Το Τόξο Ελλάδας – Κύπρου και ένα περίγραμμα σκέψεων πάνω στο ζήτημα της εφαρμοστικότητας του άρθρου 2 του Συμφώνου «Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης» Ελλάδας – Γαλλίας

Βασίλης Δημ Χασιώτης

Η πρόσφατη συμφωνία Ελλάδας – Γαλλίας («Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης» μεταξύ των δύο χωρών), αναζωπύρωσε την αρθρογραφία γύρω από τα στρατηγικά και γεωπολιτικά ζωτικά συμφέροντα της χώρας μας στην Ανατολική Μεσόγειο, και πώς αυτά μπορούν να υπηρετηθούν καλύτερα, όπως και για τα ζητήματα που προκύπτουν από την μόνιμη ένταση στις σχέσεις μας με την Τουρκία, εξ αιτίας των κυριολεκτικώς πειρατικών της ενεργειών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, κατά παράβαση κάθε έννοιας Διεθνούς Δικαίου.
Σε ό,τι αφορά τη παραπάνω Συμφωνία Ελλάδας-Γαλλίας : πρώτον, την βρίσκω εξαιρετικά χρήσιμη (κι αυτό παρά τους κάποιους επιμέρους προβληματισμούς που (μου) γεννά, που δεν έχουν να κάνουν με τη χρησιμότητά της, όσο με τη εφαρμοστικότητά της, ιδίως σε περίπτωση που χρειαστεί να ενεργοποιηθεί το άρθρο 2 που προβλέπει την αμοιβαία συνδρομή (και στρατιωτική αν χρειαστεί) «σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών»)), και δεύτερον, πρόκειται για μια Συμφωνία, που θεωρώ, πως ουσιαστικά βάζει, εκούσα ακούσα, τα πράγματα σε ό,τι αφορά την «ενότητα» της ΕΕ, στη σωστή τους βάση, αφού, είναι εξαιρετικά παράδοξο για την τόσο πολυδιαφημισμένη αυτή «Ευρωπαϊκή Ενότητα» που εδώ στη χώρα μας, συχνά-πυκνά οδηγεί σε κραυγές του τύπου «τα ελληνικά σύνορα είναι και ευρωπαϊκά», και, αντί η Ευρωπαϊκή Ένωση, συλλογικά, θα έπρεπε αυτή να εγγυόνταν τα σύνορά «της» -που παρεμπιπτόντως είναι και δικά μας-, ΜΕΣΩ ΜΙΑΣ ΠΑΡΟΜΟΙΑΣ ΔΕΣΜΕΥΣΗΣ ΣΕ (ΠΑΝ)ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ, (με αυτή του άρθρου 2 της Ελληνογαλλικής Συμφωνίας), να απαιτείται τώρα να προσφεύγουμε σε ένα Κράτος-μέλος της, παρακάμπτοντας την «εξ ορισμού» -ως ισχυρίζονται αυτές οι κραυγές- «εγγύηση» που μας παρέχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, και να ζητάμε την δική του ουσιαστική πλέον συνδρομή στη φύλαξη των συνόρων μας, (αυτού δηλαδή του μεμονωμένου Κράτους, της Γαλλίας εν προκειμένω) διότι προφανώς, όσο και απλούστατα, αυτό που αποκαλείται Ευρωπαϊκή «Ένωση», δεν αποτελεί παρά αυτό, που παγίως αποκαλώ, μια Αγοραία και Οικονομική Ένωση, με τα ΕΘΝΙΚΑ συμφέροντα τής κάθε Χώρας-μέλους να προτάσσονται κάθε άλλης «κοινής προοπτικής», η οποία είναι «κοινή» όσο ταυτίζεται και με την ΕΘΝΙΚΗ προοπτική του κάθε Κράτους-μέλους.
