ΚΥΡΙΑΚΗ, 12 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Πρόσθεσε το olympia.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

[youtube=http://www.youtube.com/watch?v=iQQtbzosEfg&w=560&h=315]

Γράφει η Ιωάννα Μ.

Πόσα χρόνια έχουν περάσει και πόσα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε, που πάρα πολλοί  συμπατριώτες μας κρέμασαν πάνω στους ώμους τους, τους βαρείς μπόγους και τα δισάκια τους, για να περάσουν «απέναντι», να διασχίσουν τις μεγάλες θάλασσες, σε ανατολή και δύση και να εγκατασταθούν, εκεί, όπου πίστεψαν, ότι η ζωή τους θα γίνει καλύτερη, μακριά από την πατρίδα τους.

         Και πράγματι, έγινε καλύτερη!  πρόκοψαν, δημιούργησαν, αύξησαν κι αυξήθηκαν κι έκαναν τάμα τους να επιστρέψουν εκεί όπου γεννήθηκαν, για να πεθάνουν.  Μα και πριν πεθάνουν, δώρισαν απλόχερα, πολλά αγαθά, από όσα κέρδισαν με τους κόπους και τους ιδρώτες τους, για το καλό και την πρόοδο όλων των αδελφών τους.

         Κάποιοι άλλοι συμπατριώτες μας, πάλι, γεννήθηκαν σε τόπους που  κάποτε ήταν δικοί μας. Κι εκείνοι πρόκοψαν, μα δεν ήταν γραφτό τους να χαρούν όλα όσα δημιούργησαν με τα ίδια τους τα χέρια. Γιατί, ξένα «όρνεα»  ζήλεψαν και φθόνησαν την αγάπη και τη φιλία, τη σύμπνοια και την ομόνοια με την οποίαν ζούσαν όλοι με όλους. Και τους κατέστρεψαν, τους άναψαν φωτιές κι έκαψαν τα όμορφα αρχοντικά τους, τους άφησαν να πέσουν στα νερά και να πνιγούν, τους ακρωτηρίασαν, τους είδαν να κλαίνε και να σπαράζουν, μα δεν τους άκουσαν. Ποτέ δεν άκουσαν τις κραυγές τους. Αντί γι αυτές, άκουσαν όμορφες μουσικές, για να γλυκάνουν τις τύψεις τους.

        Κι όσοι απέμειναν τελικά ζωντανοί , πέρασαν κι εκείνοι, πάλι, « απέναντι» κι ήρθαν στη δική μας τη χώρα. Να ζήσουν, να γιατρέψουν τις πονεμένες τους ψυχές, να φτιάξουν από το τίποτα τα πάντα.

        Όχι, δε μιλάω για ιστορία, γιατί όλοι γνωρίζουν, ότι όποια πέτρα κι αν σηκώσεις σε αυτόν τον τόπο, από κάτω θα βρείς  ιστορία. Κι όλοι, γνωρίζουν την ιστορία μας, πολύ καλύτερα από εμένα.

       Μιλάω όμως για εικόνες που εμείς οι νεώτεροι ούτε στα πιο φριχτά όνειρά μας δεν τις έχουμε δει! Μιλάω για το χρόνο, που σε εμάς μπορεί να φαντάζει  πολύ-πολύ μακρινός, αλλά για εκείνους τους συμπατριώτες μας, ήταν κάποτε το παρόν. Ένα παρόν δυσβάσταχτο, ένα παρόν-μαρτύριο, ένα παρόν  «αιώνιο». Ένα παρόν πολύ ανεξήγητο, μαύρο, δύσοσμο και πνιγηρό.

      Μιλάω για κάτι που δεν είμαι άξιος ούτε να το αγγίξω, ούτε να το κατανοήσω, για κάτι, πολύ δυσνόητο και αποκρουστικό, για κάτι που δε θα ήθελα ποτέ μου να ζήσω.

     Κι όμως!  Εκείνοι οι συμπατριώτες μας τα κατάφεραν!  Μάζεψαν «ψυχή» και «ανθρωπιά»  και κρατώντας στα χέρια τους μονάχα λίγες άγιες εικόνες, βρέθηκαν  «προς φυγήν» .Σε άλλη γη, σε άλλα μέρη.

    Πόσα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε!

    Πάντα μέσα στο νου μου, η λέξη πρόσφυγας ήταν ιερή!  Αλλά κι οι ίδιοι οι πρόσφυγες, εκτός από χίλιο-βασανισμένα πλάσματα, ήταν μεγάλοι και σπουδαίοι άνθρωποι. Για μένα ήταν ήρωες!

