εξαναγκάσουν βίαια να μη μιλούν την ελληνική, να μάθουν την τουρκική και να εγκαταλείψουν διάφορα έθιμα και συνήθειες τους.

Οι λινοβάμβακοι αντιμετώπιζαν σωρεία προβλημάτων κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Γιατί εάν με τον (επιφανειακό) εξισλαμισμό τους είχαν αποφύγει μια κατηγορία προβλημάτων, ακριβώς από την πράξη τους αυτή δημιουργήθηκαν άλλα προβλήματα για τους ιδίους. Σίγουρα πολλοί θα πρέπει ν’ αντιμετώπιζαν πρόβλημα συνειδήσεως αλλά να αισθάνονταν και ντροπή ή κι άλλες ενοχές. Υπήρχαν όμως και πιο πρακτικά προβλήματα, όπως εκείνο της στράτευσης τους. Διότι ως Οθωμανοί, πλέον, ήταν υπόχρεοι να στρατεύονται στον οθωμανικό στρατό. Προκειμένου ν’ αποφεύγουν αυτό το καθήκον, αναγκάζονταν κι αυτοί να πληρώνουν τον ειδικό φόρο απαλλαγής τους από τη στρατιωτική υπηρεσία, που λεγόταν ασκεριές (τον οποίο πλήρωναν οι Χριστιανοί). Ωστόσο συχνά οι τουρκικές αρχές δεν δέχονταν αυτή τη διευθέτηση και βίαια στράτευαν Κυπρίους λινοβάμβακους, παρά τις απελπισμένες εκκλήσεις τους (σχετικό άρθρο δημοσίευσε η ιταλική εφημερίδα Gazzetta d’ Italia της 6.1.1878, σε ανταπόκριση της από τη Λάρνακα).

Μερικοί από τους εξισλαμισθέντες Κυπρίους ανήκαν πράγματι στην ηγέτιδα τάξη των Κυπρίων, μάλιστα δε συνέχισαν να συνεργάζονται στενά και με τους Έλληνες εκκλησιαστικούς κι άλλους ηγέτες. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελούν ο Ανδρέας Σολομωνίδης (Χουρσίτ αγάς) κι ο αδελφός του Μάρκος Σολομωνίδης (Αχμέτ αγάς), μάλιστα γιοι και οι δυο ενός ιερέα, του παπά Σολωμού από το χωριό Έμπα της επαρχίας Πάφου. Άλλα τρία παιδιά της ίδιας οικογένειας, μια κόρη και δυο γιοι, ο Χριστόδουλος και ο Νικόλαος (γνωστός κι ως λογιότατος λόγω της πλατιάς μόρφωσης του), δεν είχαν εξισλαμισθεί. Ο Ανδρέας Σολομωνίδης, όπως κι ο Μάρκος Σολομωνίδης, εξισλαμίσθηκαν το 1821. Ο πρώτος μάλιστα, παρά τον εξισλαμισμό του, γράφει αργότερα ή και προσυπογράφει εθνικού περιεχομένου επιστολές προς τον Έλληνα κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Σε σωζόμενη επιστολή του (ημερ. 19 Αυγούστου1828) ο Σολομωνίδης (Χουρσίτ αγάς) υπογράφει με το χριστιανικό του όνομα κι εξηγεί ότι υποκρίνεται μπροστά στους Τούρκους, προκειμένου να είναι σε θέση να βοηθεί τους δυστυχούντες συμπατριώτες του. Προσθέτει μάλιστα πως αν και δεινές περιστάσεις κατόρθωσαν νά ἀλλοιωσουν τά σώματα και τά ονόματα τίνων Κυπρίων, δέν ἠ μπόρεσαν μολοντούτο νά βλάψουν τόν ἐσωτερικόν ἄνθρωπον… (βλέπε πλήρες κείμενο της επιστολής στο λήμμα Σολομωνίδης Ανδρέας).

Στη γνωστή περίπτωση των Σολομωνίδων έχουμε πέντε αδέλφια (παιδιά ιερέα) εκ των οποίων τα δύο έγιναν (έστω τυπικά) Μουσουλμάνοι, ενώ τα άλλα τρία παρέμειναν Χριστιανοί. Φυσικά θα πρέπει να υπήρχαν και πολλές άλλες παρόμοιες περιπτώσεις μεταξύ του απλού λαού, περιπτώσεις συγκλονιστικές, που μας επιτρέπουν να φανταστούμε τα προβλήματα των ανθρώπων αυτών και τις μεταξύ τους σχέσεις, αλλά που ταυτόχρονα εξηγούν, ως ένα βαθμό, το γεγονός ότι δεν υφίσταντο ουσιαστικές φυλετικές και θρησκευτικές συγκρούσεις μεταξύ των Χριστιανών και των Μουσουλμάνων της Κύπρου.