Επίσης, είναι σχεδόν βέβαιο, γνωρίζοντας θεωρώ όλοι μας αρκετά καλά πώς δρα και αντιδρά η Άγκυρα, ότι η Τουρκία, σε πρώτη ευκαιρία, δεν θα αφήσει αναπάντητη αυτή τη Συμφωνία, έστω και επιχειρώντας μέσω ήπιων αρχικά προκλήσεων, να διαπιστώσει την «λειτουργικότητά» της, ιδίως σε ό,τι αφορά το δεύτερο άρθρο της. Μπορώ να εικάσω, πως αν η εκ μέρους της Γαλλίας «συνδρομή» περιοριστεί ή κινηθεί, σε αυτό που παραπέμπει άλλωστε, δηλαδή, εντός των πλαισίων του άρθρου 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, που αναφέρεται σε «ένοπλη επίθεση», δηλαδή, αυτό το άρθρο ενεργοποιείται μονάχα αν η Ελλάδα ή η Γαλλία δεχτούν από τρίτη χώρα «επίθεση», τότε, πολύ φοβούμαι ότι θα μπλέξουμε σε ζητήματα ερμηνείας, τα οποία άλλωστε, προκύπτουν ήδη από τις διατυπώσεις της ίδιας της Συμφωνίας. Π.χ., δεν επεξηγείται, ποιες είναι οι τρέχουσες διεθνείς και ευρωπαϊκές δεσμεύσεις των δύο χωρών και ιδιαιτέρως της Γαλλίας, δοθέντος, ότι κατά το άρθρο 30 της Συμφωνίας, απαιτείται αυτή να μην προσκρούει (αντιτίθεται) σε τέτοιου είδους «δεσμεύσεις», οι οποίες αν υπάρχουν, ασφαλώς και θέτουν εν αμφιβόλω την δυνατότητα ενεργοποίησης του άρθρου 2 της Συμφωνίας. Αμέσως, παρακάτω, θα γίνω πιο λεπτομερής στο ζήτημα της «λειτουργικότητας» της Συμφωνίας, κυρίως σε ό,τι αφορά τις προϋποθέσεις ενεργοποίησης του άρθρου 2 αυτής.
Όλη η Συμφωνία λοιπόν, είναι διάσπαρτη από «παράλληλες δεσμεύσεις», που συναρτούν αν όχι και εξαρτούν την ισχύ της με τέτοια ζητήματα, όπως η εμβάθυνση της ελληνογαλλικής στρατιωτικής συνεργασίας θα γίνεται με τη «ταυτόχρονη» («συγχρόνως» κατά τη διατύπωση του κειμένου) επιδίωξη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής άμυνας (άρθρο 15), πράγμα που βάζει «από το παράθυρο» στη Συμφωνία, ως αμέσως ενδιαφερόμενες, σχεδόν όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες θα έχουν λογικά το δικαίωμα (που προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση της Συμφωνίας) να αξιολογούν (πολιτικά τουλάχιστον αν όχι και στρατιωτικά), αν δοθείσα κοινή στρατιωτική δράση Γαλλίας – Ελλάδας, πράγματι «ταυτοχρόνως» «ενισχύει» και την ευρωπαϊκή άμυνα, μια «ευρωπαϊκή άμυνα», να θυμίσω, φάντασμα, αφού δεν υπάρχει «ευρωπαϊκός στρατός» ελλείψει αντίστοιχης κρατικής οντότητας -και καλώς μια τέτοια «οντότητα» δεν διαθέτει ένοπλες δυνάμεις! Υπάρχουν ΕΘΝΙΚΟΙ ευρωπαϊκοί στρατοί, αλλά ΕΘΝΙΚΟΣ Ευρωπαϊκός Στρατός δεν υπάρχει. Και επειδή όλοι γνωρίζουμε πως η «ευρωπαϊκή άμυνα» ουσιαστικά έχει εναποτεθεί στο ΝΑΤΟ, γι’ αυτό και το Σύμφωνο Γαλλίας και Ελλάδας, δεν παραλείπει να αναφερθεί σ’ αυτό ήδη στο προοίμιό του, και στις έναντι αυτού δεσμεύσεις τους, ενώ στο άρθρο 8 της Συμφωνίας ρητά αναφέρεται πώς «Τα Μέρη διαβουλεύονται σε τακτική βάση σε θέματα ΝΑΤΟ, για να ανταλλάσσουν απόψεις και, ει δυνατόν, να συντονίζουν τις θέσεις τους, προκειμένου να ενισχύσουν τον Ευρωπαϊκό πυλώνα του ΝΑΤΟ και