Στο Βέλγιο οι υποκλοπές δεν έγιναν για πολιτικούς εκβιασμούς, αλλά για απόδοση δικαιοσύνης

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Το μόνο που βρήκε να πει η κυβέρνηση μετά την αποκάλυψη ότι η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών παρακολουθούσε τον αρχηγό ΓΕΕΘΑ Κωνσταντίνο Φλώρο ήταν ότι η αντιπολίτευση εμπλέκει για πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση στην πολιτική αντιπαράθεση τις Ενοπλες Δυνάμεις, και ότι θέλει να προκαλέσει ρήγμα μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας.

  • του Μανώλη Κοττάκη 

Για την ταμπακιέρα, αν έβαλαν κοριούς στον Φλώρο, τίποτε. Χαρταετός. Οσοι ξέρουμε ποιες είναι οι σχέσεις μεταξύ όλων στο Πεντάγωνο, πολιτικών και στρατιωτικών, ανά δυάδες από το 2019 έως σήμερα, απλώς γελάμε όταν ακούμε ότι το ρήγμα που πράγματι υπάρχει το προκαλεί η… Αριστερά. Δυστυχώς, τα καταφέρνουν και μια χαρά μόνοι τους, επιτελεία, γραφεία υπουργών και Μαξίμου. Βιβλίο ολόκληρο θα μπορούσα να γράψω. Αλλά χαρά στην Αγκυρα δεν δίνω.

Επειδή, όμως, απ’ όσα έγιναν γνωστά μέχρι στιγμής, η παρακολούθηση αφορούσε τη στάση του αρχηγού (και δύο στελεχών της αρμόδιας διεύθυνσης) στα εξοπλιστικάπρογράμματα και η πιθανότητα να έχει τυχόν διαφθαρεί ο ίδιος και η οικογένειά του, της οποίας οι αγορές ελέγχονταν εξονυχιστικά μέσω του κοριού -γεγονός πολύ βαρύ, πάντως, για τη στρατιωτική τιμή κάποιου που διακηρύσσει σε κάθε αφορμή από τα τηλέφωνα για να τον ακούνε πως «εγώ δεν τα παίρνω»-, θα πρότεινα να αλλάξουμε για αυτές τις περιπτώσεις τον τρόπο σκέψης μας και προσέγγισής μας. Η στιγμή είναι κομβική. Υστερα από αυτήν την αποκάλυψη αλλάζουμε πίστα.

Μέχρι αυτή τη συγκυρία η αντιπαράθεση διεξάγεται μεταξύ αυτών που λένε ότι οι παρακολουθήσεις παραβιάζουν τις ατομικές ελευθερίες και είναι μέγα ζήτημα δημοκρατίας, αξιακό, και εκείνων που υποστηρίζουν ότι κανείς δεν εξαιρείται από τις παρακολουθήσεις, όσο ψηλά κι αν βρίσκεται, ακόμη κι αν αυτός είναι η Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ειδικώς, αν πρόκειται για ζήτημα παραβίασης της εθνικής ασφάλειας (εσχάτη προδοσία) και για ζήτημα διαφθοράς.

Από όσα έχουν γίνει γνωστά μέχρι σήμερα για το ούτως ή άλλως τεράστιο αυτό σκάνδαλο, ακόμη κι αν όσοι κρύβονται πίσω του είναι αυτόνομα παρακρατικά κέντρα της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (γεγονός εξίσου επικίνδυνο για τη δημοκρατία), μετά και τον Φλώρο δημιουργείται μία κρίσιμη ομάδα υποθέσεων, την οποία πράγματι πρέπει να δούμε μέσα από την οπτική που λέει η κυβέρνηση, όχι η αντιπολίτευση. Η οποία κυβέρνηση διαφήμισε αρκούντως τις δηλώσεις του Βέλγου εισαγγελέα που συνέλαβε επʼ αυτοφώρω την Εύα Καϊλή με τα 750.000 € σε βαλίτσες ότι «χωρίς τις υποκλοπές δεν θα καταφέρναμε τίποτα». Πράγματι, χωρίς τις υποκλοπές δεν μπορεί να συλλάβει κανείς έναν διεφθαρμένο υπουργό ή έναν διεφθαρμένο κρατικό αξιωματούχο, ακόμα κι αν αυτός είναι (μακριά από εμάς) ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων.

