Στέφανος Κασιμάτης: Η προμετωπίδα της αδιάλειπτης κατάντιας μιας θλιβερής γενιάς

Το ότι ο Στέφανος Κασιμάτης επιλέγει να προσβάλει κάποιον που δεν είναι στη ζωή για να του απαντήσει, δεν είναι δείγμα του σημερινού αμοραλισμού του, αλλά αντανάκλαση της αέναης θλιβερότητάς του.

Γράφει ο Αντρεας Βάγιας απο το ethnos.gr

To σχόλιό του για τη Φώφη Γεννηματά, θα ήταν είδηση αν δεν ήταν ο συνήθης τρόπος του, όπως θα ήταν κάτι καινούριο αν δεν είχε ξανασυμβεί κάτι ανάλογο.

Το ότι ο Στέφανος Κασιμάτης επιβεβαιώνει ξανά και ξανά ότι δεν έχει κανένα μέτρο ανθρώπινης αξιοπρέπειας, δεν είναι κάτι που προκαλεί στ’ αλήθεια δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, αλλά αποτυπώνει με τον καλύτερο τρόπο γιατί είναι μια από τις εξέχουσες περιπτώσεις μιας γενιάς δημοσιογράφων που φέρουν στο ακέραιο την ευθύνη, ώστε μερίδα της κοινωνίας να γυρνά την πλάτη και να απορρίπτει συλλήβδην, τα Μέσα Ενημέρωσης.

Το πρόσφατο σχόλιό του για τη Φώφη Γεννηματά, στο οποίο ο Κασιμάτης αναφέρει ότι η πρώην πρόεδρος προσέφερε περισσότερα στο ΠΑΣΟΚ με το θάνατό της παρά εν ζωή και οι αντιδράσεις που προκαλεί στη δημόσια σφαίρα δεν έχει να κάνει με το γιατί είναι αυτή η κρίση του ή όχι αλλά με το ότι ένας τόσο «έμπειρος» δημοσιολόγος ξέρει πολύ καλά ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι, διαφορετικοί χρόνοι και συγκείμενο για να πεις τα πράγματα.

Για χρόνια μπαίνοντας σε πολλά αμφιθέατρα των ελληνικών ΑΕΙ, θα άκουγες καθηγητές σε τμήματα δημοσιογραφίας να υπογραμμίζουν και να υπερασπίζονται, σαν να υπάρχει ανάγκη, τη φοβερή «πένα» του Κασιμάτη.

Από την άλλη ξέρουμε πολύ καλά, ότι αν κάποιος είναι όντως σημαντικός, δεν έχει καμία απολύτως ανάγκη υπεράσπισης.

Κρατώντας ακόμα τα γλαφυρά κλισέ του δημοσιογράφου, που δήθεν λειτουργεί ως άλλος φιλόσοφος και λογοτέχνης, καθηγητές – συνάδελφοι – σύγχρονοι του Κασιμάτη στα ΜΜΕ, μιλούσαν σε νέους ανθρώπους για τη μυρωδιά απ’ το μελάνι και το χαρτί, τις πένες και τα φτερά πάπιας την ώρα που γνώριζαν ότι προετοίμαζαν γενιές δημοσιογράφων να βγουν στην αγορά εργασίας των κλικ και στις συνθήκες γαλέρας των newsroom.

Νέοι δημοσιογράφοι που το μόνο που θα είχαν ως υλικό φορέα της δημοσιογραφίας θα ήταν το παλιό laptop τους δουλεύοντας ως αόρατοι από το σπίτι τους με 300 ευρώ μαύρα για 6ήμερο – 10ωρο και για έμπνευση θα είχαν τις «παναγίες» που θα άκουγαν επειδή «δεν έχουμε εμείς αυτό φοβερό το θέμα» με το «Σοκαριστικό βίντεο – Τη σκότωσε και μετά την έφαγε – Συγκλονιστικές εικόνες!»