τη Συμμαχία συνολικά» (στην οποία «Συμμαχία» εντάσσεται ασφαλώς και η Τουρκία!). Όμως κι αυτή η διατύπωση, «Ευρωπαϊκός πυλώνας του ΝΑΤΟ», αποτελεί μάλλον νεολογισμό. Διότι, αν υποθέσουμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση κάποια στιγμή απειληθεί στρατιωτικά από μια Μεγάλη Δύναμη, ας πούμε τη Ρωσία, (ουσιαστικά το ΝΑΤΟ, αν έχει ακόμα λόγο ύπαρξης, αυτός απορρέει από ένα τέτοιο κίνδυνο), ποιο τμήμα του ΝΑΤΟ θα τη συνδράμει αμυντικά; Ο «Ευρωπαϊκός Πυλώνας» του μόνο; Αρκεί αυτός; Ασφαλώς και όλοι μας γνωρίζουμε ότι δεν επαρκεί. Εξάλλου ποιες ακριβώς δυνάμεις περιέχει και ποιες αποκλείει αυτός ο «Ευρωπαϊκός Πυλώνας»; Τις ΗΠΑ, την Βρετανία, τον Καναδά, (ή μήπως όχι, αλλά τότε, τι σόι «Ευρωπαϊκός» είναι αυτός ο «Πυλώνας»;) Και σε ό,τι αφορά την Τουρκία, πόσοι πράγματι Ευρωπαίοι «εταίροι» μας, πλην Γαλλίας ίσως, (αν κι εδώ, βάλτε ένα ερωτηματικό καλού-κακού), θα ήταν διατεθειμένοι να εξαιρέσουν τη συνδρομή της στον «Ευρωπαϊκό Πυλώνα» αν παραστεί μια τέτοια ανάγκη; Επομένως, διερωτώμαι κατά πόσο η Συμφωνία αυτή είναι όντως κυρίως «διμερής», και όχι μάλλον ένα κείμενο, μέσω των «λεπτομερειών» του οποίου, «εισβάλλει» όλη η Ευρώπη (και το ΝΑΤΟ) στους όρους υλοποίησής του, ιδίως του πολυπροβεβλημένου άρθρου 2 της Συμφωνίας αυτής.
Συνεπώς, αν ποτέ απαιτηθεί η ενεργοποίηση του άνω άρθρου, σε περίπτωση θερμού επεισοδίου με την Τουρκία, καθοριστικό ρόλο θα παίξει η στάση της Γερμανίας, και η θέση της που θα πάρει απέναντι στην Ελλάδα και την Τουρκία, και επομένως, απ’ αυτή τη στάση, θα εξαρτηθεί και το είδος της πίεσης που θα ασκήσει προς τη Γαλλία, όχι μόνο αυτή (η Γερμανία), μα και άλλες μεγάλες χώρες (και οικονομίες), π.χ., Ιταλία και Ισπανία, (χώρες, οι οποίες, μάλλον δεν φαίνεται να μοιράζονται στον ίδιο βαθμό με τη Γαλλία τις ελληνικές εθνικές ανησυχίες σε σχέση με τη Τουρκία) και επομένως, το ζητούμενο θα είναι πώς η Γαλλία θα ισορροπήσει μεταξύ όλων αυτών των «εταίρων» που πιθανώς να μην έχουν την ίδια αντίληψη, τουλάχιστον ως προς τον τρόπο αντίδρασης σε περίπτωση ενός θερμού επεισοδίου Ελλάδας και Τουρκίας, προκειμένου να μείνει πιστή στις δεσμεύσεις της που απορρέουν από το άνω Σύμφωνο «Στρατηγικής Σχέσης» με την Ελλάδα. Άλλωστε ας μη ξεχνάμε, πως ακριβώς 100 χρόνια πριν, στη Μικρά Ασία, τις πισώπλατες θανάσιμες μαχαιριές η Ελλάδα τις έλαβε από τους συμμάχους της, κυρίως την Ιταλία, αλλά και τη Γαλλία. Δεν λέω ότι η Ιστορία υποχρεωτικώς επαναλαμβάνεται, λέω όμως, πως καλό είναι να είμαστε προετοιμασμένοι για όλες τις εκδοχές. Και να μη ξεχνάμε πως ο ισχυρισμός του Άγγλου πρωθυπουργού Benjamin Disraeli πως μεταξύ χωρών δεν υπάρχουν φιλίες, παρά μόνο συμφέροντα, δεν φαίνεται να έχει διαψευστεί από τότε που διατυπώθηκε, παρόλο που η ιστορική της αλήθεια, παγκόσμιας εμβέλειας, ασφαλώς και μπορεί να εντοπιστεί σε όλες τις ιστορικές περιόδους, από την αρχαιότητα έως σήμερα.