Το όλο ζήτημα της διακατοχής και χρήσης γης, τόσο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας όσο και κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας, είναι επίσης ένα θέμα που άπτεται του όλου πλέγματος των σχέσεων Ελλήνων και Τούρκων, ή Χριστιανών και Μουσουλμάνων. Οι τότε συνθήκες οι σχετικές με την κατοχή και καλλιέργεια της γης και την παραγωγή κι εμπορία των προϊόντων, όχι μόνο ευνοούσαν αλλά πολλές φορές επέβαλλαν κιόλας τη συνεργασία προς αντιμετώπιση των διαφόρων προβλημάτων. Θεσμοί όπως εκείνος των «πουμουσιάρικων» χωραφιών (= χωραφιών που ανήκαν σε έναν αλλά αυτός συνεργαζόταν στις καλλιέργειες και στην εκμετάλλευσή τους με άλλο ή άλλους κατόπιν συμφωνίας), βρίσκονταν σε συχνή χρήση. Τα εργατικά χέρια για τις διάφορες κοπιαστικές εργασίες (όπως λ.χ. ο θερισμός) ήταν επίσης τομέας συνεργασίας.

Η συνεργασία ήταν στενή και σε πολλούς άλλους τομείς, ιδιαίτερα στα χωριά που, λόγω των τότε συνθηκών και προβλημάτων, ήταν υποχρεωμένα να είναι αυτάρκη σε πολλά πράγματα η ανταλλαγή προϊόντων ήταν κάτι το επιβεβλημένο. Σε πολλά χωριά οι μαμμούδες (= εμπειρικές μαίες, που ασκούσαν κι εμπειρική ιατρική σε διάφορους άλλους τομείς) ήταν Τούρκισσες κι αυτές φώναζαν κι όλοι οι Έλληνες χωριανοί ή ακόμη και οι των γύρω χωριών. Αργότερα, κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας, όταν άρχισε η εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου της Κύπρου, Έλληνες και Τούρκοι εργάζονταν μαζί στη σκληρή εργασία των μεταλλείων, οι δε οικογένειές τους ζούσαν η μια δίπλα στην άλλη στους οικισμούς των μεταλλωρύχων που είχαν σχηματιστεί. Στον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο πήραν μέρος, στις τάξεις του αγγλικού στρατού, Έλληνες και Μουσουλμάνοι της Κύπρου που αγωνίστηκαν στις ίδιες επάλξεις, ως στρατιώτες του Κυπριακού Συντάγματος. Μετά τον πόλεμο, όταν έγιναν οι μεγάλοι απεργιακοί αγώνες (βλέπε λήμμα απεργίες), και πάλι αγωνίστηκαν μαζί Έλληνες και Τούρκοι της Κύπρου για βελτίωση των συνθηκών εργασίας και για εξασφάλιση των πρώτων βασικών παροχών προς τους εργαζομένους, πραγματικά δε επικοί ήταν οι κοινοί αγώνες διαφόρων τάξεων εργατών, όπως οι μεταλλωρύχοι και οι οικοδόμοι.

Τα πράγματα, ωστόσο, διαφοροποιήθηκαν μετά την έναρξη του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα των Ελληνοκυπρίων κατά των Βρετανών. Το σύνθημα των Ελλήνων του νησιού για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, έφερε αντίδραση των φανατικών Τούρκων της ΤΜΤ. Μάλιστα με αγγλικές προσπάθειες κι ενθάρρυνση, κατόρθωσε σύντομα να επιβληθεί η εξτρεμιστική ομάδα των Τουρκοκυπρίων, που μέχρι σήμερα (2021) αποτελεί ακόμη τη δοτή ηγεσία τους με τον δοτό ηγέτη σωβινιστή Ερσιν Τατάρ.