Ο Κασιμάτης και ο κάθε Κασιμάτης υπάρχει και θα υπάρχει γιατί πολύ απλά είναι ο θαρραλέος χρήσιμος «μπροστινός» που δικαιώνει τις καφρίλες μιας ολόκληρης γενιάς δημοσιογράφων οι οποίοι επικαλούνται τη δεοντολογία, τη δημοκρατία και την ελευθεροτυπία για να μπορούν να διατηρούν στο διηνεκές το δικαίωμα να ξεστομίζουν αδιανόητες καφρίλες και χυδαιότητες, χωρίς καμία αυτολογοκρισία και με κάλυψη εκ των υστέρων.

Λίβελος – Μια παλιά ιστορία για τον Στέφανο Κασιμάτη

Είναι άδικο να προσωποιείται στον Στέφανο Κασιμάτη η κουλτούρα όλης της γενιάς του, ωστόσο ως «κορυφαίος» που θεωρείται είναι λογικό να συγκεντρώνει και τα φώτα της αναγνωρισιμότητας στη χυδαιότητα.

Άλλωστε, πώς αλλιώς να εξηγηθεί ότι ένας τόσο πετυχημένος αρθρογράφος και με διεισδυτική ματιά, γράφει με τόσες ανασφάλειες που παραπέμπουν πιο πολύ σε «παρατράγουδο» που ζητά επί ματαίω να προκαλέσει για λίγη δημοσιότητα μέσω της λάσπης, παρά σε έναν σοβαρό αστό της παραδοσιακής δεξιάς σκέψης;

Η επιλογή του να σκυλεύει και να βεβηλώνει, δεν είναι τωρινή. Δεν είναι η Φώφη Γεννηματά η περίπτωση που ο αρθρογράφος ξεπέρασε τα όρια, αλλά η επιβεβαίωση της σχολής σκέψης του.

Τον Αύγουστο του 2020, ο τότε αρθρογράφος της Καθημερινής σχολίασε μεταξύ καφρίλας και δήθεν εξυπνάδας την κατάσταση της υγείας του Γιώργου Κατρούγκαλου, γράφοντας: «Ω, οι μπούκλες! Πού πήγαν οι ασημένιοι βόστρυχοι; Αυτοί που κάποτε (μόλις πριν από έναν χρόνο) σκίαζαν το πλατύ μέτωπο του Κατρούγκαλου! Νομίζω, μπουλντόζα πρέπει να οδηγούσε ο πανδαμάτωρ όταν πέρασε ίσως ήταν και λίγο μεθυσμένος. Ας καταγραφεί, παρακαλώ, η θλιβερή απώλεια ως ακόμη ένα από τα εγκλήματα της Δεξιάς…».

Ανάμεσα στα χαρακτηριστικά λιβελογραφήματα του Στέφανου Κασιμάτη συγκαταλέγεται επίσης η χυδαία επίθεσή του εναντίον της Τασίας Χριστοδουλοπούλου.

«Δεν έχω λόγια. Γιαγιά έγινε διαβάζω η Τασία Χριστοδουλοπούλου και φυσικά ο τοκετός έγινε σε ιδιωτικό μαιευτήριο, διότι ως γνωστόν, αριστεροί είμαστε και όχι, κορόιδα. Συγχαρητήρια, να τους ζήσει, να το χαίρονται, κτλ. Όμως η χαρμόσυνη είδηση υπονοεί κάτι που κάνει το αίμα (το δικό μου) να παγώνει: για να γίνει γιαγιά η Τασία, σημαίνει ότι είναι και μητέρα! Ομολογώ ότι δεν το είχα ποτέ φανταστεί…», έγραφε στην εφημερίδα Καθημερινή και φυσικά όπως κάνει πάντα, για να ανασκευάσει επικαλέστηκε το δήθεν χιούμορ που δεν πέρασε στο κοινό, λέγοντας:

«Δε χρειάζονται μακρόσυρτες εισαγωγές. Οφείλω να ζητήσω συγγνώμη για το χτεσινό σχόλιο σχετικά με την Τασία Χριστοδουλοπούλου. Η επιτυχία ενός αστείου (διότι αυτή ήταν η πρόθεση) εξαρτάται πάντα από την ισορροπία του γέλιου και της ενόχλησης που προκαλεί. Όταν η ενόχληση επικρατεί, τότε το αστείο έχει αποτύχει και ζητά συγγνώμη. Αυτό συνέβη και αυτό έκανα.».