Κι αυτή η τελευταία παρατήρηση, μας εισάγει στην επόμενη ενότητα του παρόντος άρθρου, στο ζήτημα των σχέσεων Ελλάδας – Κύπρου και της σημασίας αυτών των σχέσεων και για τις δύο χώρες. Και μας εισάγει στην ενότητα αυτή η άνω ρήση του Disraeli, διότι αυτή ακριβώς έρχεται να μας υπενθυμίσει, πως ακόμα και από την άποψη του στυγνού συμφέροντος αν κανείς προσεγγίσει (πράγμα πάντως που εδώ δεν συμβαίνει) το ζήτημα της συνεργασίας Ελλάδας – Κύπρου, θα διαπιστώσει αμέσως το πλεονέκτημά της, διότι εδώ το συμφέρον δεν προέρχεται από δύο διαφορετικούς λαούς, αλλά ουσιαστικά από έναν με διπλή κρατική οντότητα.
Κατά τη προσωπική μου άποψη, περισσότερο και από τη σημασία και τη σπουδαιότητα τέτοιων ή παρόμοιων Συμφωνιών όπως η παραπάνω Ελλάδας-Γαλλίας, και όχι μόνο, (αναφέρομαι στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ισραήλ, την Αίγυπτο), μεγαλύτερη σημασία έχει για την Ελλάδα, το μεγάλο όσο και ανεκμετάλλευτο ακριβώς πλεονέκτημα της ύπαρξης στη περιοχή δύο ελλαδικών Κρατών, ένα πλεονέκτημα το οποίο κατά το παρελθόν, άφρονες πολιτικές κυριολεκτικά το «έκαψαν». Παρόλα αυτά, δεν απέχουμε της πραγματικότητας αν ισχυριστούμε πως μιλάμε για σχέσεις ιστορικά πολύ στενές σχέσεις μεταξύ των κυβερνήσεων Ελλάδας και Κύπρου, με αδιαμφισβήτητη τη μεταξύ τους αλληλοϋποστήριξη σε όλα τα επίπεδα, και κυρίως τα εθνικά ζητήματα, παρά, το επαναλαμβάνω, τις κατά καιρούς δυσκολίες που παρουσιάζουν αυτές οι σχέσεις.
Η σκέψη μου πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, πάει αρκετά παραπέρα. Πηγαίνει στην ΚΟΙΝΗ ΕΘΝΙΚΗ αναγκαιότητα, ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ Ελλάδας – Κύπρου, να «ξαναβρεθεί» μέσω της Πολιτικής και Αμυντικής Ενοποίησης των δύο Κρατών. Περίπου αυτό προβλέπεται με τη Γαλλία στα πλαίσια της άνω Συμφωνίας, διερωτώμαι γιατί να μη προβλέπεται με τόσο ρητό τρόπο και με τη Κύπρο. Π.χ., στο άρθρο 1 της Συμφωνίας, προβλέπεται ότι «Τα Μέρη διαβουλεύονται σε τακτική βάση επί όλων των θεμάτων άμυνας και ασφάλειας κοινού ενδιαφέροντος…», ειδικότερα δε, στο άρθρο 4 προβλέπεται οι Υπουργοί Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών των δύο χωρών «να διαβουλεύονται σε τακτική βάση και όταν καθίσταται αναγκαίο» και στο άρθρο 5 «Οι πολιτικές Διευθύνσεις των αρμόδιων Υπουργείων διεξάγουν ετήσιους στρατηγικούς διαλόγους…», στα άρθρα 6-8 περιγράφεται το περιεχόμενο αυτών των διαβουλεύσεων (ενδεικτικά : παγκόσμιο στρατηγικό περιβάλλον, περιφερειακά ζητήματα (κυρίως της Μεσογείου, Αφρικής, Βαλκανίων, Μέσης Ανατολής), καταπολέμηση τρομοκρατίας, ενεργειακές προκλήσεις, μετανάστευση, κ.