Η Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού

του Τσολάκη Πασχάλη

19 Μαΐου. Ημέρα της γενοκτονίας και του ξεριζωμού. Κι οι ρυτιδιασμένες γερόντισσες κι οι ασπρομάλληδες γέροντες ανέκραξαν: Ν’ αλί εμάς και βαϊ εμάς. Κι η φωνή τους κάτι σαν λυγμός, σαν παράπονο ψυχής, σαν μακρόσυρτο θανατικό μοιρολόι.

Ημέρα μνήμης και μνημόσυνου. Μα εγώ πάω πιο πέρα. Είναι μια θέληση – θέληση γεμάτη πάθος – να κρατηθεί ζωντανή η ρίζα. Εκείνοι που βίωσαν εκεί την εγκοσμιότητά τους, πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια έως τον πάππο μου, αποτελούν σε βάθος μια Ελλάδα αδιαίρετη και απόρθητη. Γιατί η ψυχή και το πνεύμα, η βίωση του λόγου ως κοσμικής έκφρασης δεν εκπορθούνται, που σημαίνει δεν εκπατρίζονται.

Πριν τρεις χιλιάδες χρόνια μέχρι και τις αρχές του 1900, ο ελληνισμός έσφυζε στις περιοχές της Ανατολής και στα παράλια του Ευξείνου Πόντου. Και ξαφνικά – λες και κάποιος κατέβασε τον διακόπτη – σκοτείνιασε η Ανατολή. Ποτάμι το αίμα- θαρρείς και σφάζονταν η καρδιά της γης. Ο Ελληνισμός, νεκρός σαβανωμένος. Κι οι πρόσφυγες σκοτωμένοι χωρίς οίκτο – πεταμένοι σε λάκκους και χαντάκια – άταφοι – ούτε καν σε ανώνυμα κοιμητήρια. Η φρίκη απλωμένη παντού.

Όσοι επέζησαν από το μαχαίρι και τη φωτιά, από τις ασθένειες και τις κακουχίες υπήρξαν οι μάρτυρες. Ήταν η φωνή των νεκρών και των εγκλωβισμένων της Ανατολής. Σ’ αυτούς έλαχε η μοίρα να τους ιστορίσουν.
Εσύ είσαι πατρίδα που ιστορείς κι εγώ γράφω το λόγο σου. Είσαι η δική μου Ελλάδα. Η πατρίδα του αίματος. Έμαθα πως σε γκρέμισαν, πως σε πυρπόλησαν , πως σε αφάνισαν. Όμως ο ελληνισμός σου δεν χάθηκε. Γονάτισε κάτω από το βάρος του σταυρού, μα δεν χάθηκε. Όπου κι αν κοιτάξεις γύρω, στη ζωή της ευημερίας, θα βρεις σταλαγματιές από το αίμα σου.
Στις παραλίες τα πλήθη πανικόβλητα περιμένουν…. Περιμένουν…. και ο ιερέας με την άσπρη γενειάδα, κρατώντας τον σταυρό στο χέρι έψαλε… «Σώσον κύριε τον λαόν σου». Ένας θλιβερός όχλος, μια σερνάμενη λαοθάλασσα, που άλλοτε σπάραζε από το θρήνο και άλλοτε έκλαιγε βουβά και ο πόνος διαρκώς περίσσευε.

Το καράβι με τους πρόσφυγες έφυγε κι ο θρήνος ράγισε την ασημένια θάλασσα. Βαθιά ραγισματιά μέσα στο χρόνο το παιδί που έκλαψε μονάχο κι εκείνο το αγγελούδι που ξεψύχησε πάνω στο βυζί της μάνας του. Το καράβι χάθηκε μέσα στη νύχτα κι η νύχτα τρικύμισε από τη βουή του θρήνου. Χρόνια του διωγμού και της εξορίας. Χρόνια της ταπείνωσης. Και τα δάκρυά σου κυλούσαν από τις ραγισμένες πέτρες σου σπίτι της Μικρά Ασίας και τυλιγόσουν τη νύχτα για να μην βλέπει ο τούρκος τα δάκρυά σου που ανάβλυζαν από τα έγκατα σου. Να μην ακούει την κραυγή που τα ξέσκιζε.

Το καράβι χάθηκε μέσα στη νύχτα του πόνου. Κι οι μάνες τυλίχτηκαν το θρήνο και σώπασαν. Έπαψαν πια να σε κοιτάνε. Μαζεύτηκε το απλωμένο χέρι και δεν έβλεπαν το δικό σου απλωμένο χέρι γιομάτο θυμίαμα και ψαλμωδίες. Δεν σε είδαν που έτρεχες φλεγόμενο πίσω τους για να τους φτάσεις. Κανείς δεν σε είδε. Κανείς δεν σε άκουσε. Και στοίχειωσες μέσα στην νύχτα του ατέλευτου πόνου. Μέσα στην νοσταλγία την αγιάτρευτη.

Να λοιπόν τι μνημονεύουμε σήμερα. Όλους εκείνους! Όλους εκείνους και όλες εκείνες τις πατρίδες που χάθηκαν μονάχα ως γεωγραφικοί χώροι.
Γιατί η ιστορίας ενός έθνους ενός λαού δεν είναι τα χαραγμένα ορόσημα πάνω στους χάρτες που σχεδιάζουν οι φρακοφόροι, που ονομάζουν την μοιρασιά της γης και των λαών συνδιάσκεψη ειρήνης.
Τι να πούμε τώρα εμείς σπίτι της Ανατολής! Ο λόγος μου φτωχός κι η σιωπή σου πέτρινη. Μα πρέπει να σώσουμε την μνήμη. Είναι η αξιοπρέπειά μας αυτή.
Ας γίνει λοιπόν το αίμα της προσφυγιάς άσβηστο καντήλι ειρήνης δικαιοσύνης και ισονομίας για όλους τους λαούς της γης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