Η ακρίβεια, οι δημοσκοπήσεις και τα λάθη της κυβέρνησης αναγκάζουν τον Μητσοτάκη να ανοίξει παράθυρο στις πρόωρες εκλογές

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Το ορατό ενδεχόμενο να βρεθεί από το φθινόπωρο δεύτερο κόμμα η Ν.Δ., λόγω των γενικότερων εξελίξεων, ήταν η «σταγόνα» που ώθησε τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην απόφαση να δρομολογήσει τις πρόωρες εκλογές. Οσο για τις βασικές αιτίες, δεν είναι άλλες από την πραγματική κατάσταση στην οικονομία, σε συνδυασμό με τις πολύ δυσμενείς προοπτικές στον διεθνή ορίζονται, στη σκιά του Ουκρανικού, καθώς και την πορεία των εθνικών θεμάτων.

Του Ανδρέα Καψαμπέλη

Το αντιφατικό είναι ότι η κυβέρνηση τα τελευταία εικοσιτετράωρα πανηγυρίζει για την επικύρωση της εξόδου της Ελλάδας από την ενισχυμένη μνημονιακή εποπτεία. Ενώ υπό άλλες συνθήκες αυτό θα έπρεπε να προοιωνίζεται την επιστροφή στην πλήρη κανονικότητα, η ωμή πραγματικότητα είναι ότι οι σκληροί δείκτες των οικονομικών μεγεθών για τη χώρα μας είναι ίδιοι ή και χειρότεροι με τα πρώτα χρόνια πριν και μετά την είσοδο στα Μνημόνια. Το εκλογικό δίλημμα του κ. Μητσοτάκη είναι παλαιότερη υπόθεση. Ακόμη κι όταν, πριν από αρκετούς μήνες, διαβεβαίωνε σε όλους τους τόνους ότι θα εξαντλήσει την τετραετία, στηριζόταν στην πεποίθηση ότι, μαζί με το ευρύτερο πολιτικό και επικοινωνιακό κλίμα, η οικονομία θα ήταν το δυνατό χαρτί του για να πάει με άνεση στις εκλογές την άνοιξη του 2023 και να κερδίσει.

Για λόγους που σχετίζονται και με τους χειρισμούς στον πόλεμο της Ουκρανίας και τις παρενέργειες κυρώσεις στη Ρωσία, αυτός ο σχεδιασμός ανατράπηκε εκ βάθρων. Οσο, μάλιστα, κι αν οι μετρήσεις που προβάλλονται από τα μέσα ενημέρωσης λειτουργούν εξωραϊστικά και καθησυχαστικά, το κυβερνητικό επιτελείο γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλον ότι η δημοσκοπική υποχώρηση είναι διαρκής. Ακόμη και από αυτές τις «επίσημες» δημοσκοπήσεις προκύπτει ότι παρά τα φουσκωμένα ποσοστά τον τελευταίο χρόνο η Ν.Δ. έχει χάσει οριστικά ένα πολύ μεγάλο τμήμα της δύναμής της και ότι αυτή η τάση δεν αναστρέφεται. Εκείνο που επιχειρείται μέχρι τώρα -και ως έναν βαθμό φαίνεται ότι αποδίδει- είναι να υπάρξει μια ανάσχεση του ρυθμού αυτής της φθοράς.

Προς την κατεύθυνση αυτή εντάσσονται οι διαρκείς εξαγγελίες οικονομικών και επιδοματικών παροχών, οι συνεχείς ανακοινώσεις για προσλήψεις σε μαζικούς χώρους, όπως η εκπαίδευση και αλλού, οι υποσχέσεις για μελλοντικές αυξήσεις σε συντάξεις ή ελαφρύνσεις, τα εγκαίνια και οι αναγγελίες έργων, οι παρατάσεις σε διάφορες προθεσμίες κ.λπ. Ολα αυτά έχουν μάλιστα ως μεγάλο φόντο τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης με τα οποία η κυβέρνηση της Ν.Δ. προσπαθεί να δημιουργήσει την εικόνα ότι η Ελλάδα θα μετατραπεί, επί των ημερών της, σε «γη της Επαγγελίας».

Ομως και οι δημοσκοπικοί αριθμοί γίνονται από ένα σημείο και μετά αμείλικτοι και δυσάρεστοι για τον κ. Μητσοτάκη. Η Ν.Δ. θα χρειαστεί καταρχάς μια τεράστια επιχείρηση συσπείρωσης της εκλογικής της βάσης, η οποία ήδη σε μεγάλα ποσοστά δείχνει κουρασμένη και απαισιόδοξη για το μέλλον, έστω κι αν δεν βλέπει άλλη εναλλακτική κυβερνητική λύση. Η επιχείρηση αυτή θα πρέπει να γίνει ακόμη εντονότερη λόγω της απλής αναλογικής καθώς και του τεράστιου κινδύνου της αυξημένης αποχής, που αυτή τη στιγμή τείνει να αποτελέσει τον ισχυρότερο εφιάλτη για την ηγεσία της Ν.Δ.