   Σήμερα, ζούμε σε μια πατρίδα που βόγγισε κάτω από «ζυγούς», «μπότες» και «τυράννους», για πολλά χρόνια, αλλά κατάφερε να τα αποτινάξει από πάνω της και να σταθεί στα πόδια της, ελεύθερη και αξιοπρεπής. Έχασε πολλά από τα παλικάρια της-τότε βέβαια υπήρχαν πραγματικοί άντρες και πραγματικές γυναίκες- αλλά δεν έχασε ούτε στάλα από τα ιδεώδη και τις αξίες της. Κι αυτό, γιατί, όλοι οι πολίτες της ήθελαν και αγαπούσαν τα ίδια πράγματα. Και παρά τις διαφορές που είχαν μεταξύ τους, ως προσωπικότητες, τελικά μας άφησαν μια διαθήκη γραμμένη από αίμα.

         Κανένα χέρι, από τότε μέχρι σήμερα δε μπόρεσε να τη μολύνει, ούτε να τη νοθεύσει. Ούτε ξένο χέρι, ούτε ντόπιο. Γιατί η διαθήκη αυτή, αναφερόταν σε χώματα ελληνικά, σε σύνορα ελληνικά, σε γη κι ουρανό ελληνικό, σε σημαία ελληνική και προπάντων σε πίστη και θρησκεία που ούτε κανείς μπορούσε να τη βάλει σε όρια και καλούπια.

       Μια πίστη άνευ ορίων μπορεί να χωρέσει όλη την ανθρωπότητα και με αυτήν την πίστη, ο κάθε ένας γίνεται ταυτόχρονα και αδελφός, αλλά και μοναδικός. Με αυτήν τη μοναδική πίστη μας, εμείς οι έλληνες γίναμε και εξακολουθούμε να γινόμαστε ανοιχτόκαρδοι, φίλοι κι αδελφοί με όλους. Αλλοεθνείς κι αλλόθρησκους. Ναι! Εμείς μονάχα μπορούμε από όλον τον κόσμο πιο πολύ, γιατί έχουμε μέσα στο αίμα μας την πραγματική κι αληθινή γνώση.

Γιατί, όταν γνωρίζουμε «Τον Έναν», τότε μπορούμε όχι μόνο να κατανοήσουμε, αλλά να συναισθανθούμε και να συμπάσχουμε.

Την καταφρόνια, την τυραννία, την απελπισία, την φτώχεια, την εξαθλίωση, την ανημπόρια, τον εξευτελισμό, την προδοσία, όλα μπορούμε να τα ζήσουμε, ακόμη κι όταν δεν είμαστε εμείς οι ίδιοι που τα βιώνουμε, αλλά συνάνθρωποί μας. Με μαύρο, ή κίτρινο πρόσωπο, δεν έχει σημασία. Χωρίς να μας πουν τι πρέπει να κάνουμε, χωρίς να μας το επιβάλλουν. Χωρίς ψευτοανθρωπιστικούς, βαρύγδουπους λόγους πάνω σε βάθρα και μπαλκόνια.

Οι άνθρωποι είναι άνθρωποι πάντα, όχι μόνον κάτω από συνταγές και οδηγίες. Και δρούν σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής τους ανθρώπινα, γιατί αναγνωρίζουν τους ομοίους τους. Κανένας ανώτερος, κανένας κατώτερος. Κανένας μεγάλος, κανένας μικρός. Όλοι όμοιοι μέσα στη διαφορετικότητά τους.

      Ποια άλλη πίστη και θρησκεία μπορεί να περικλύσει τους πάντες; Μόνον εκείνη που δίδαξε τους προγόνους μας ότι «Ο Ένας» διαμερίστηκε σε όλους και για όλους. Κι έτσι μια χούφτα πραγματικών πιστών ανθρώπων, τα΄βαλε με αμέτρητους!  Κι όχι μόνο μία φορά!

       Πόσα χρόνια και πόσα πράγματα άλλαξαν από τότε!

Λευκά κι έγχρωμα πρόσωπα μου είναι το ίδιο αδελφικά κι αγαπητά, όταν εγώ αισθάνομαι πρόσφυγας μέσα στην πατρίδα μου. Όταν εγώ, απλώνω το χέρι να ζητιανέψω μέσα στην ίδια μου την πατρίδα, όταν το αδέσποτο σκυλάκι της πλατείας, έχει καλύτερη μοίρα από εμένα, γιατί είναι πολύ πιο ελεύθερο από εμένα. Όταν εγώ δεν υπάρχω σε κανέναν χώρο, κι η γνώμη μου, το δίκιο μου, η βούλησή μου, τα πιστεύω μου, αυτοκτονούν, μπροστά στο άβουλο, απαίδευτο, ακαλλιέργητο, παμπόνηρο και κακό υπέρβαρο ανθρωποειδές!

