Κώστας Βαξεβανης: Απερχεται

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Η πολιτική πραγµατικότητα µοιάζει συχνά µε ελατήριο. Μπορεί να δείχνει ότι συµπιέζεται, ότι απορροφά κραδασµούς, ακόµη και ότι µέσα από αυτές τις ιδιότητες µπορεί να εξασφαλίζει ισορροπία, αλλά αργά ή γρήγορα το ελατήριο θα εκτιναχτεί.

Από πολιτικής άποψης βρισκόµαστε στο σηµείο πριν από την εκτίναξη. Το ελατήριο συµπιέστηκε, δηµιουργήθηκε µάλιστα η εντύπωση ότι αυτό µπορεί να αποτελεί µόνιµη κατάσταση, αλλά η ενέργεια που συγκέντρωσε από την ίδια την πίεση θα µετατραπεί σε απρόβλεπτη κινητικότητα.

Προς τα πού θα κινηθεί η καµπύλη; Αν και η πολιτική δεν είναι «Καζαµίας», θα διακινδυνεύσω µια πρόβλεψη. Η πραγµατικότητα θα αποτινάξει το πολιτικό άχθος του Κυριάκου Μητσοτάκη θυµίζοντας εκείνα τα παιδικά κουτιά φάρσας που όταν τα ανοίγεις πετιέται ένας αρλεκίνος. Μετά την πρώτη έκπληξη γέρνουν άψυχα πάνω στο τσαλακωµένο ελατήριο που τα κίνησε για λίγο.

Το 2022 κλείνει µε τη χώρα πιεσµένη, σµπαραλιασµένη και κακοποιηµένη σε όλα τα επίπεδα. ∆εν πρόκειται για το αποτέλεσµα µιας κακής διακυβέρνησης µε πολιτικές αστοχίες και λάθος επιλογές προσώπων. Η διακυβέρνηση Μητσοτάκη είναι ένα µείγµα πολιτικού αµοραλισµού, νεοφιλελεύθερου κυνισµού και προσωπικών στοιχείων µιας προβληµατικής πολιτικά (και όχι µόνο) προσωπικότητας.

Ο ίδιος ο Μητσοτάκης ήταν ο καταλύτης που επιτάχυνε όλες τις αντιδράσεις διάβρωσης και σήψης της χώρας. Επί των ηµερών του δηµοκρατικές λειτουργίες που αποτελούσαν έστω εξ ανάγκης το αξιακό σύστηµα συµπεριφοράς της αστικής δηµοκρατίας όχι µόνο εγκαταλείφθηκαν αλλά ενοχοποιήθηκαν ως απειλή για τη χώρα. Ακόµη και το savoir vivre του δεξιού κοινοβουλευτισµού εκποιήθηκε για να καλυφθούν η αδυναµία και η διαταραγµένη λειτουργία της πολιτικής προσωπικότητας του πρωθυπουργού. Από τον χάρτη της κοινοβουλευτικής δηµοκρατίας σβήστηκαν λειτουργίες επιτροπών της Βουλής, η διαφάνεια, ο έλεγχος και η λογοδοσία.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συντόνισε και επέβαλε τη µετατροπή του κράτους δικαίου σε σύστηµα απολυταρχικής προσωπικής διακυβέρνησης, µε ρυθµιστή της κελυφώδους δηµοκρατίας του τα µέσα ενηµέρωσης και τους ισχυρούς που του ανέθεσαν την εξουσία. Οι θεσµοί από τη ∆ικαιοσύνη έως την ηγεσία του στρατού αλλά και την Προεδρία της ∆ηµοκρατίας έγιναν παρακολούθηµα του λουδοβικισµού και της πολιτικής αλλοτρίωσης.

Το σύστηµα της «αριστείας» που χρησιµοποιήθηκε για να επιβληθούν οι προσωπικοί κανόνες αποδείχθηκε ένα δαιδαλώδες σύστηµα µε απατεώνες που ο καλύτερος είναι έτοιµος να κλέψει τη µάνα του, αφού φυσικά έχει κλέψει το δηµόσιο ταµείο. Η επιχειρηµατικότητα που θα έσωζε τη χώρα αποδεικνύεται ότι είναι η προσπάθεια να στηριχτούν συγκεκριµένα συµφέροντα και «επενδύσεις» τύπου Κατάρ και Εύας Καϊλή, µε αόρατες βαλίτσες να πηγαινοέρχονται από τη Μέση Ανατολή και ελληνοποιήσεις εγκληµατιών του λευκού κολάρου.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είναι ο χειρότερος πρωθυπουργός επειδή πληρώνουµε την ακριβότερη ενέργεια, τα ακριβότερα είδη πρώτης ανάγκης, την ακριβότερη διαβίωση. Είναι ο χειρότερος επειδή έχει κάνει τη χώρα «φτηνή» και έχει αφαιρέσει κάθε προοπτική και όνειρο από τους ανθρώπους της. Εχει κάνει κανονικότητα την πολιτική απάτη, την εκτροπή και την εγκληµατικότητα που αναπτύσσονται από τα ίδια τα θεσµικά κέντρα.

Η αποκάλυψη των υποκλοπών ήταν ταυτόχρονα η αποκάλυψη της αθλιότητας ως ανώτερου σταδίου του µητσοτακισµού. ∆εν διαπεράστηκε απλώς το τείχος των θεσµών για να απλωθούν καλώδια και πρακτικές συνακροάσεων. ∆εν κατεδαφίστηκε µόνο η αστική νοµιµότητα για να χτιστεί το τερατούργηµα της προσωπικής και ανώµαλης εξουσίας. Η πολιτική ζωή αυτήν τη στιγµή κινείται µε όχηµα τους εκβιασµούς. Εκβιάζονται οι παρακολουθούµενοι για να σιωπήσουν και να υποταχθούν, εκβιάζονται στελέχη της ∆ικαιοσύνης για να συνταχθούν, εκβιάζεται ο πολιτικός χώρος της Ν∆ για να ανεχθεί.