Επομένως αναμένεται να τεθούν ισχυρά και πολωτικά διλήμματα προς το εκλογικό σώμα, όπως το ίδιο πρόκειται να κάνει από την πλευρά της και η αντιπολίτευση, διαμορφώνοντας έτσι ένα «καυτό» διάστημα περίπου 100 ημερών, όσο δηλαδή υπολογίζεται ότι θα διαρκέσει η προεκλογική περίοδος, έως τις αρχές του φθινοπώρου. Αλλωστε έχουν ακουστεί ήδη και οι πρώτες δύο πιθανές ημερομηνίες για τις πρόωρες κάλπες: 25 Σεπτεμβρίου και 2 Οκτωβρίου. Και στις δύο περιπτώσεις, πάντως, η ΔΕΘ θα «πέσει» μέσα στην τελική ευθεία εξυπηρετώντας τον κ. Μητσοτάκη στους επικοινωνιακούς σχεδιασμούς του.

Εκτός από τα προεκλογικά ρετουσαρίσματα στην οικονομία, για τη συσπείρωση του ακροατηρίου της η κυβέρνηση αναμένεται να αξιοποιήσει και την ένταση στα Ελληνοτουρκικά, στον βαθμό που αυτή παραμένει σε φραστικό επίπεδο και οι προκλήσεις της Αγκυρας επιτρέπουν στην ελληνική πλευρά να δίνει ανάλογες απαντήσεις και να εκπέμπει μηνύματα αποφασιστικότητας.

Ιστορικά έχει διαπιστωθεί άλλωστε ότι τέτοιου τύπου κρίσεις ευνοούν τις εκάστοτε κυβερνήσεις, ανεξάρτητα από το τι επακολουθεί. Εν προκειμένω, μάλιστα, η Ν.Δ. δεν αφήνει να πάει χαμένη η ευκαιρία για να αμβλύνει τις εντυπώσεις από ελλειμματικούς χειρισμούς της στο πεδίο αυτό κατά την προηγούμενη τριετία.

Το μεγαλύτερο πάντως βάρος από την πλευρά του Μεγάρου Μαξίμου πρόκειται να δοθεί στην αντι-ΣΥΡΙΖΑ εκστρατεία, καθώς θεωρείται ότι τα αρνητικά ανακλαστικά για την περίοδο 2015-2019 παραμένουν ακόμη πολύ ισχυρά στο μεγαλύτερο τμήμα της βάσης της Ν.Δ., που εύκολα μπορεί να επηρεαστεί και από το ανάλογο δίλημμα ενώπιον της κάλπης. Καθόλου
τυχαία, μάλιστα, δεν θεωρείται ότι η παραπομπή στο Ειδικό Δικαστήριο των υπουργών εκείνης της περιόδου Ν. Παππά και Δημ. Παπαγγελόπουλου, στην παρούσα συγκυρία, θα οξύνει προεκλογικά αυτές τις μνήμες και θα ταλανίσει τους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους της Ν.Δ.

Σε ποιο βαθμό όλα αυτά θα φρενάρουν την υποχώρηση της Ν.Δ. το επόμενο διάστημα μένει να φανεί. Εκείνο που δεν αμφισβητείται πάντως είναι ότι η ακρίβεια με την έκρηξη του πληθωρισμού και τις χρεώσεις στην ενέργεια έχει προκαλέσει ήδη «ανήκεστο βλάβη» σε σημαντικό βαθμό στην κυβερνητική παράταξη. Οι προοπτικές, παρά τα όσα θα ακουστούν προεκλογικά, είναι ακόμη χειρότερες, διότι έρχεται μεγάλη «βαρυχειμωνιά» στην οικονομία.

Ολα τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ελλείμματα, αδυναμία στον διεθνή δανεισμό της χώρας, λόγω των πολύ υψηλών επιτοκίων των ελληνικών ομολόγων, διόγκωση του δημόσιου και του ιδιωτικού χρέους, περαιτέρω αύξηση του πληθωρισμού και προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα. Ο ορίζοντας μπορεί να είναι σκοτεινός και σε διεθνές επίπεδο, καθώς όλα δείχνουν ότι οι πολεμικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία θα παραταθούν αρκετά γονατίζοντας -εν όψει και των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ- και την αμερικανική οικονομία, ενώ είναι πολύ ορατός και ο κίνδυνος μιας παγκόσμιας ύφεσης, αλλά οικονομίες όπως η ελληνική, έστω και εκτός εποπτείας πια, είναι πολύ πιο εύθραυστες.