Μια από τις πιο σημαντικές ενέργειες των Βρετανών προς προώθηση των δικών τους συμφερόντων και εξουδετέρωση του απελευθερωτικού αγώνα των Ελληνοκυπρίων, ήταν η προσπάθεια δημιουργίας διακοινοτικής διαμάχης στην Κύπρο. Η αρχή του «διαίρει και βασίλευε» εφαρμόστηκε για μια ακόμη φορά με επιτυχία. Εκτός από την αφύπνιση της ίδιας της Τουρκίας και την ανάμειξη της ως άμεσα ενδιαφερομένου μέρους στο ζήτημα της Κύπρου, οι Βρετανοί κατόρθωσαν να φέρουν – για πρώτη φορά – αντιμέτωπες και τις δυο κύριες κοινότητες του νησιού: Διάλεξαν ένα ικανό αριθμό Τουρκοκυπρίων εξτρεμιστών που τους έχρισαν ως «ειδικούς αστυνομικούς» (επικουρικοί, ελέγοντο), τους όπλισαν και τους έριξαν κατά των αγωνιζομένων Ελληνοκυπρίων. Στις φυλακές, στα στρατόπεδα συγκεντρώσεων και στους άλλους χώρους κράτησης και βασανισμού, πολλοί φύλακες, βασανιστές και δήμιοι ήταν Τούρκοι.

Στη Λευκωσία, κατά κύριο λόγο, αλλά κι αλλού, οι Άγγλοι επέβαλλαν στους Ελληνοκυπρίους κατ’ οίκον περιορισμό, και τότε επέτρεπαν στους Τουρκοκυπρίους να επιτίθενται και να πυρπολούν, να λεηλατούν και να καταστρέφουν περιουσίες ελληνικές. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις εφαρμογής αυτού του αγγλικού σχεδίου ήταν η γνωστή σφαγή των Κοντεμενιωτών: Οι Άγγλοι, αφού συνέλαβαν αρκετούς κατοίκους του χωριού Κοντεμένος, τους μετέφεραν στο τουρκικό χωριό Κιόνελι, άντρο του τουρκοκυπριακού εξτρεμισμού, κι εκεί τους… απελευθέρωσαν, αφήνοντας τους να επιστρέψουν πεζοί – και άοπλοι φυσικά – από τα χωράφια στο χωριό τους. Οι καραδοκούντες Τούρκοι επιτέθηκαν κατ’ αυτών και κατέσφαξαν 8 συνολικά άτομα (12.6.1958۠ βλέπε λεπτομέρειες στο λήμμα Κιόνελι σφαγή).

Οι προσχεδιασμένες και υποκινούμενες από τους Βρετανούς τουρκικές ωμότητες κατά των Ελληνοκυπρίων προκάλεσαν, βέβαια, την αντίδραση των τελευταίων. Έτσι, κατά την περίοδο του απελευθερωτικού αγώνα οι Έλληνες και οι Τούρκοι της Κύπρου βρέθηκαν να είναι, για πρώτη φορά, αντίπαλοι κι εχθροί και μάλιστα με πολύ χυμένο αίμα (κι από τις δύο πλευρές) ανάμεσά τους.

Λινοπάμπακοι: Κρυπτοχριστιανοί ή ιδιαίτεροι Μουσουλμάνοι;

Και μόνο το όνομα αυτής της κυπριακής κοινότητας λέει αρκετά: Λινοπάμπακοι, δηλαδή και λινό και βαμβάκι. Προφανώς τους αποδόθηκε και με μια δόση ειρωνείας, απέναντι στην προσπάθειά τους να ισορροπήσουν ανάμεσα στο Χριστιανισμό και το Ισλάμ, κρατώντας τα πρακτικά πλεονεκτήματα και από τις δυο θρησκείες.

Για την καταγωγή των Μουσουλμάνων Κυπρίων υπάρχουν διαφορετικές θεωρίες. Πολλοί Ελληνοκύπριοι τους θεωρούν επιφανειακά εξισλαμισμένους (κρυπτοχριστιανούς) πρώην Ορθόδοξους. Η άλλη άποψη είναι ότι ήταν κυρίως εξισλαμισμένοι Χριστιανοί, Καθολικοί, είτε Λατίνοι είτε Μαρωνίτες. Αυτή η εκδοχή (που φαίνεται να δέχονται και πολλοί από τους ίδιους τους σημερινούς απόγονούς τους) μοιάζει και πιο λογική, αφού ήταν οι Χριστιανοί που είχαν γνωρίσει διώξεις από το οθωμανικό καθεστώς και είχαν πολύ μεγαλύτερη πίεση για να αλλαξοπιστήσουν. Όπως και να έχει, ένα είναι σίγουρο: ήταν κατά κανόνα ελληνόφωνοι, μέχρι και πολύ πρόσφατα (ακόμα και σήμερα κάποιοι από τους απογόνους τους διατηρούν την ελληνική κυπριακή διάλεκτό τους, όπως οι σημερινοί κάτοικοι της Γιαλούσας, που κατάγονται κυρίως από την περιοχή της Τηλλυρίας).

