Ο Μανιτάκης εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, που θα ιδρύσει Σχολή Ιατρικής με τη CVC!

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Την Παρασκευή 8 Μαρτίου ψηφίζεται το νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Το σημερινό ρεπορτάζ εισφέρει στοιχεία που εγείρουν ζητήματα σύγκρουσης συμφέροντος και δεοντολογίας, ιδίως όσον αφορά τη διαφάνεια σχετικά με τις ιδιότητες προσώπων που συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο για το νομοσχέδιο.

Σημαίνουσα προσωπικότητα που έχει πολλάκις τοποθετηθεί υπέρ της συνταγματικότητας του νομοσχεδίου είναι ο κ. Αντώνης Μανιτάκης (ενδεικτικά στην Καθημερινή: 1, 2, 3). Ο κ. Μανιτάκης είναι ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου (ΑΠΘ). Ωστόσο, από το 2020 διατελεί πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου της Νομικής Σχολής του (ιδιωτικού και κερδοσκοπικού) Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Αυτή η ιδιότητα έχει σημασία: το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας σχεδιάζει, σε συνεργασία με την επιχείρηση Hellenic Healthcare Group (συμφερόντων του fund CVC Capital Partners που ελέγχει ιδιωτικά νοσοκομεία όπως Υγεία και Metropolitan), τη δημιουργία της πρώτης ιδιωτικής Σχολής Ιατρικής στην Ελλάδα.

Γι’ αυτόν τον σκοπό, στις 29 Ιανουαρίου 2024 Πανεπιστήμιο Λευκωσίας και Hellenic Healthcare Group ανακοίνωσαν κοινά εταιρικά σχήματα στην Επιτροπή Ανταγωνισμού. Η γνωστοποίηση έγινε αρκετές μέρες πριν το υπουργείο Παιδείας θέσει το νομοσχέδιο σε διαβούλευση (8 Φεβρουαρίου).

«Το υπουργείο ζήτησε την άποψή μου»

Σε ερώτημά μας, ο κ. Μανιτάκης απάντησε ότι το υπουργείο Παιδείας ζήτησε την επιστημονική άποψή του σχετικά με το νομοσχέδιο: «Στο διάστημα κατά το οποίο έγιναν οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβερνήσεως και ξεκίνησε ο δημόσιος διάλογος για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, προφανώς έγιναν συζητήσεις και με συναδέλφους συνταγματολόγους και με συναδέλφους υπουργούς. Ανταλλάξαμε απόψεις και ζητήθηκε η γνώμη μου. Το ερώτημα μού τέθηκε και από το υπουργείο [Παιδείας]. Ως εκ τούτου εξέφρασα τις απόψεις μου, και φυσικά αυτό δεν έγινε επ’ αμοιβή. Τις θέσεις μου άλλωστε τις είχα προδημοσιεύσει και ήθελαν να επιβεβαιώσουν ότι το κείμενο του νόμου θα είναι συμβατό με το Σύνταγμα. Στο πλαίσιο της επεξεργασίας ενός νομοσχεδίου, είναι αδύνατον ένα υπουργείο να μη ζητάει τη γνώμη συνταγματολόγων, ώστε να εξετάσει τη συμβατότητά του με το Σύνταγμα. Πιστεύω ότι η θέση της γνωμοδότησής μου, που διατυπώθηκε για πρώτη φορά πριν από δυόμισι χρόνια, λήφθηκε υπόψη σοβαρά από νομοτεχνικές επιτροπές του υπουργείου για το νομοσχέδιο».

Α. Μανιτάκης στο Reporters Unitednone

Εδώ προκύπτει ένα σοβαρό ερώτημα: Πώς η κυβέρνηση ζητά για νομοσχέδιό της την άποψη ενός κορυφαίου μεν συνταγματολόγου, ο οποίος όμως κατέχει υψηλόβαθμη θέση -στο πλαίσιο έμμισθης σχέσης- σε κερδοσκοπικό οργανισμό με άμεσο συμφέρον από την υπερψήφιση του νομοσχεδίου; Κρατώντας μάλιστα κρυφή τη σχέση αυτή;

Θέσαμε το ζήτημα στο γραφείο του υπουργού Παιδείας Κυριάκου Πιερρακάκη. «Η μόνη επίσημη γνωμοδότηση που έχει ζητηθεί για το νομοσχέδιο είναι από τον συνταγματολόγο κ. Φίλιππο Σπυρόπουλο», απάντησε το γραφείο Τύπου. Η απάντηση δεν διαψεύδει το ρεπορτάζ. Από τα λεγόμενα του κ. Μανιτάκη προκύπτει ότι το υπουργείο ζήτησε την άποψή του, όχι όμως στο πλαίσιο κάποιας συμβατικής σχέσης ή επίσημης γνωμοδότησης. Η λέξη κλειδί είναι το «επίσημη»: Το υπουργείο δεν αποκλείει την ανεπίσημη (και άρα αδιαφανή) σχέση του με στέλεχος ιδρύματος που έχει ατζέντα υπέρ των ιδιωτικών πανεπιστημίων.