λπ.), στα άρθρα 10-14 εξειδικεύεται η συνεργασία των δύο Μερών και το περιεχόμενο των μεταξύ τους διαβουλεύσεων σε θέματα Εξωτερικής Πολιτικής, στα άρθρα 15-23 εξειδικεύεται η συνεργασία σε θέματα Στρατιωτικής Συνεργασίας, με το άρθρο 2 ειδικότερα να προβλέπει τα Γενικά Επιτελεία Εθνικής Άμυνας και των δύο χωρών, να συναντώνται κάθε χρόνο «…προκειμένου να συντονίζουν την εφαρμογή της επιχειρησιακής και διμερούς συνεργασίας στην άμυνα και την ασφάλεια… Τα επιτελεία των Κλάδων διεξάγουν τις δικές τους συναντήσεις προκειμένου να τροφοδοτούν το ετήσιο σχέδιο συνεργασίας και να εφαρμόζουν, στο αντίστοιχο επίπεδό τους, τια αποφάσεις που λαμβάνονται από κοινού σε διακλαδικό επίπεδο», ενώ, τέλος, 24-27 ρυθμίζονται ζητήματα συνεργασίας στον τομέα των εξοπλισμών και της πολεμικής βιομηχανίας. (Ας διευκρινιστεί στο σημείο αυτό, πως όλες οι αναφορές στο παρόν άρθρον στη Συμφωνία Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσεις Ελλάδας – Γαλλίας, έχουν ληφθεί από το σχετικό κείμενο όπως αυτό κατατέθηκε στη Βουλή ως «ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ» για την «ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ»)
Αντί λοιπόν να στέλνουμε τους έλληνες αεροπόρους να επιτηρούν τον εναέριο χώρο των Σκοπίων (στα πλαίσια της εθνικά κατάπτυστης Συμφωνίας των Πρεσπών), από ανύπαρκτες εναέριες απειλές, θα ήταν πολύ πιο σημαντικό, να υπάρχει μια στενή και διαρκής συνεργασία, στα πλαίσια μιας Συμφωνίας, μεταξύ των ενόπλων Δυνάμεων Κύπρου και Ελλάδας, τόσο στενής, ώστε, ουσιαστικώς να μιλάμε για ενοποίησή τους, διατηρώντας φυσικά, για λόγους διπλωματίας, την τυπική τους διοικητική αυτοτέλεια. Και αν η Ελλάδα, είναι έτοιμη να πάει, όπου απαιτηθεί, προκειμένου να «συνδράμει» τη Γαλλία αν παραστεί ανάγκη, στα πλαίσια της μεταξύ τους Στρατηγικής Συμφωνίας (ανωτέρω), δεν αντιλαμβάνομαι, γιατί με εξίσου ρητό τρόπο, στα πλαίσια μιας Στρατηγικής Συμφωνίας Ελλάδας και Κύπρου, να προβλέπεται κάτι ανάλογο. Βεβαίως κάποιος θα μπορούσε να με παραπέμψει στο Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα Ελλάδας και Κύπρου, και ασφαλώς μπορεί να το κάνει αν το θεωρεί ακόμα ζωντανό και λειτουργικό, όμως, ουσιαστικά δεν υπάρχει και δεν αντιλαμβάνομαι γιατί να μη θεωρείται εξαιρετικά επιτακτικό και επείγον να υπάρχει επικαιροποιημένο.
Η πρότασή μου είναι σαφής : Το ελληνικό και κυπριακό Κράτος, να συντονίσουν ως εάν να ήταν μια ενιαία κρατική οντότητα, τις από δω και πέρα κινήσεις τους, στη προοπτική της ενότητας σε πολιτικό επίπεδο. Ένα τέτοιο ελλαδικό τόξο στην Ανατολική Μεσόγειο, θα αναβάθμιζε και τις δύο Χώρες σημαντικά, και θα δημιουργούσε γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές συνέργειες άνευ προηγουμένου.
Σαν πρώτο βήμα, θα ήταν δυνατό να δημιουργηθούν, θεσμικά όργανα συνεννόησης και συναντίληψης σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με θέματα όχι μόνο εξωτερικής πολιτικής, μα, σε ένα συμβολικό επίπεδο πλην με ουσιαστική σημασία, την καθιέρωση κοινών συνεδριάσεων των δύο Κοινοβουλίων, του ελληνικού και κυπριακού, όπως και κοινών συνεδριάσεων των υπουργικών συμβουλίων των δύο χωρών, όταν πρόκειται να συζητώνται θέματα στρατηγικού ενδιαφέροντος για τον ελληνισμό, τον ελλαδικό και ελληνοκυπριακό. Επίσης, για να μείνω σ’ ένα επίκαιρο θέμα, πιστεύω ότι οι δύο χώρες, θα ήταν δυνατό από κοινού, συνεργατικά, να προχωρήσουν σε θέματα αξιοποίησης των ΑΟΖ τους, αναζητώντας ταυτόχρονα από κοινού διεθνείς συνεργασίες όπου αυτό απαιτείται.