Ούτε είναι τυχαίο ότι ακούγεται πάλι ο όρος -έστω και προσαρμοσμένος στις νέες συνθήκες- «χρεοκοπία». Με αυτά τα ανελαστικά δεδομένα και με τη στάγδην, ανά μήνα, υποχώρηση
της Ν.Δ. θα ήταν πλέον αυτοκτονικό για τον κ. Μητσοτάκη να περιμένει έως του χρόνου την άνοιξη για να συναντήσει το (σίγουρο) βατερλό του.

Το «στοίχημα» της Ν.Δ. και του ΣΥΡΙΖΑ με φόντο τα αβαθή νερά της απλής αναλογικής

Με τη συνέντευξή του στην ΕΡΤ, που άνοιξε διάπλατα το παράθυρο για τις πρόωρες κάλπες, ο κ. Μητσοτάκης χαμήλωσε εμφανώς και τον πήχη των εκλογικών επιδιώξεων της Ν.Δ., δείχνοντας ότι αυτό που τον ενδιαφέρει πρωτίστως πλέον είναι να παραμείνει ο ίδιος πρωθυπουργός, έστω και ως επικεφαλής κυβέρνησης συνεργασίας.

Όπως είπε, αυτό το δικαίωμα πρέπει να το έχει ο αρχηγός του πρώτου κόμματος, αναγνωρίζοντας ότι κάτι ανάλογο ισχύει και για τον κ. Τσίπρα, εάν κερδίσει την πρωτιά ο ΣΥΡΙΖΑ. Ειδικά, μάλιστα, ο κ. Μητσοτάκης πρόκειται να εντείνει την πίεσή του προς
την πλευρά του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ και του κ. Ανδρουλάκη ο οποίος -σκοπίμως- δεν ανοίγει τα χαρτιά του για το θέμα της πρωθυπουργίας θεωρώντας ότι αυτό θα τον βοηθήσει στους ελιγμούς του. Γενικότερα, η προεκλογική περίοδος για τη Ν.Δ. αρχίζει με αμφίπλευρες διαρροές.

Ενώ πάντως προς τα δεξιά της οι μεγαλύτερες απώλειες έχουν ήδη συντελεστεί κατά την προηγούμενη διετία, ο μεγάλος κίνδυνος αιμορραγίας καταγράφεται πλέον προς το κέντρο. Είναι ο ίδιος χώρος προς τον οποίο στοχεύει και ο κ. Τσίπρας επιδιώκοντας τον σχηματισμό «προοδευτικής κυβέρνησης» μαζί με το ΠΑΣΟΚ, ει δυνατόν από τον πρώτο κιόλας γύρο.

Για αμφότερους τους μονομάχους βέβαια το μεγάλο αρχικό στοίχημα είναι να μην «παρασύρει» τους ίδιους και τα κόμματά τους στα αβαθή η απλή αναλογική. Για να μπορέσουν να πάνε με αξιώσεις στη δεύτερη κάλπη η Ν.Δ. και ο ΣΥΡΙΖΑ, θα χρειαστεί να μην επαναληφθεί το φαινόμενο του Μαΐου του 2012, με τον πολύ ασθενή δικομματισμό και τον πολιτικό κατακερματισμό που για πολλούς δεν πρέπει να θεωρείται ούτε τώρα έκπληξη.

Ειδάλλως ο κίνδυνος απονομιμοποίησης του υφιστάμενου κομματικού σκηνικού δείχνει
πολύ σοβαρός. Ιδιαίτερα όμως ο κ. Μητσοτάκης αντιμετωπίζει κι άλλα προβλήματα. Εάν, επί
παραδείγματι, στον πρώτο γύρο η Ν.Δ. πέσει κάτω από το φράγμα του 30%, πέρα από τις επιπτώσεις στο ηθικό της παράταξης θα βρεθεί και με λιγότερους από 100 βουλευτές. Αυτό από μόνο του δίνει -έστω και θεωρητικά επί του παρόντος- τη δυνατότητα σχηματισμού μιας βραχύβιας κυβέρνησης ειδικού σκοπού από την επόμενη Βουλή για να καταργήσει το ενισχυμένο εκλογικό σύστημα που έχει ψηφίσει η Ν.Δ. και να ακολουθήσουν έτσι αμέσως και οι επόμενες εκλογές με την απλή αναλογική.