Γνωμοδότηση Μανιτάκη, φιλοκυβερνητικά άρθρα: Έξι μήνες πριν το νομοσχέδιο

Η αναφορά στη γνωμοδότηση Σπυρόπουλου θέτει ένα ακόμη ζήτημα. Διαφέροντας από άλλα νομικά άρθρα, η γνωμοδότηση αποτελεί ξεχωριστό είδος νομικού κειμένου, που συντάσσεται από ειδικό επί νομικών θεμάτων κατόπιν ανάθεσης εκ μέρους εντολέα, είτε pro bono (δωρεάν) είτε έναντι αμοιβής.

Στην περίπτωση του κ. Σπυρόπουλου τα δεδομένα είναι συγκεκριμένα. Σύμφωνα με το έγγραφο της ανάθεσης στη Διαύγεια, τον περασμένο Δεκέμβριο το υπουργείο Παιδείας ανέθεσε στη δικηγορική εταιρεία του συνταγματολόγου τη σύνταξη γνωμοδότησης για τη συνταγματικότητα του νομοσχεδίου, έναντι 20.000 ευρώ. Άρα, εδώ η κοινή γνώμη γνωρίζει ότι η γνωμοδότηση, που τάσσεται υπέρ της συνταγματικότητας των κυβερνητικών ρυθμίσεων, συντάχθηκε μετά από ανάθεση του υπουργείου, γεγονός που συνυπολογίζεται στον δημόσιο διάλογο.

Το ζήτημα χρειάζεται περισσότερη διαφάνεια στην περίπτωση γνωμοδότησης του κ. Μανιτάκη, καθώς εκεί δεν κατέστη σαφές αν συντάχθηκε έπειτα από ανάθεση.

Ας δούμε τα γεγονότα: Τον Ιούλιο του 2023 ο κ. Μανιτάκης δημοσίευσε στο νομικό περιοδικό Constitutionalism γνωμοδότηση (έτσι χαρακτηρίζεται από το ίδιο το κείμενο) υπέρ της εγκατάστασης παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων στην Ελλάδα. Η γνωμοδότηση δημοσιεύθηκε και στο περιοδικό Δικαιώματα του Ανθρώπου. Στο κείμενο επισημαίνεται η διπλή ιδιότητα του κ. Μανιτάκη (συνταγματολόγου και επικεφαλής της επιστημονικής επιτροπής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας).

Το ενδιαφέρον είναι ο ανύποπτος χρόνος δημοσίευσης της γνωμοδότησης. Λίγο αργότερα, δημοσιεύματα σε φιλοκυβερνητικά μίντια (Πρώτο Θέμα, ekathimerini.gr, Παραπολιτικά, Liberal) θα μιλούσαν για συμφωνία CVC Capital Partners και Πανεπιστημίου Λευκωσίας (όπου εργάζεται ο κ. Μανιτάκης) με σκοπό την ίδρυση της πρώτης ιδιωτικής Ιατρικής Σχολής στην Ελλάδα, παρότι το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο όχι απλώς δεν υπήρχε, αλλά θα εμφανιζόταν στη διαβούλευση έξι μήνες αργότερα. Πρακτικά, η γνωμοδότηση Μανιτάκη παρενέβη με ένταση στη νομική συζήτηση για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και λίγες εβδομάδες μετά ακολούθησε η είδηση για την πρώτη ιδιωτική σχολή από το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας που συνδέεται με τον κ. Μανιτάκη και έχει άμεσο συμφέρον από το κυβερνητικό νομοσχέδιο.

Τα παραπάνω θέτουν ένα βασικό ερώτημα: Πώς η Hellenic Healthcare Group, το CVC Capital Partners και το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας κάνουν τόσο προωθημένες συζητήσεις για ιδιωτική σχολή από τα μέσα του 2023 και η κοινή γνώμη (η φοιτητική κοινότητα και οι οικογένειές τους) πληροφορείται επισήμως το σχετικό νομοθετικό εγχείρημα έξι μήνες μετά, το οποίο η κυβέρνηση φέρνει (κατά τον συνταγματολόγο Μποτόπουλο) με μια «μη νόμιμη βιασύνη»;

Πάντως, αυτή η βιασύνη της κυβέρνησης είναι πλήρως εναρμονισμένη με τα σχέδια του Πανεπιστημίου Λευκωσίας και του CVC για άμεση ίδρυση ιδιωτικής σχολής στην Ελλάδα, με τον φιλοκυβερνητικό Τύπο μάλιστα να αναφέρει ότι ο «πυρετός προετοιμασιών» θα φέρει τους πρώτους φοιτητές από τον Σεπτέμβριο του 2025. Από την άλλη, η βιασύνη του Μαξίμου έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις σίγουρα πιο χρονοβόρες θεσμικές διαδικασίες για την αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος, η οποία για τους περισσότερους συνταγματολόγους είναι αναγκαία προϋπόθεση για τη λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση πρόταξε τα ιδιωτικά συμφέροντα έναντι της εφαρμογής του Συντάγματος, όπως τουλάχιστον την αντιλαμβάνεται η πλειοψηφία των συνταγματολόγων (ενδεικτικά: Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Αλκιβιάδης Δερβιτσιώτης, Γιάννης Δρόσος, Ακρίτας Καϊδατζής, Ιφιγένεια Καμτσίδου, Γιώργος Κατρούγκαλος, Ξενοφών Κοντιάδης, Παναγιώτης Μαντζούφας, Κώστας Μποτόπουλος, Γιώργος Σωτηρέλης, Πάνος Λαζαράτος, Βασιλική Χρήστου, Κώστας Χρυσόγονος).

Ρωτήσαμε τον κ. Μανιτάκη αν η γνωμοδότησή του συνδέεται με τη θέση του στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Μας απάντησε: «Το ζήτημα των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων με είχε απασχολήσει και παλαιότερα. Έχοντας την ιδιότητα του επικεφαλής της επιστημονικής επιτροπής του Πανεπιστημίου της Λευκωσίας, πριν από δυόμισι χρόνια συνέταξα μελέτη σχετικά με το ζήτημα των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Το συγκεκριμένο ζήτημα τέθηκε και από τη δημόσια συζήτηση και από το Πανεπιστήμιο της Λευκωσίας, και ως εκ τούτου συνέταξα τη σχετική μελέτη, την οποία αργότερα γνωστοποίησα τόσο δημόσια όσο και στην κυβέρνηση. Η συνταγματική θεωρία έχει ασχοληθεί διαχρονικά και σε βάθος με το ζήτημα των ιδιωτικών πανεπιστημίων, στο πλαίσιο των συνταγματικών αναθεωρήσεων».

Α. Μανιτάκης στο Reporters Unitednone

Σχετικά με τη συνταγματικότητα του νομοσχεδίου, ο κ. Μανιτάκης είπε στο Reporters United: «Με το νομοσχέδιό της η κυβέρνηση απέφυγε την άμεση αντιπαράθεση με το άρθρο 16 παρ. 8 του Συντάγματος που απαγορεύει ρητά τη σύσταση ανωτάτων σχολών από ιδιώτες, διότι επέτρεψε την εγκατάσταση παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων και όχι την ελεύθερη εγκατάσταση ιδιωτικών πανεπιστημίων. Όταν προσεγγίζουμε το σχετικό ζήτημα, έχουμε υπόψιν μας τι θα γίνει στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Ξέρουμε ότι θα γίνει προσφυγή στο ΣτΕ. Ως εκ τούτου, σκέφτηκα έναν τρόπο, ώστε αυτή να μη γίνει αποδεκτή με φόντο το άρθρο 16 παρ. 8 του Συντάγματος. Σύμφωνα άλλωστε με την απόφαση του ΣτΕ για την υπόθεση του Βασικού Μετόχου, όταν έχουμε ζήτημα εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, οφείλουμε να ερμηνεύουμε το Σύνταγμα κατά το ευρωπαϊκό δίκαιο. Αυτό ισχύει και για τη συζήτησή μας, καθώς η εγκατάσταση παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων βασίζεται στις θεμελιώδεις ελευθερίες εγκατάστασης και παροχής (και εκπαιδευτικών) υπηρεσιών, οι οποίες κατοχυρώνονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ».

Ο ίδιος πρόσθεσε: «Η αντίθετη από τη δική μας γνώμη ισχυρίζεται πως το νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας παραβιάζει το Σύνταγμα. Ωστόσο, δεν λέγεται τίποτα για τα κολλέγια. Η ίδρυση των κολλεγίων είναι μια πρόδηλη παραβίαση του Συντάγματος. Έχουν μέχρι σήμερα ιδρυθεί περισσότερα από 30 κολλέγια τα οποία είναι ιδιωτικές σχολές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και παρέχουν επαγγελματικά πτυχία ισότιμα με εκείνα των πανεπιστημίων. Αυτό γίνεται με βάση την επιταγή μίας ευρωπαϊκής οδηγίας, που είναι εκδήλωση του ενωσιακού δικαίου. Ακόμη, τα κολλέγια δεν έχουν τις εγγυήσεις που θα απολαμβάνουν τώρα τα παραρτήματα των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Αυτή τη διάσταση απόψεων για τα κολλέγια και τα παραρτήματα αλλοδαπών πανεπιστημίων την ονομάζω συνταγματικό στρουθοκαμιλισμό».

Το πρόβλημα της διαφάνειας με τις ιδιότητες του κ. Μανιτάκη εμφανίστηκε και στα μίντια. Στις 5 Μαρτίου, ο δημοσιογράφος Παύλος Τσίμας φιλοξένησε στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ τον κ. Μανιτάκη. Ούτε ο δημοσιογράφος ούτε ο καθηγητής ενημέρωσαν το κοινό για την ιδιότητα του κ. Μανιτάκη ως στελέχους του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

reportersunited.gr

ΔΗΜΟΦΙΛΗ