Άλλωστε, αν η ουσία της συμμετοχής μας στην (κοινή) Ευρωπαϊκή Ένωση είναι, κάποια στιγμή στο μέλλον, πράγματι όλη η Ευρώπη να είναι μια ενιαία κρατική οντότητα, ας πρωτοπορήσουμε, κάνοντας πράξη αυτή τη προοπτική της πολιτικής τουλάχιστον (όχι κρατικής, εκτός και κάποια συγκυρία, μη ορατή επί του παρόντος επιτρέψει και κάτι τέτοιο) ενοποίησης με τη Κύπρο, και ας καλέσουμε την Ευρώπη να ακολουθήσει την πρωτοβουλία μας αυτή, και εν πάση περιπτώσει, ας ακολουθήσει όποιο μέλος της Ένωσης βούλεται, ώστε αυτό που λέγεται «τελικός στόχος» της Ευρώπης, δηλαδή, η πολιτική ΚΑΙ κρατική ενοποίηση των Κρατών-μελών της, να αρχίσει να γίνεται στόχος έστω σταδιακά.
Όλα τα παραπάνω, δεν θα παρουσιάζονταν με τη συγκεκριμένη επιχειρηματολογία που παρουσιάζονται, αν η απάντηση στο ερώτημα για το ποια μπορεί να είναι ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΑ μια λύση του «Κυπριακού», η απάντηση θα ήταν : «επαναφορά στην προ της (τουρκικής) εισβολής κατάσταση πραγμάτων». Όμως, κάτι τέτοιο, εξ όσων γνωρίζω, δεν συζητείται από κανέναν. Και όταν λέω από κανέναν, εννοώ, τόσο από τον Διεθνή Παράγοντα, όσο όμως και από το Πολιτικό Σύστημα τόσο της Ελλάδας όσο και της Κύπρου. Όλη η κουβέντα ρητά ή άρρητα, οικοδομείται πάνω στην αποδοχή των «τετελεσμένων», με απλά λόγια, της διχοτόμησης της Κύπρου και το ερώτημα είναι το αν θα έχουμε «δικοινοτική», «διζωνική» ομοσπονδία, ή αν θα έχουμε μια συνομοσπονδία ή ομοσπονδία δύο Κρατών, με την Άγκυρα σαφώς να τάσσεται υπέρ της συνομοσπονδίας δύο κυρίαρχων Κρατών. Προσπάθεια είναι, να αποφευχθεί η λέξη «Κράτος» και η λέξη «διχοτόμηση». Όμως, ποιος πιστεύει αλήθεια, πως αν η «τουρκοκυπριακή» (ψευτο)διοίκηση ονομαστεί επίσημα «τουρκοκυπριακή κοινότητα» και η ελληνοκυπριακή «ελληνοκυπριακή κοινότητα» στα πλαίσια μιας αποδεκτής λύσης, όπως επιχειρήθηκε με το εκτρωματικό Σχέδιο Ανάν, ή ακόμα και στα πλαίσια μιας διζωνικής δικοινοτικής λύσης, που όμως, η «τουρκοκυπριακή κοινότητα» θα ασκεί (αν και μειοψηφούσα) ισότιμη Διοίκηση με την ελληνοκυπριακή, η τουρκοκυπριακή πλευρά, θα πάψει ποτέ, να εκπροσωπεί και υποστηρίζει τις επιλογές της Άγκυρας στη Κύπρο (και μέσω αυτής και στην Ευρώπη), υπό τον τουρκοκυπριακό μανδύα; Ποιος πιστεύει ότι οι ίδιοι οι τουρκοκύπριοι, θα θεωρήσουν πως εντός των πλαισίων μιας ενωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας, η «μητέρα (τους) Τουρκία», δεν θα τους είναι πλέον χρήσιμη για τα δικά την υποστήριξη και προώθηση των δικών τους τουρκοκυπριακών συμφερόντων εντός της (ενωμένης και πάλι) Κυπριακής Δημοκρατίας, τουλάχιστον εκεί όπου θα αναφύονται τέτοια, ακόμα και καθαρά πολιτισμικού περιεχομένου; Πόσο μάλλον, αν τελικώς αναγνωριστεί η τουρκοκυπριακή διοίκηση ως «Κράτος», στα πλαίσια μας ομοσπονδίας ή συνομοσπονδίας αδιάφορο! Η «διχοτόμηση», για να υπάρχει, δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην και συρματοπλέγματα στα «σύνορα» («σύνορα» θα υπάρχουν ακόμα και στα πλαίσια μιας δικοινοτικής λύσης), ούτε και στρατιωτικά φυλάκια. Π.χ., τα Κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί στα μεταξύ τους σύνορα να μην έχουν ούτε στρατό ούτε συρματοπλέγματα, όμως, τα ΕΘΝΙΚΑ σύνορά τους, είναι υπαρκτά.