Τι γνωρίζουμε μέχρι τώρα; Τρεις υποθέσεις τις οποίες μπορούμε να ομαδοποιήσουμε και να διαχωρίσουμε από τον σωρό. Τρεις υποθέσεις οι οποίες δεν διαψεύστηκαν.

  • Η πρώτη: σύμφωνα με δημοσιεύματα, κοριός συνέλαβε υπουργό ο οποίος κατευθυνόταν οδικώς σε πόλη της Θεσσαλίας προκειμένου να εισπράξει μίζα χιλιάδων ευρώ από επιχειρηματία.
  • Η δεύτερη: κοριός παρακολουθούσε υπουργό για να δει εάν θα δώσει μεγάλη δουλειά στον τομέα της ενέργειας στον επιχειρηματία «Α», ο οποίος ήταν εχθρικός προς την κυβέρνηση, ή στον επιχειρηματία «Β», ο οποίος έχει σχέσεις συγγένειας με κορυφαίο αξιωματούχο της κυβέρνησης που εδρεύει στο Μέγαρο Μαξίμου. Κοινώς, η κυβέρνηση δεν ήθελε να πετάξει το… περιστέρι στη… Μυτιλήνη.
  • Η τρίτη: κοριός παρακολουθούσε ανώτατο στρατιωτικό, τον Κωνσταντίνο Φλώρο, για να δει ποιες είναι οι θέσεις του σχετικά με κρίσιμες αναθέσεις των Ενόπλων Δυνάμεων (ελικόπτερα, πύραυλοι, φρεγάτες κ.λπ.) και ποιες οι σχέσεις του με επιχειρηματία της συγκεκριμένης αγοράς, με τον οποίο φέρεται ότι συνομιλούσε. Από το βήμα της Βουλής ο ίδιος ο υπουργός Αμυνας Νίκος Παναγιωτόπουλος δεν έχει αποκλείσει, επίσης, το ενδεχόμενο ο κοριός να παρακολουθούσε και τον ίδιο και το όνομά του να είναι στις επόμενες λίστες παρακολουθήσεων. Και οι τρεις αυτές υποθέσεις έχουν αμιγώς οικονομικό αντικείμενο. Διερευνούν δυνητική υπόθεση διαφθοράς. Δεν είναι μόνο υπόθεση δημοκρατίας, αλλά διαχείρισης δημοσίου χρήματος. Ελάτε να κάνουμε, λοιπόν, τώρα την προσομοίωση του Βελγίου στην Ελλάδα.

Μερικά κρίσιμα ερωτήματα:

  • Πρώτον, η νόμιμη ή παράνομη επισύνδεση πολιτικών και στρατιωτικών προσώπων για τη διερεύνηση περιπτώσεων διαφθοράς γινόταν στο πλαίσιο κάποιας επίσημης δικαστικής έρευνας και ζητήθηκε από την ΕΥΠ η νόμιμη επισύνδεση των τηλεφώνων τους; Ετσι ακριβώς έγινε στο Βέλγιο η έρευνα! Εάν δεν έγινε έτσι, όπως στο Βέλγιο, πώς άραγε έγινε; Εδωσε εντολή το Μέγαρο Μαξίμου στην ΕΥΠ να ελέγξει τους τυχόν διεφθαρμένους υπουργούς του ή στρατιωτικούς του Πενταγώνου για να αποδώσει ευθύνες; Και αν δεν είναι το Μαξίμου που έδωσε την εντολή, ποιοι διεξήγαγαν την έρευνα της διαφθοράς κατά πολιτικών και άλλων προσώπων; Τα αυτόνομα παρακρατικά κέντρα της ΕΥΠ που λέει η κυβέρνηση; Και αν ναι, για ποιον λόγο; Απαντήσεις, παρακαλώ.
  • Δεύτερον, όποιος κι αν έκανε τις έρευνες αυτές, ποια η σκοπιμότης τους; Διεξήχθησαν (και για τον υπουργό της Θεσσαλίας, και για τον υπουργό της Ενέργειας, και για τον αρχηγό και τα άλλα στελέχη της διεύθυνσης εξοπλισμών) για να διαπιστωθεί μέσω των υποκλοπών αν δωροδοκούνταν και δρούσαν αυτόνομα παρεκκλίνοντας από την (ας την πούμε έτσι) κυβερνητική πολιτική της… αξιοκρατίας και της διαφάνειας; Ή μήπως έγιναν για να διαπιστωθεί εάν τυχόν είναι… ενταγμένοι σε μία συνολική κυβερνητική πολιτική εξυπηρέτησης φίλων, άρα πρέπει να θεωρούνται πιστοί και δικαιούνται να παραμένουν στις θέσεις τους; Μήπως οι κοριοί τσέκαραν τη νομιμοφροσύνη τους και την εχεμύθειά τους; Το περίφημο royalty;
  • Τρίτον, όποιος κι αν έκανε την έρευνα για τη διαφθορά στις τρεις αυτές υποθέσεις, είτε η Δικαιοσύνη είτε το Μαξίμου ή τα περίφημα αυτόνομα παρακρατικά κέντρα της ΕΥΠ, κατέληξε σε συγκεκριμένα συμπεράσματα και ποια ήταν αυτά; Πώς αξιοποιήθηκαν από αυτούς που πραγματοποίησαν την έρευνα παραβιάζοντας το απόρρητο των επικοινωνιών των συγκεκριμένων προσώπων; Τους ζητήθηκαν εξηγήσεις από τον πρωθυπουργό; Απομακρύνθηκαν από τη θέση τους; Εστάλη η υπόθεση της τυχόν διαφθοράς τους στη Δικαιοσύνη; Παρέμειναν στη θέση τους; Κι αν παρέμειναν, γιατί παρέμειναν; Βέλγιο, είπαμε. Να κάνουμε ό,τι έκαναν.
  • Τέταρτον, όπως φαίνεται, η υπόθεση των υποκλοπών χάλασε δύο τουλάχιστον μεγάλες δουλειές. Η πρώτη ήταν ο διαγωνισμός του υπουργείου Δημόσιας Τάξεως για τις ταυτότητες, με μεγάλο οικονομικό αντικείμενο, και δεύτερον η ανάθεση από το ΚΥΣΕΑ αγοράς πυραυλικών συστημάτων από φιλική χώρα της Μεσογείου, καθώς η αντιπολίτευση αποκάλυψε ότι ήταν υπερτιμολογημένη κατά 47.000.000 €… Και στις δύο αυτές περιπτώσεις παρακολουθείτο η ηγεσία των δύο υπουργείων Αμυνας και Δημόσιας Τάξης. Και η πολιτική και η ένστολη. Για ποιον λόγο; Για να διαπιστωθεί αν επιβοηθά ή εμποδίζει τις κεντρικές αποφάσεις της κυβέρνησης να αναθέσει τους διαγωνισμούς σε συγκεκριμένα συμφέροντα; Είναι η συνέχεια της προσομοίωσης του Βελγίου, όπου, θυμίζουμε, μετά τις συλλήψεις είχαμε καθαιρέσεις από αξιώματα. Οχι… πέταγμα χαρταετού.

Μερικά ειδικότερα ερωτήματα τώρα:

Οπως προκύπτει από τη λίστα των παρακολουθήσεων, με τις υποκλοπές όλη η ηγεσία του Πενταγώνου, μεταξύ των οποίων ο υπουργός, οι αρχηγοί των Ενόπλων Δυνάμεων και η Γενική Διεύθυνση Εξοπλισμών, ήταν υπό παρακολούθηση.