Οπως είναι προφανές, το πολιτικό μέλλον του κ. Μητσοτάκη δεν βρίσκεται σε συνάρτηση μόνο με το εάν η Ν.Δ. θα καταφέρει να έρθει έστω και με βραχεία κεφαλή πρώτο κόμμα, αλλά εξαρτάται και από αρκετές άλλες παραμέτρους. Αυτός είναι και ο λόγος που η κατάρτιση των ψηφοδελτίων της Ν.Δ. προωθείται, σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες, κατά τέτοιο τρόπο ώστε στην επόμενη Κοινοβουλευτική Ομάδα -που σε πρώτη φάση θα είναι τουλάχιστον κατά το ένα τρίτο της συρρικνωμένη- να διευκολυνθεί η εκλογή «πιστών» στον
κ. Μητσοτάκη βουλευτών και να μείνουν εκτός εδράνων οι «ανεπιθύμητοι».

Για τον κ. Μητσοτάκη η εξασφάλιση της πρωθυπουργίας έστω και «συνεταιρικά» με άλλο ή άλλα κόμματα είναι, όπως φαίνεται, εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για να μην αντιμετωπίσει την επόμενη μέρα και εσωκομματικό πρόβλημα. Κι αυτό την ίδια ώρα που πλανώνται ήδη στον αέρα σενάρια για τον σχηματισμό, είτε από τον πρώτο είτε από τον δεύτερο γύρο, κυβέρνησης συνεργασίας με επικεφαλής τρίτο πρόσωπο -τεχνοκράτη, όπως ο Λ. Παπαδήμος το 2011, ή πολιτικό- για να διαχειριστεί τον οικονομικό και κοινωνικό Αρμαγεδδώνα που θα ακολουθήσει, όπως και τη νέα φάση των εθνικών θεμάτων και δη των Ελληνοτουρκικών.

Η «ανακωχή» στην Κουμουνδούρου και η επόμενη μέρα του Τσίπρα

Από την πλευρά του ο ΣΥΡΙΖΑ, που ζητούσε εδώ και καιρό τις πρόωρες εκλογές, έχει θέσει ως στόχο την πρώτη θέση «έστω και με μία ψήφο διαφορά». Οι έως τώρα δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι κάτι τέτοιο θα αποτελέσει τεράστια ανατροπή, αλλά αυτό που συγκριτικά βοηθάει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι ότι αν και υπολείπεται της Ν.Δ., έχει μια σταθερή βάση και υψηλή συσπείρωση. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να διατηρηθεί στα επίπεδά του και η τελική ισορροπία του εκλογικού αποτελέσματος να προκύψει ανάλογα με το πόσο μικρή ή μεγαλύτερη θα είναι η υποχώρηση της Ν.Δ. την ώρα της κάλπης.

Το μεγάλο ερώτημα που υπάρχει πάντως ήδη είναι τι θα συμβεί στην περίπτωση που ο ΣΥΡΙΖΑ έρθει και πάλι δεύτερο κόμμα. Το σίγουρο είναι ότι ύστερα και από το πρόσφατο συνέδριο, τους συσχετισμούς που διαμορφώθηκαν και τα όργανα που συγκροτήθηκαν ο κ. Τσίπρας «τα έχει πάρει επάνω του όλα» και κατά συνέπεια είναι εκείνος που θα χρεωθεί ή θα
πιστωθεί ανάλογα το αποτέλεσμα. Σε περίπτωση πρωτιάς, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα στεφθεί θριαμβευτής. Το ζητούμενο είναι τι θα γίνει στην αντίθεση περίπτωση, αν και με τις ισορροπίες που υπάρχουν πια στην Κουμουνδούρου θεωρείται πολύ δύσκολο να αντιμετωπίσει, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, πρόβλημα.

Προς το παρόν άλλωστε όλες οι εσωκομματικές ομάδες φέρεται ότι έχουν συνάψει εν όψει των εξελίξεων «ανακωχή», αφού θα χρειαστεί στο μεταξύ να δώσει και καθείς εκ των «οπλαρχηγών» την προσωπική μάχη του σταυρού. Αυτό που επίσης μένει να φανεί το αμέσως επόμενο διάστημα είναι αν το σύνθημα «να φύγει η πολιτική και η κυβέρνηση Μητσοτάκη» θα συνοδευτεί και από πιο συγκεκριμένες θέσεις για τη μορφή και τη σύνθεση της «προοδευτικής κυβέρνησης» που πρεσβεύει ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως και για το πρόσωπο του επικεφαλής της…

ΔΗΜΟΦΙΛΗ