Οι Λινοπάμπακοι κατοικούσαν σε διάφορες περιοχές της Κύπρου. Τόποι που συνδέθηκαν ιδιαίτερα με την ιστορία και τον πολιτισμό των Λινοπάμπακων είναι π.χ. η περιοχή της Τηλλυρίας ή το χωριό Λουρουτζίνα στην επαρχία Λάρνακας.

Τ/Κ Λουρουτζίνα. Πριν το ’74 έφτασε να έχει μέχρι 3000 κατοίκους, αλλά η απομόνωση (μόνο μια στενή λωρίδα γης το συνδέει με τα υπόλοιπα κατεχόμενα) και η στρατιωτικοποίηση μετά την εισβολή έφεραν και την παρακμή του: μόνο 400-500 κάτοικοι έχουν απομείνει σήμερα.

Οι Λινοπάμπακοι την εποχή της Τουρκοκρατίας και στις αρχές της Αγγλοκρατίας ήταν εξωτερικά αναγνωρίσιμοι ως Μουσουλμάνοι (π.χ. μέσω της ενδυμασίας τους), τηρούσαν όμως και πολλές χριστιανικές παραδόσεις (όπως πιθανόν τη βάφτιση), ενώ συχνά είχαν διπλά ονόματα, μουσουλμανικό και χριστιανικό, κατά προτίμηση κάποια κοινά και στις δύο θρησκείες π.χ. Γιουσούφ – Ιωσήφ. Για τους γάμους τους αναφέρεται ότι γινόταν ένας μουσουλμανικός, δημόσια και ανοικτός σε όλους, που τον ακολουθούσε ένας κρυφός χριστιανικός. Επίσης υπάρχουν αναφορές ότι κατανάλωναν και χοιρινό κρέας.

Όλα αυτά ερμηνεύονται συνήθως ως κρυπτοχριστιανισμός. Είναι αλήθεια ότι πολλοί επέστρεψαν στο Χριστιανισμό με την Αγγλοκρατία (αναφέρονται ως παραδείγματα οι κάτοικοι του Λιοπετρίου και του Μοναγρίου). Δεν το έπραξαν όμως όλοι: κάποιοι προτίμησαν αντίθετα να ενταχθούν πιο αποφασιστικά στη μουσουλμανική κοινότητα. Αυτό δείχνει ότι το φαινόμενο των Λινοπαμπάκων είναι μάλλον λιγότερο απλό απ’ ότι κάποιοι θα ήθελαν να είναι.

Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των Λινοπάμπακων στην αρχή της Αγγλοκρατίας διαφέρουν πολύ, από 12000 μέχρι 20000 άτομα (στην τελευταία περίπτωση θα αποτελούσαν περίπου 40% των τότε Τουρκοκυπρίων). Από τότε όμως, υπό την πίεση της ένταξης σε μια από τις δύο θρησκευτικές ομάδες, άρχισαν να μειώνονται ραγδαία. Στις αρχές του 20ού αιώνα φαίνεται ότι πολύ λίγοι πλέον αυτοπροσδιορίζονταν ως Λινοπάμπακοι – σημάδι ίσως κι αυτό μιας νέας εποχής λιγότερο ανεκτικής σε «ενδιάμεσες» ή πολλαπλές ταυτότητες.

Λινοβάμβακοι ή λινοπάμπατζιοι

Είναι γνωστό ότι η παρουσία κρυπτοχριστιανών στην Κύπρο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας δεν αποτελεί μοναδικό φαινόμενο. Σ’ όλες τις χριστιανικές χώρες, που κατακτήθηκαν από τους Μωαμεθανούς, παρατηρήθηκε, σε μικρότερη ή μεγαλύτερη κλίμακα, ο βίαιος εξισλαμισμός κατοίκων με διάφορες μεθόδους: με το παιδομάζωμα, χιλιάδες Χριστιανών αγοριών αρπάζονταν από τις οικογένειές τους, για να μετατραπούν σε γενίτσαρους- με την αρπαγή γυναικών για τα χαρέμια των πασάδων και των αγάδων, πολλές Χριστιανές εξισλαμίζονταν με την απειλή της καταστροφής, της οικονομικής αφαίμαξης ή του εκτοπισμού, ολόκληρες οικογένειες ή χωριά αναγκάζονταν να εξισλαμισθούν, για να αποφύγουν μια βαριά τιμωρία ή μια βαριά φορολογία, που δεν ήταν σε θέση να πληρώσουν.