  • Εφόσον εντοπίστηκε κάτι ύποπτο, αλλά η κυβέρνηση για λόγους προφανείς ήθελε να χειριστεί το θέμα μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, ερωτάται: κάλεσε ο πρωθυπουργός πρόσωπο από την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Αμυνας ή από τη στρατιωτική ηγεσία του υπουργείου Αμυνας ή του υπουργείου Δημόσιας Τάξης για να του θέσει συγκεκριμένα ερωτήματα για τη στάση του;
  • Κι αν δεν τον ικανοποίησαν οι εξηγήσεις που έλαβε, γιατί το πρόσωπο αυτό παραμένει ακόμα στη θέση του;
  • Αποκάλεσε ο πρωθυπουργός σε συνεργάτες του το πρόσωπο αυτό, εκτός από «άχρηστο», και «κλέφτη»;
  • Εντόπισε στις επικοινωνίες του μηνύματα άσκησης πίεσης προς αξιωματούχους προκειμένου να δοθεί η δουλειά κάπου συγκεκριμένα;

Σταματώ εδώ. Δεν πάω παρακάτω. Ετσι νομίζω ότι θα έκανε την έρευνα το Βέλγιο, το οποίο πολύ επικαλείται η κυβέρνηση για να νομιμοποιήσει τις υποκλοπές με αυτόν τον τρόπο. Στο φως, όχι στο σκοτάδι. Ναι, λοιπόν, οι παρακολουθήσεις για θέματα διαφθοράς κορυφαίων κυβερνητικών και στρατιωτικών αξιωματούχων είναι θεμιτές -δίκιο έχει το Μαξίμου-, αρκεί, όταν αποκαλύπτεται το παραμικρό, η κυβέρνηση να παίρνει μέτρα και να τους διώχνει με τις κλωτσιές. Και να τους στέλνει στον εισαγγελέα προς παραδειγματισμό.

Όσο δεν απαντά, όμως, η κυβέρνηση σε αυτά τα ερωτήματα και ρίχνει την μπάλα στην εξέδρα, ο υποψιασμένος πολίτης μπορεί να κάνει, δυστυχώς, τις εξής σκέψεις:

η υπόθεση των υποκλοπών αναγκάζει την κυβέρνηση, μετά τη δημοσιοποίησή της, να κάνει επικοινωνιακή και νομική διαχείριση του σκανδάλου και να υποστηρίζει προσχηματικώς ότι αυτόνομα παρακρατικά κέντρα παρακολουθούσαν τους υπουργούς χωρίς η ίδια να γνωρίζει τίποτε για τις παρακολουθήσεις τους. Και τώρα που αποκαλύπτεται η δράση τους, υποστηρίζει ότι, εκτός από το παρακράτος στην ΕΥΠ, υπήρχε και παρακράτος στα υπουργεία, το οποίο δρούσε αυτόνομα υπέρ της εξυπηρέτησης μεγάλων συμφερόντων, εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος.

Αυτή είναι η μόνη γραμμή που μπορεί να χαράξει η κυβέρνηση για να υπερασπιστεί τον εαυτό της μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο των αποκαλύψεων, οι οποίες θα συνεχίσουν να την κυνηγούν και μέσα στην προεκλογική περίοδο. Και, μάλιστα επιβαρυμένες, καθώς για πρώτη φορά οι υποκλοπές φεύγουν από το επιφανειακό επιχείρημα «πάντοτε γίνονταν αυτά» και «όλοι ακούνε όλους», και συνδέονται ευθέως με υποθέσεις διαχείρισης δημοσίου χρήματος.

Αυτή είναι η πρώτη σκέψη που μπορεί να κάνει ο υποψιασμένος πολίτης, και μακάρι να είναι αλήθεια αυτή. Οτι αυτονομημένα παράκεντρα ακούνε και αυτονομημένα παράκεντρα διαφθείρονται.