Το ελατήριο έχει συµπιεστεί και θα εκτιναχθεί. Τα συστηµικά µέσα ενηµέρωσης κάνουν τις ύστατες προσπάθειες να ανασυντάξουν το µέτωπο της µητσοτακικής επικοινωνιακής άµυνας και να αποφύγουν τα χειρότερα. Αφού περάσαµε από το αρχικό στάδιο της ενοχοποίησης αυτού που αποκαλύπτει («όλα είναι ένα ψέµα και µια συκοφαντία του Documento και των ξένων δηµοσιογράφων που επιβουλεύονται τη χώρα»), διήλθαµε το στάδιο της κανονικοποίησης («έτσι συµβαίνει παντού»), για να καταλήξουµε στο άχαρο στάδιο της «επιβεβληµένης» σωφροσύνης. Σε αυτό το στάδιο το βαρύ (και σε µερικές περιπτώσεις παρακολουθούµενο) πυροβολικό της ελληνικής δηµοσιογραφίας αρθρογραφεί για να συνετίσει το πλήθος επικαλούµενο την επικίνδυνη τοξικότητα που δηµιουργείται. Φυσικά ως τοξικότητα δεν εντοπίζονται η εκτροπή από τις συνταγµατικές αρχές, ο µητσοτακισµός και οι επισυνδέσεις του, αλλά η διαµαρτυρία για την εκτροπή. Η τοξικότητα δεν έχει γενεσιουργό αιτία αλλά αόριστες αναφορές και ευθύνες που απλώνονται σε όλους. Ο θύτης και το θύµα δεν έχουν να ξεκαθαρίσουν τίποτε στο όνοµα της δηµοκρατίας, απλώς πρέπει να εξασφαλιστεί η «ευπρέπεια», αφού όµως µηδενιστεί το κοντέρ που έχει καταγράψει τη βρόµικη πορεία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Μαζί µε τη συµπαντική ηρεµία και την παγκόσµια ειρήνη πρέπει να εξασφαλιστεί και η πραότητα που δεν θα καταστήσει τον Μητσοτάκη απολογούµενο. Και επειδή και οι ίδιοι οι γράφοντες γνωρίζουν ότι το ελατήριο έχει συµπιεστεί σε βαθµό που µπορεί να εκτιναχθεί, ανατινάζοντας το σύστηµα, η πολιτική συνέργεια στη βάση της «καλής καρδιάς» εµφανίζεται ως µια καλή λύση.

Ο Μητσοτάκης απέρχεται µαζί µε το 2022, αλλά το µεγάλο ερώτηµα είναι τι έρχεται. Ο Αλέξης Τσίπρας δείχνει έτοιµος για να επανέλθει. Τι µπορεί και τι θέλει να κάνει; Πώς θα σταθµίσει τη σχέση του «µπορώ» και του «θέλω» ώστε να παραγάγει πολιτική που δεν θα είναι σε οµηρία από τους εξωτερικούς και τους εσωτερικούς συσχετισµούς;

Μπροστά στην πιθανότητα ανάληψης της εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να επιλυθεί ένα σοβαρό θέµα πολιτικής. Ο ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ συστηµατοποιεί την προεκλογική του εκστρατεία µε τρόπο που εµφανίζεται πιο πολυσυλλεκτικός και ανοιχτός προς άλλες δυνάµεις. Ο χώρος του κέντρου (µπορεί πολιτικά να µην υπάρχει στ’ αλήθεια, αλλά γοητεύει και τον ΣΥΡΙΖΑ και τους δηµοσκόπους) διαµορφώνεται ως αντικείµενο του πάθους για την εξουσία. Το ερώτηµα είναι αν η διαµόρφωση της πολιτικής ρητορικής µε αυτό το επίκεντρο, η ρητορική δηλαδή που προσπαθεί να ξεφοβίσει το εκλογικό σώµα και να σπάσει το αντιΣΥΡΙΖΑ µέτωπο, αποτελεί ικανό και αναγκαίο µέτρο.

Εκτός από το κέντρο, που έλκεται από το φλερτ όλων των πολιτικών δυνάµεων που το πολιορκούν, υπάρχει ο πολιτικά αδιαµόρφωτος χώρος που θέλει τις λύσεις οι οποίες θα πυροδοτήσουν και πάλι το όραµα.

Υπάρχει ο ανένταχτος ίσως πολίτης που δεν έχει εµπιστοσύνη ούτε στη ∆ικαιοσύνη ούτε στις τράπεζες ούτε στο παθογενές δηµόσιο ούτε στους διαβρωµένους και διεφθαρµένους θεσµούς. Και φυσικά δεν έχει καµία εµπιστοσύνη στην πολιτική. Περιµένει λοιπόν αυτόν που δεν θα µιλήσει θελκτικά γι’ αυτά αλλά θα τα αλλάξει. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να ξεκαθαρίσει όχι µόνο πόσο φιλικός και καλοπροαίρετος είναι σε τρίτες δυνάµεις, αλλά πόσο εχθρικός και αποφασιστικός θα είναι ως κυβέρνηση απέναντι στα φαινόµενα που κρατάνε τη χώρα βαλκανική µπανανία. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πλέον σε ηλικία κυβερνητικής ωριµότητας και πρέπει να αντιληφθεί τη σηµασία και του φλερτ αλλά και της αγάπης.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