Κοντά σ’ αυτούς τους βίαιους εξισλαμισμούς υπήρχαν και οι «εκούσιοι», που στην ουσία και αυτοί δεν μπορεί να ήσαν πραγματικά εκούσιοι — εκτός ίσως μερικών εξαιρέσεων — αλλά αποτέλεσμα ηθικής κάμψης μπροστά στις εξουθενωτικές συνθήκες που προκαλούσε η οθωμανική κατάκτηση με τη μετατροπή ελεύθερων ανθρώπων ή γενικά ανθρώπων, που άλλοτε είχαν ευτυχήσει ή πλουτίσει ή ζήσει σε ανεκτές συνθήκες, σε δούλους και κατατρεγμένους. Έτσι άτομα ή οικογένειες εγκατέλειπαν τη θρησκεία τους και ασπάζονταν τη θρησκεία των κατακτητών τους, για να διατηρήσουν τις περιουσίες τους ή τα προνόμιά τους, ή για να εξασφαλίσουν πλεονεκτήματα που απολάμβανε η άρχουσα μουσουλμανική τάξη μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

Η αποστασία από τον Χριστιανισμό, εφόσον δεν γινόταν για λόγους συνειδήσεως, αλλά για λόγους ανάγκης, οδηγούσε ως επί το πλείστον σ’ έναν εξωτερικό συμβιβασμό των ανθρώπων, όχι όμως και στην πλήρη ένταξη και αφομοίωσή τους στη νέα τους θρησκευτική και αργότερα — με την ανάπτυξη του εθνικισμού — και εθνική κοινότητα. Έτσι, ενώ εμφανίζονταν κατά τύπους ως Μουσουλμάνοι και τηρούσαν τις θρησκευτικές υποχρεώσεις των Μουσουλμάνων, παρέμεναν κατά βάθος Χριστιανοί και στα κρυφά τηρούσαν τις θρησκευτικές υποχρεώσεις των Χριστιανών. Ταυτόχρονα διατηρούσαν, όσο μπορούσαν, τις συνήθειες και τις παραδόσεις του λαού, από τον οποίο προέρχονταν καθώς επίσης και τη μητρική τους γλώσσα.

Για την Κύπρο υπάρχουν πολλές μαρτυρίες, ότι γίνονταν εξισλαμισμοί καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Ήδη από τα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κατοχής ένας άγνωστος αριθμός κατοίκων του νησιού — Έλληνες, Φράγκοι, Βενετσιάνοι και άλλοι — αναφέρεται ότι εξισλαμίσθηκαν είτε για να διατηρήσουν τις περιουσίες τους ή τις θέσεις τους στη διοίκηση, είτε για άλλους λόγους. Με αυτούς τους εξισλαμισμούς άρχισε να ενισχύεται αριθμητικά η πρώτη μουσουλμανική κοινότητα, που εγκαταστάθηκε στην Κύπρο μετά την κατάληψή της από τους Μωαμεθανούς το 1570-71. Τον αρχικό πυρήνα αυτής της κοινότητας είχαν αποτελέσει 2-3 χιλιάδες Μουσουλμάνων στρατιωτών, που έμειναν στην Κύπρο ως φρουρά μετά την κατάκτησή της.

Ότι οι εξισλαμισθέντες Χριστιανοί της Κύπρου είχαν ασπασθεί τη νέα τους θρησκεία εξωτερικά μόνο και ότι κατά βάθος παρέμεναν Χριστιανοί, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι συνωμοτούσαν μαζί με τους Έλληνες και άλλους Χριστιανούς κατοίκους του νησιού και συνεργάζονταν με Ευρωπαίους ηγεμόνες για να εξεγερθούν — και έκαμαν και αρκετές ανεπιτυχείς εξεγέρσεις — και να αποτινάξουν τον τουρκικό ζυγό, οπότε και θα επανέρχονταν στην πατρογονική τους θρησκεία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Girolamo Dandini, o οποίος επισκέφθηκε την Κύπρο το 1596-7, υπήρχαν 12-13 χιλιάδες Τούρκων στο νησί. «Οι περισσότεροι απ’ αυτούς», έγραψε ο Dandini, «είναι αποστάτες, οι οποίοι ασπάσθηκαν το Ισλάμ, για να απολαμβάνουν μεγαλύτερη ησυχία… Μόλις αυτοί οι αποστάτες δουν ένα χριστιανικό στρατό θα πετάξουν το τουρμπάνι και θα ξαναφορέσουν το καπέλο και θα στρέψουν τα όπλα τους εναντίον του Τούρκου» (Excerpta Cypria, σ. 182).

Επιμέλεια – Έρευνα – Αναδημοσιεύσεις από Ιστορικές Εγκυκλοπαίδειες κ.ά. από Αντώνη Αντωνά. www.ledrastory.com

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