Ωστόσο, Στέφανε Κασιμάτη, οφείλεις να πληροφορηθείς, ότι δεν είσαι κωμικός για να ζυγίζεις πώς πέρασαν τα αστεία στον κόσμο. Περισσότερο θυμίζεις κωμικοτραγικό «θείο που προσπαθεί να κάτσει με τη νεολαία».

Η ευκαιρία για τη Χρυσή Αυγή που αναζητούσε ο Στέφανος Κασιμάτης

Φυσικά, κοιτάζοντας τι έχει προσφέρει αναδρομικά η ανεξάντλητη δεξαμενή σκέψης του Στέφανου Κασιμάτη δε θα μπορούσε να μείνει απ’ έξω η αλησμόνητη ανάλυση για την ευκαιρία που δίνει η Χρυσή Αυγή στη Δημοκρατία.

Λίγους μήνες αφού οι νεοναζιστές της Χρυσής Αυγής άφησαν για λίγο στην ντουλάπα τις παραλλαγές και κάλυψαν τους μαιάνδρους και τις σβάστικες με γραβάτες για να περάσουν το κατώφλι της Βουλής και να μπουν στην αίθουσα της Ολομέλειας, ο Στέφανος Κασιμάτης πήγε ένα βήμα πιο μπροστά τα επιχειρήματα για τη «σοβαρή Χρυσή Αυγή», λέγοντας «ευχαριστώ».

«Όσοι πιστεύουμε στη δημοκρατία οφείλουμε ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στη Χρυσή Αυγή – και σοβαρολογώ απολύτως. Της το οφείλουμε για την ευκαιρία που μας προσφέρει -και μάλιστα την ώρα που την έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη – ώστε να διορθώσουμε λάθη δεκαετιών και να κάνουμε μια νέα αρχή στην πολιτική ζωή. Είναι η ευκαιρία που δίνεται στη νομιμότητα να αναμετρηθεί, επιτέλους, με την οιονεί νομιμοποιημένη βία της Αριστεράς: αυτό το καρκίνωμα της Μεταπολίτευσης, που όλοι το φοβούνται και κανείς δεν το αγγίζει· αυτό που σήμερα αποτελεί το βασικό εμπόδιο στη μετάβαση της χώρας από την εποχή των σοβιέτ με αστακομακαρονάδα (ελληνικό μοντέλο του σοσιαλισμού…) στη σύγχρονη πραγματικότητα.»

Πιθανότατα όπως το συνηθίζει, ο Στέφανος Κασιμάτης θα ζητήσει κάποια συγγνώμη μέσα στο σαββατοκύριακο. Πιθανότατα, θα επικαλεστεί το χιούμορ που δεν καταλάβαμε, θα πει ότι με παρεξηγήσατε, θα αναφέρει ότι η άποψη πως ο θάνατος της Φώφης Γεννηματά έχει δώσει δυναμική στο ΚΙΝΑΛ είναι κάτι που έχει ξανακουστεί στη δημόσια σφαίρα και «ήμαρτον με την πολιτική σας ορθότητα, άσχετοι».

Ούτε αυτό είναι κάτι καινούριο.

Μπορεί και να παραιτηθεί και σε λίγους μήνες να ξεχαστεί τι έγραψε, να ξεκουράσει την κοφτερή του πένα και μόλις το μελάνι της καφρίλας είναι έτοιμο να ανοίξει γι΄ αλλού πανιά.

Το ζήτημα δεν είναι ο Κασιμάτης και η αδιάλειπτη θλιβερότητά του ως πρόσωπο, αλλά η ανάδειξη αυτής της προμετωπίδας μιας ολόκληρης γενιάς που έχτισε καριέρες, ύφος και ήθος με παντελή έλλειψη του μέτρου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Ο κάθε Κασιμάτης θα μας απασχολεί κατά καιρούς όσο η θλιβερότητά του είναι τόσο χρήσιμη, ώστε να εξυπηρετεί το σύστημα που συντηρεί και τον συντηρεί.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