Όμως, αν κοιτώντας ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΑ τις εξελίξεις στο «Κυπριακό», εκείνο που διαφαίνεται είναι πως δεν υπάρχει δρόμος γυρισμού στην προ της τουρκικής εισβολής κατάσταση πραγμάτων, πως αντίθετα, η ουσιαστική διχοτόμηση θα υπάρχει και μετά την όποια λύση (με βάση τα νυν ισχύοντα), αν η προοπτική είναι πως όποια λύση και αν προκριθεί, η Τουρκία άμεσα ή έμμεσα θα είναι παρούσα στη Κύπρο μέσω της τουρκοκυπριακής κοινότητας, κατά τρόπο έντονα χειριστικό, επεμβατικό, και ότι αυτή η πραγματικότητα δεν πρόκειται να μεταβληθεί, τότε, θεωρώ, πως η πρόταση που εδώ εξέθεσα, παρέχει μια βάση συζήτησής της. Ο επικαλούμενος εδώ «ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ», σε καμία περίπτωση δεν εκλαμβάνεται ως ένα συγκυριακό γεγονός που ενδεχομένως θα ευνοούσε ο επιχείρημά μου. Για να το πω με άλλες λέξεις, την Κύπρο τη βλέπω όπως βλέπω τη κάθε ΑΛΛΗ περιοχή της Ελλάδας. Αν βρισκόμουν το 1912, όπως τότε θα έβλεπα την υπόθεση της απελευθέρωσης των αλύτρωτων περιοχών της Ελλάδας, (Ήπειρο, Μακεδονία, Θράκη, Αιγαίο κ.λπ.), το ίδιο ΑΚΡΙΒΩΣ θα έβλεπα και την υπόθεση της απελευθέρωσης της Κύπρου και της ενσωμάτωσής της στον εθνικό κορμό, κάτι που ως «επιδίωξη» αν όχι ως «αξίωση», ασφαλώς δεν θα ξένιζε κάποιον, τουλάχιστον τότε, θεωρώντας την «παράλογη» από άποψη «εθνικού» δικαιώματος και «εθνικής» επιδίωξης. Δεν γνωρίζω γιατί κάτι πρέπει να έχει αλλάξει από τότε, σε ό,τι αφορά, το πώς αντιλαμβάνομαι τον ελληνισμό. Ή, για να το θέσω διαφορετικά, αν υποθέσουμε ότι νησιά του Αιγαίου ή η Μακεδονία, τότε, το 2012, η Ελλάδα αποτύγχανε να τα απελευθερώσει, ΣΗΜΕΡΑ, η θέση μας, εννοώ ως Ελλάδα και ως Έλληνες, ποια θα ήταν; Μήπως ότι δεν διεκδικούμε τίποτα;
Ελλάδα και Κύπρος, αποτελούν ουσιαστικά τα τελευταία σημαντικά κέντρα του ελληνισμού εντός του εθνικού και ιστορικού μας γεωγραφικού χώρου, που βρίσκονται τόσο κοντά γεωγραφικά, μα και διαιρημένα. Το αντίθετο συμβαίνει στο κατεχόμενο τμήμα της Βόρειας Κύπρου, που ουσιαστικά αποτελεί την προέκταση της τουρκικής επικράτειας στη Νήσο, είτε αυτό το ομολογούμε είτε όχι. Και εκτιμώ, πως όποια λύση και αν δοθεί στο Κυπριακό Πρόβλημα, αυτή η στενή σχέση δεν θα αλλάξει. Αρκεί κανείς να ρίξει μια ματιά στο χάρτη, για να αντιληφθεί τι θα σήμαινε μια ουσιαστική πολιτική-οικονομική (όχι κατ’ ανάγκη και κρατική, εφόσον οι συγκυρίες δεν το επιτρέπουν) ένωση των δύο ελλαδικών Κρατών, όπως την περιέγραψα αδρά παραπάνω. Και κρίμα που Ελλάδα και Κύπρος δεν κατόρθωσαν να κηρύξουν την δική τους ΑΟΖ. Και, με την ευκαιρία, παρότι δεν είναι αυτό το θέμα του άρθρο μου, θα έλεγα, πως ΤΩΡΑ είναι η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΑ ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ στιγμή, να ΑΣΚΗΣΟΥΜΕ ΤΑ ΝΟΜΙΜΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΑΣ που απορρέουν από το Δίκαιο της Θάλασσας, κηρύσσοντας την ΑΟΖ με την Κύπρο και επίσης να επεκτείνουμε ΣΕ ΟΛΟ ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ τα 12 ναυτικά μίλια της αιγιαλίτιδας ζώνης της. Κι εδώ, θα πρέπει να θέσουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση προ των ξεκάθαρων ευθυνών της σε ό,τι αφορά τη στήριξή της προς ένα Κράτος-Μέλος της, το οποίο θέλει να εφαρμόσει το Διεθνές Δίκαιο, πέραν της αυτονόητης «συνδρομής» (περιλαμβανομένης και της στρατιωτικής) που προσωπικά αντιλαμβάνομαι ότι η Γαλλία θα (πρέπει να) μας παράσχει στα πλαίσια των συμβατικών της υποχρεώσεων που απορρέουν από την παραπάνω Συμφωνία, ένα Διεθνές Δίκαιο, του οποίου η εφαρμογή εκ μέρους της χώρας μας, συνιστά casus belli για μιαν άλλη χώρα που αντιτίθεται σ’ αυτό, δηλαδή τη Τουρκία. Σ’ αυτό τι τουρκικό casus belli, μια Ευρώπη παγκόσμιος «θεματοφύλακας» του Διεθνούς Δικαίου, μαζί με τον άλλο παγκόσμιο «θεματοφύλακα», τις ΗΠΑ, μένουμε πάντως στην Ευρώπη, θάπρεπε να έχει ήδη αντιτάξει ένα Ευρωπαϊκό casus belli στο αντίστοιχο τουρκικό, αν η Τουρκία τολμούσε να υλοποιήσει την παράνομη απειλή της. Κι αυτό η Ευρώπη, ως εκπροσωπούσα την Κοιτίδα του Δυτικού Πολιτισμού, των Αξιών και των Αρχών του, πρέπει (θα έπρεπε) να το κάνει με την ίδια αποφασιστικότητα, με την οποία εν ονόματι αυτών των Αρχών και Αξιών, επιτέθηκε (μαζί με άλλους συμμάχους της έξω από την Ευρώπη) στη Γιουγκοσλαβία, στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, στη Λιβύη και αλλαχού, όσο και αν δεν είχε πείσει τους πάντες για τα ευγενή της κίνητρα στους παραπάνω πολέμους, εκτός από εκείνους ασφαλώς που υπερθεμάτιζαν αυτές τις ενέργειες.
Και είναι τούτη η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΑ ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΣΤΙΓΜΗ, για μια τέτοια σύγκλιση Ελλάδας – Κύπρου, λόγω της πρόσφατης συμφωνίας «Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης» μας με τη Γαλλία, και όσο αυτή θα διαρκεί, μιας και οι «Συμφωνίες», δεν είναι θεμελιωμένες πάνω σε χάλυβα και ατσάλι. (Άλλωστε, η ίδια η Συμφωνία, προβλέπεται να έχει διάρκεια πέντε ετών με δυνατότητα παράτασής της -άρθρο 1, παρ 2) Μια αλλαγή πολιτικών συσχετισμών, αλλά και αλλαγή των όρων των αμοιβαίων οικονομικών συμφερόντων σε Γαλλία και Τουρκία, ασφαλώς μπορεί να μη σημάνει και το τέλος του παραπάνω συμφώνου Ελλάδας και Γαλλίας, όμως, μπορεί να αρχίσει να του δίνεται μια «άλλη» πιο «χαλαρή» ερμηνεία.
Επομένως, μια σοβαρή και αποφασιστική εξωτερική πολιτική, αντλεί τη «σοβαρότητα» και την «αποφασιστικότητά» της, από το πόσο αποτελεσματικά εκμεταλλεύεται συχνά μοναδικές σημαντικές ευκαιρίες που της δίνονται σε δεδομένη χρονική συγκυρία, συγκυρίες που δεν επαναλαμβάνονται πάντα, το ίδιο θετικά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