Γιατί υπάρχει και η δεύτερη σκέψη, η ανάποδη, που αφορά το πώς δρούσε η κυβέρνηση όσο ήταν άγνωστες οι υποκλοπές. Μήπως, δηλαδή, ήταν κεντρική επιλογή συγκεκριμένες αναθέσεις σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας και σε συγκεκριμένους διαγωνισμούς σε συγκεκριμένα συμφέροντα, και οι παρακολουθήσεις γίνονταν για να διαπιστωθεί αν συγκεκριμένα πρόσωπα μέσα στον κρατικό μηχανισμό υπηρετούσαν η αντιστέκονταν στις ανομίες που προωθούνταν σε κεντρικό επίπεδο.

Μακάρι να μην ισχύει η δεύτερη. Θα είναι ακόμα πιο μεγάλο το κακό. Γιατί τότε οι υποψιασμένοι πολίτες θα διαχωρίσουν τις περιόδους σε δύο (πώς συμπεριφερόταν η κυβέρνηση πριν από τις υποκλοπές, όταν κανείς δεν ήξερε τίποτε, και πώς μετά, όταν ξεσκεπάστηκαν αυτές) και έπειτα θα αξιολογήσουν συνολικά την κυβερνητική συμπεριφορά. Θα σκεφτούν, δηλαδή, ότι στην πρώτη περίοδο το Μέγαρο Μαξίμου παρακολουθούσε συγκεκριμένους αξιωματούχους για να διαπιστώσει αν οι αυτοφωράκηδες υπουργοί και αξιωματούχοι υλοποιούν τις εντολές του για συγκεκριμένες αναθέσεις εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος και στη δεύτερη, όταν στράβωσαν τα πράγματα και χάλασαν οι δουλειές, αφού πρώτα έσπευσε να ακυρώσει τους διαγωνισμούς, κάνει πως δεν ξέρει τους υπουργούς στους οποίους είχε αναθέσει να φέρουν σε πέρας την ιδιαίτερη αυτή αποστολή τους και τους ρίχνει στα σκυλιά, αποκαλώντας τους ιδιωτικώς… κλέφτες.

Οποια εκδοχή, πάντως, κι αν υιοθετήσει κανείς, ακόμα και την επίσημη, ότι δηλαδή παράκεντρα της υπηρεσίας πληροφοριών πραγματοποιούσαν «προκαταρκτική εξέταση» για υποθέσεις διαφθοράς (χωρίς να υπάρχει εντολή από τη Δικαιοσύνη) και έψαχναν υπουργούς που κινούνταν αυτόνομα από την κυβερνητική πολιτική, το τελικό συμπέρασμα δεν είναι καθόλου κολακευτικό για τη Ν.Δ.

Στην πλέον επιεική εκδοχή, ένα παρακράτος που λειτουργούσε στην καρδιά των θεσμών, των μυστικών υπηρεσιών, της Δικαιοσύνης και των υπουργείων έκανε ό,τι ήθελε εις βάρος της νομίμως εκλεγμένης κυβέρνησης της χώρας, χωρίς να έχει υποστεί την παραμικρή αμυχή, την ώρα που η Εύα Καϊλή βλέπει το φως της μέρας μέσα από τα σίδερα της φυλακής. Επαναλαμβάνουμε: στην πλέον επιεική εκδοχή, γιατί υπάρχει και η αυστηρή.

Επειδή, λοιπόν, τα ερωτήματα είναι κρίσιμα, κανείς δεν μπορεί να τα αποφύγει. Η αποκάλυψη της παρακολούθησης του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων για υποθέσεις εξοπλισμών, σε συνδυασμό με τις άλλες υποθέσεις που αναφέραμε, συνδέει για πρώτη φορά τις υποκλοπές με τη διαφάνεια και με την οικονομία. Αφορά τον φορολογούμενο πολίτη. Βέλγιο, λοιπόν, κύριε εισαγγελεύ του Αρείου Πάγου. Βέλγιο και… χωρίς παρεξήγηση. Δεν γίνονταν «πάντοτε αυτά». 

ΔΗΜΟΦΙΛΗ