Αλλού βαρούν τα σήµαντρα κι αλλού χορεύουν οι νύφες της πολιτικής, οι οποίες µάλιστα είναι και πλήρεις προίκας
Στις δηµοσκοπήσεις συνήθως το µάτι πέφτει στα νούµερα που περιγράφουν την πρόθεση ψήφου. Την ίδια ώρα στις κάρτες οι οποίες δεν τυγχάνουν τόσης δηµοσιότητας περιγράφονται τα ποιοτικά στοιχεία και οι πραγµατικές προθέσεις των πολιτών. Οι πολίτες, όπως προκύπτει, δεν εµπιστεύονται τους θεσµούς, θεωρούν τη λειτουργία της ∆ικαιοσύνης προβληµατική και αιτία κακών, επιβεβαιώνουν ότι η διαφθορά είναι µεγάλο πρόβληµα και αποδίδουν στα κόµµατα και στο πολιτικό προσωπικό απροθυµία να λύσει προβλήµατα. Σε αυτές τις απόψεις συγκλίνουν αριστεροί, δεξιοί, λοιποί και αναποφάσιστοι.
Αν λοιπόν τα κόµµατα ενδιαφέρονταν να επιλύσουν τα προβλήµατα της χώρας ή να αυξήσουν έστω τα ποσοστά τους, θα έδιναν σηµασία στις ποιοτικές αναλύσεις που περιγράφουν τα ελλείµµατα και όχι στην πρόθεση ψήφου. Αλλωστε η πρόθεση ψήφου είναι αποτέλεσµα των πολιτικών που λαµβάνουν υπόψη τους τα προβλήµατα.

Τι συµβαίνει και τα κόµµατα δεν ενδιαφέρονται να λύσουν την εξίσωση;
Ακόµη χειρότερο, γιατί δεν τους ενδιαφέρει το σύνολο των εν δυνάµει ψηφοφόρων, αλλά προσπαθούν να πείσουν ή να εξαπατήσουν το µικρό ποσοστό που προσέρχεται στις κάλπες;
Την περασµένη Πέµπτη, στην εκποµπή του καλού δηµοσιογράφου Γιώργου Σαχίνη στην Κρήτη TV, ο καθηγητής του Παντείου Κώστας ∆ηµουλάς µίλησε για κόµµατα που δεν ανταποκρίνονται ούτε στις απαιτήσεις αλλά ούτε και στους κλασικούς διαχωρισµούς αριστερού – δεξιού. Μίλησε για κόµµατα-καρτέλ: «Η επίκληση (Αριστεράς – ∆εξιάς) γίνεται για να τονιστούν –ως σηµαντικές διαφορές– διαφορές που είναι ασήµαντες.
Στα κρίσιµα ζητήµατα, ειδικά από το 2010 και µετά, δεν υπάρχουν µεγάλες διαφορές στα κοινοβουλευτικά κόµµατα στην Ελλάδα, τουλάχιστον πέρα από το επίπεδο της ρητορικής, σε αυτό που εφάρµοσαν στην πράξη δηµιουργείται µια κρίση ταυτότητας και για τα ίδια και για τους οπαδούς όταν στην πράξη αυτό που ακολουθούν είναι παρόµοιο αν όχι ταυτόσηµο σε πολλές πλευρές της πολιτικής όταν την ασκούν. Και κάπου πρέπει να βρεθούν κάποιες διαφοροποιήσεις. Λεκτικά ή σε τριτεύοντα ζητήµατα. Αυτό δείχνει πόσο το πολιτικό µας σύστηµα έχει εξελιχθεί σε ένα σύστηµα καρτέλ. Με κόµµατα που θέλουν να διατηρήσουν την εξουσία ως λάφυρο».
Η ανάλυση για τη µετάλλαξη των κοµµάτων σε κόµµατα-καρτέλ ανήκει στους Ρίτσαρντ Κατζ και Πίτερ Μέιρ, οι οποίοι διαπίστωναν (1995) ότι τα σύγχρονα κόµµατα µετατοπίζονται από την κοινωνία στο κράτος και µετατρέπονται σε ηµικρατικούς µηχανισµούς. Απεµπολούν την αντιπροσωπευτική τους λειτουργία και επαγγελµατικοποιούνται. Παύουν να ανταγωνίζονται το ένα το άλλο στη βάση εξυπηρέτησης των συµφερόντων της κοινωνίας και καταλήγουν να συνεργάζονται άτυπα στη βάση δήθεν χρήσιµων απαιτήσεων. Ολα σχεδόν τα κόµµατα σήµερα στην Ελλάδα συµφωνούν στη δηµοσιονοµική τάξη και σε αυτό που αποκαλούν νοικοκύρεµα σαν να πρόκειται για οικογένεια και όχι ταξική κοινωνία. Τα κόµµατα δεν αντιπροσωπεύουν πλέον κοινωνικές τάξεις, αλλά επικαλούνται αορίστως το καλό και ταυτόχρονα χαλαρώνουν τις ιδεολογικές τους διαφορές. Αυτό, δε, εµφανίζεται ως µια θετικότητα συναίνεσης, ενώ στην πραγµατικότητα είναι ένα κοµπρεµί. Η πολιτική γίνεται υπόθεση επαγγελµατιών πολιτικών και επαγγελµατιών της πολιτικής (σύµβουλοι, επικοινωνιολόγοι, δηµοσκόποι). Η συµµετοχή των πολιτών στην πολιτική µειώνεται και η δηµοκρατία απαξιώνεται και µετατρέπεται σε διαδικασία ανάθεσης έργου στους ειδικούς και τους άριστους τεχνοκράτες. Τα πολιτικά κόµµατα δεν είναι πλέον κόµµατα µαζών (ο όρος µάλιστα της µάζας εκχυδαίζεται) και γίνονται κόµµατα που εξαρτώνται από το κράτος και τις λειτουργίες του. Επιδοτούνται από τον κρατικό µηχανισµό και όχι από τα µέλη (τους) ή δανειοδοτούνται από τις τράπεζες ενάντια στις οποίες δεν θα στραφούν ποτέ.
Η καρτελοποίηση των κοµµάτων οδηγεί τους πολίτες σε απαξιωτικές αντιλήψεις οι οποίες παράγονται από αυτό ακριβώς που διακρίνουν: «ότι όλοι είναι ίδιοι και δεν έχει νόηµα η πολιτική». Η αποχή αυτή όµως ταυτόχρονα δίνει στα κόµµατα-καρτέλ το δικαίωµα να επικρατούν και να στρεβλώνουν την αντίληψη για την πολιτική και τη δηµοκρατία.
Μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισµού παγιώθηκε η «σύγκλιση» της Αριστεράς και της ∆εξιάς σε ίδιες πολιτικές και µάλιστα αυτές του νεοφιλελευθερισµού που προήγαγε την τεχνοκρατία και την αγορά ως λύση. Τη θέση των ουσιαστικών αντιπαραθέσεων µε φόντο την κοινωνία πήραν δευτερεύουσες αντιπαλότητες, πολλές φορές κατασκευασµένες.
Ο Αγγλος Εργατικός Τόνι Μπλερ ή ο Γερµανός Σοσιαλδηµοκράτης Γκέρχαρντ Σρέντερ είναι δύο παραδείγµατα άσκησης δεξιάς πολιτικής κάτω από προοδευτικό λάβαρο. Στην Ελλάδα ο σοσιαλδηµοκράτης Κώστας Σηµίτης ήταν αυτός που θεσµοθέτησε τον νεοφιλελευθερισµό ως µέτρο εκσυγχρονισµού και ανάπτυξης.
Κατά τη διάρκεια της ελληνικής κρίσης κι έπειτα από αυτή η διαφοροποιηµένη ως τότε οραµατική Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ ανακάλυψε τον νεοφιλελευθερισµό, τη διαχείριση και φυσικά την εξουσία ως λάφυρο και ονόµασε τη µετάλλαξή της σε λατρεία προς το προοδευτικό Κέντρο. Ως αντιστάθµισµα στην πλήρη παράδοση στο σύστηµα διατήρησε αριστερή ρητορική, την οποία διάνθισε µάλιστα µε τη σκληρή αντιπαλότητα των συνιστωσών της για την ιδεολογική καθαρότητα.