Και δεν είναι ένα δυστυχώς! Μαζεύτηκαν πολλά ανθρωποειδή στην πατρίδα μας! Που τρώνε τις σάρκες μας και παχαίνουν. Τρώνε τις περιουσίες μας και παχαίνουν. Τρώνε τα σπίτια μας, τα υπάρχοντά μας, τρώνε τα νέα παιδιά μας, τρώνε τα δυνατά μυαλά μας, τρώνε ό, τι όμορφο φτιάξαμε με τα χέρια μας. Και καλούν με τους γρυλλισμούς τους τα γνωστά «όρνεα» να μας διαφεντεύουν. Εκείνα παίρνουν τη μερίδα του λέοντος! Όλα τα κανονίζουν, όλα τα μοιράζουν δίκαια μεταξύ τους.

    Κι εγώ απλώνω το χέρι να ζητιανέψω. Κι εκείνοι απλώνουν τα ανίερα χέρια τους και κατεβάζουν τις άγιες εικόνες από τους τοίχους των σχολείων. Κι έτσι, ό,τι πιο αγαθό μπροστά στα αθώα μάτια των παιδιών, οι βέβηλοι το καταστρέφουν.

   Ούτε να φύγω δε μπορώ, να ζήσω την προσφυγιά μου, όπως τόσοι και τόσοι άνθρωποι στη γη. Όταν φτάνω κάπου, κάτι με εμποδίζει. Πάντα υπάρχει κάτι που δε με αφήνει να θυμώσω και δε μου επιτρέπει να σφίξω τη γροθιά μου.

      Μπροστά μου, βλέπω αντί για παρθενώνες και αρχαίους ναούς, κτίρια τραπεζών, να απλώνουν τα πλοκάμια τους και να ρουφούν δόσεις, σπίτια αυτοκίνητα, κότερα και πισίνες. Και στα καφέ ευρωπαϊκών προδιογραφών, βλέπω άτομα που μιλούν για χρέη, όμως είναι πολύ χαρούμενοι, αντί να είναι αγχωμένοι. Γιατί έχουν τον τρόπο να περνούν καλά. Κι εκείνοι και οι δήμαρχοι και οι επιχειρηματίες, όλοι μια χούφτα έλληνες, μακρινοί συγγενείς των προγόνων μας.

    Κι όταν κάθομαι σε μια γωνιά, δίχως να κλαίω, είναι γιατί η ψυχή μου κλαίει. Πότε τους έδωσα το δικαίωμα να με μεταχειρίζονται καλύτερα κι από τα αλλοδαπά αδέλφια μου; Και πότε εγώ υπέγραψα πράγματα για τα οποία δε ρωτήθηκα ποτέ; Πότε τους πίστεψα; Πότε τους άφησα να πάρουν αποφάσεις εκείνοι για μένα; Και πόσο θα χαίρονται τώρα που με βλέπουν να αναρωτιέμαι το «πότε».

     Στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, στην εργασία, πρόσφυγας.

Στο νοσοκομείο, στη δικαιοσύνη, στην εφορία, πρόσφυγας.

Στο γάμο και στην κηδεία μου, πρόσφυγας. Στη γειτονιά μου πρόσφυγας, στην ενορία μου πρόσφυγας.

  Εκείνοι μου ζητούν συγνώμη και για να έρθουν καλύτερες μέρες, με καλούν να τους ψηφίσω. Και μαντρώνουν όλα τα αδέλφια μου σε στρατόπεδα, για να αισθανθώ εγώ βασιλιάς μπροστά τους.  Κι ύστερα, κλείνουν στη φυλακή, κάποιο από τα άλλα ανθρωποειδή, για να αισθανθώ εγώ καλά κι εκείνοι καλύτερα με τη συνείδησή τους.

 Μα αναρωτιέμαι, καθώς το αδέσποτο γλείφεται δίπλα στα πόδια μου:

Είναι δυνατόν ένα μαύρο και ισχνό χέρι σαν το δικό μου, να υψωθεί μέχρι την οπή της κάλπης και να ψηφίσει αυτούς;

Είναι δυνατόν το δικό μου χέρι κι άλλων  συμπατριωτών μου, που αισθάνονται το ίδιο πρόσφυγες, μέσα στην  πατρίδα μας να υψωθούν για να τους ψηφίσουν;

   Καλύτερα νομίζω θα ήταν να μας τα κόψουν, όπως κάποτε τους τα έκοβαν τα «όρνεα», για να μην ανέβουν στα καράβια τους και τους μεταφέρουν στην πατρίδα μας.

 Έτσι κι αλλιώς, πρόσφυγες κι εκείνοι πρόσφυγες κι εμείς. Στα καράβια τους δε θα ανέβουμε ποτέ. Και είτε με ακρωτηριασμένα μέλη, είτε με άρτια, εμείς θα τα βουλιάξουμε.

 Γιατί και πατρίδα δική μας έχουμε και καράβι δικό μας, να μας φέρει πραγματικά κοντά της, στα χώματά της τα άγια των προγόνων μας.

ΠρωτοσελιδαΕιδήσεις

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *