Χρήστος Γιανναράς: Τα κόμματα λειτουργούν σαν εργοληπτικές εταιρείες Ρεαλιστική ιερότητα της πολιτικής

Του καθηγητή Χρήστου Γιανναρά 

Ποια συμπτώματα πιστοποιούν την παρακμή ενός κόμματος, μιας κυβέρνησης ή όποιου άλλου συλλογικού σχήματος;

Μιλάμε για συμπτώματα, όχι για αιτίες της παρακμής – ενδιαφέρει πρωταρχικά η διάγνωση. Καίριο λοιπόν σύμπτωμα παρακμής είναι πάντοτε ο ανέμελος εθισμός στην απουσία κεντρικού στόχου, σαφούς «οράματος». Δεν ενδιαφέρει ούτε προβληματίζει ο άξονας των αναγκών, η ιδιαιτερότητα των επιδιώξεων. Η παρακμή είναι πάντοτε μια επιπόλαιη περίσπαση στα δευτερεύοντα και επουσιώδη, είναι η απώλεια διάκρισης του ουσιώδους από το ασήμαντο, του πρωτεύοντος από το απλώς εντυπωσιακό, του καθολικού και μόνιμου από το αποσπασματικό εφήμερο.

Με αποτέλεσμα μιαν αδιέξοδη σύγχυση γλωσσών, την εύκολη καπηλεία και απάτη, την κυριαρχία παράλληλων και ασύμπτωτων μονολόγων. Όταν δεν υπάρχει κεντρικός άξονας πολιτικών διαφοροποιήσεων, τα κόμματα αναζητούν ειδοποιό διαφορά μόνο στην ικανότητα διαχείρισης της δημοσιότητας. Ολόκληρος ο κατ’ ευφημισμόν «πολιτικός» μας βίος εξαντλείται στην αξιολόγηση (ή και μόνο στην εντύπωση) «ποιος θα τα καταφέρει καλύτερα».

Τα κόμματα λειτουργούν σαν εργοληπτικές εταιρείες. Υποβάλλουν στον λαό «προσφορές» (ρητορικές) προδιαγραφών εκτέλεσης του διαχειριστικού έργου και ο λαός καλείται να επιλέξει τον προτιμότερο εργολάβο. Ο σχεδιασμός του έργου είναι δεδομένος, τα περιθώρια των αποκλίσεων ελάχιστα, οι πηγές χρηματοδότησης ανελαστικές. Τα κόμματα σήμερα είναι εταιρείες εξαιρετικά περιορισμένης ευθύνης.

Κάποτε άξονας των πολιτικών διαφοροποιήσεων ήταν οι κοινωνικές στοχεύσεις, το είδος της κοινωνίας στο οποίο αποσκοπούσε η οργάνωση του συλλογικού βίου. Υπήρχαν δύο βασικές προτάσεις: Μια πολιτική ατομοκεντρικών προτεραιοτήτων (η λεγόμενη «δεξιά» πολιτική) και μια πολιτική κοινωνιοκεντρικών προτεραιοτήτων (η λεγόμενη «αριστερή» πολιτική). Η πρώτη αποσκοπούσε στις θεσμικές και οργανωτικές προϋποθέσεις που θα εξασφάλιζαν την ανεμπόδιστη και κατά το δυνατό αποδοτικότερη επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος, με την ελπίδα ότι το άθροισμα των επιτευγμάτων ατομικής ωφελιμότητας θα συνιστούσε κοινό (συλλογικό) όφελος. Η δεύτερη απέβλεπε στον θεσμικό περιορισμό των ατομοκεντρικών επιδιώξεων για χάρη της δικαιότερης κατανομής του εθνικού εισοδήματος (προστασίας των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων, ανάπτυξης δυνατοτήτων κρατικής πρόνοιας για την υγεία, την εκπαίδευση, την ασφάλιση κάθε μέλους του κοινωνικού σώματος).

Η αντιθετική διαφοροποίηση Δεξιάς και Αριστερής πολιτικής άρχισε εγκαίρως να αμβλύνεται, τον συμβιβασμό εκπροσώπησαν τα κόμματα που ονομάστηκαν «κεντρώα». Τελικά είναι το «Κέντρο» που επικράτησε σε όλο το πολιτικό φάσμα. Άνευρα συμβιβαστικό, το Κέντρο, αφομοιώνει ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, για λόγους εντυπώσεων – σήμερα μιλάμε, σχεδόν αποκλειστικά, μόνο για «Κεντροδεξιά» και για «Κεντροαριστερά», η αμιγώς Δεξιά ή αμιγώς Αριστερά (θεωρία και πρακτική) έχουν συρρικνωθεί σε περιθωριακά φαινόμενα ιδεοληψίας ή περίπου θρησκοληψίας.

Ο άξονας των πολιτικών διαφοροποιήσεων εξαλείφθηκε, χωρίς να αντικατασταθεί με κάποιον άλλον. Οι προδιαγραφές άσκησης της εξουσίας είναι υποχρεωτικά κεντρώες, άχρωμες και συμβιβαστικές, η διαχειριστική ομοτροπία εξαντλεί την πολιτική στην αμφίβολη αξιολόγηση περισσότερο ή λιγότερο ικανών διαχειριστών. Η αξιολόγηση επαφίεται στον ψυχολογικό εντυπωσιασμό των ψηφοφόρων, ο ψυχολογικός εντυπωσιασμός μεθοδεύεται με τις τεχνικές διαφήμισης, τις ίδιες που χρησιμοποιούνται στην αγορά για οποιοδήποτε προϊόν.

Στην Ελλάδα η πολιτική διαφοροποίηση που σημαίνεται με τις λέξεις «Δεξιά» – «Κέντρο» – «Αριστερά» ήταν ένα δάνειο σχήμα, δίχως ρεαλιστικό αντίκρισμα στην ελληνική κοινωνία. Το σχήμα οργανωμένης συλλογικότητας, στο οποίο ζούσαν οι Έλληνες, ήταν αρχικά η πόλις-κράτος, στη συνέχεια, με τις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου, το διεθνοποιημένο Βασίλειο των Μακεδόνων και μετά η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Υπάρχει τεράστιο κενό πληροφόρησης για τον τότε τρόπο της οργανωμένης συμβίωσης – γνωρίζουμε αρκετά στοιχεία για τη λειτουργία της πόλης-κράτους, έχουμε ελάχιστες πληροφορίες για τα «βασίλεια» της μετακλασσικής περιόδου, υπάρχει πολλή σύγχυση πληροφόρησης σχετικά με την επιβίωση των θεσμών λειτουργίας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στα βασίλεια και στις ηγεμονίες που προέκυψαν μετά την επικράτηση βαρβαρικών φύλων και φυλών στα εδάφη της.

Είναι αυθαίρετη, έστω με καλή θέληση, οποιαδήποτε σύγκριση του πολιτικού γεγονότος πριν από τον 19ο αιώνα και στη λεγόμενη «Νεωτερικότητα». Νομίζω ότι η θεμελιώδης διαφορά θα μπορούσε να σημανθεί με οποιουσδήποτε όρους παραπέμπουν στην «απο-ιέρωση» της πολιτικής. Έμπρακτα και παγιωμένα, δεν υπάρχει πια παράγων που να δίνει νόημα (ερμηνεία αιτίας και σκοπού) στην οργανωμένη θεσμικά συλλογικότητα.

Όταν μιλάμε για «ιερότητα» της πολιτικής δεν αναφερόμαστε σε στοχεύσεις και πρακτικές που εξαργυρώνουν την εξουσιαστική ισχύ και την αυθεντία με μεταφυσικές αοριστίες. Μιλάμε για την πολιτική που προτάσσει την ποιότητα της ζωής έναντι του διεθνισμού της καταναλωτικής αποχαύνωσης. Επαγγέλλεται την επανενεργοποίηση της κοινότητας, το πρωτείο της παιδείας, την έκτακτη γλωσσική καλλιέργεια.

ΠΗΓΗ: ΧΡ. ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, 6.2.2022. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 7.2.2022. arxeion-politismou.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