Η οµογενοποίηση των πολιτικών χώρων στην Ελλάδα και η µετατροπή τους σε ένα είδος ζελέ που ταλαντεύεται ανάλογα µε το τι κινεί την πραγµατικότητα είναι η ευκολία µε την οποία βουλευτές και κοµµατάρχες πηδούν από το ένα κόµµα στο άλλο χωρίς να αισθάνονται άβολα. ∆ιάφοροι επώνυµοι και αναγνωρίσιµοι γίνονται κατά καιρούς τα σύµβολα των κοµµάτων και αντικαθιστούν την ιδεολογία και τα διακριτικά του ίδιου του κόµµατος.
∆έκα µέρες πριν από το δυστύχηµα στη βιοµηχανία Βιολάντα το Documento
είχε δηµοσιεύσει έρευνα από την οποία προέκυπτε ότι κάθε χρόνο τουλάχιστον 200 άνθρωποι πεθαίνουν στον χώρο εργασίας τους λόγω των συνθηκών. Κάντε έναν κόπο και αναζητήστε στις ανακοινώσεις των κοµµάτων ή στις ερωτήσεις των βουλευτών την ανησυχία για τα εργατικά ατυχήµατα/δυστυχήµατα. Στις δε ανακοινώσεις του ΣΥΡΙΖΑ (προ ή µετά Τσίπρα) είναι πιο εύκολο να εντοπίσει κάποιος την ανησυχία γιατί ο τάδε εκφράστηκε δήθεν σεξιστικά απέναντι στο άλλο φύλο παρά να βρεις διαµαρτυρία για θάνατο ανθρώπου σε χώρο εργασίας. Οσο περισσότερο η Αριστερά γινόταν αυγοτάραχο µε τους αντίπαλους πολιτικούς χώρους τόσο ανακάλυπτε τον ριζοσπαστισµό της στις µεγάλες ανησυχίες που είχε για την επιβίωση «της λιβελούλας του Αµαζονίου» και για τα κρυφά σεξιστικά µηνύµατα που εξέπεµπε η «Μαντουµπάλα» του Καζαντζίδη. Θα µπορούσε να χαρακτηριστεί υποκρισία, αλλά είναι καθαρή πολιτική δικαιολόγησης της καρτελοποίησης.
Η χώρα δεν είναι µόνο στο έλεος των καρτέλ της ενέργειας και των σουπερµαρκετάδων. Ακόµη και αυτή η καρτελοποίηση είναι αποτέλεσµα της λειτουργίας των κοµµάτων ως καρτέλ. Οι κοµµατάρχες είναι οι ντιλαδόροι.
Ας πάµε στο πιο πρόσφατο παράδειγµα. Μόλις πριν από µερικές ώρες το Ινστιτούτο Τσίπρα ανακοίνωσε τη «σύσταση Οµάδας Επεξεργασίας Θέσεων για τη Σύγκλιση της Σοσιαλδηµοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας». Ανάµεσα σε αυτούς που συνθέτουν τις θέσεις για τη σύγχρονη κεντροαριστερά είναι ο Νίκος Μαραντζίδης. Είναι αυτός που έβριζε τον Τσίπρα και διατύπωνε (µαζί µε τον Στάθη Καλύβα) τη θέση ότι οι Ελληνες αντάρτες ήταν συνυπεύθυνοι για τα δεινά της χώρας γιατί προκαλούσαν τους ναζί κατακτητές. Τώρα θα διαµορφώσει το πλαίσιο της κεντροαριστεράς. Συγγνώµη, αλλά είναι σαν να προετοιµάζεις µενού για βίγκαν εστιατόριο και ζητάς να σ’ το διαµορφώσει κανίβαλος από την Αφρική. Ο κ. Μαραντζίδης έχει διατρέξει όλο το καρτέλ των κοµµάτων ως σύµβουλος και δηµοσκόπος.
ΥΓ.: Επειδή πολλοί και πάλι θα υποστηρίξουν ότι το άρθρο έχει γραφτεί για να «χτυπήσει» τον Τσίπρα, θα θυµίσω τη φράση του Οσκαρ Ουάιλντ : «Με συγχωρείτε, κύριε, δεν σας γνώρισα, έχω αλλάξει πολύ».
