Κρατώ το χαρτί και νιώθω πως καίει στα χέρια μου. Όχι από θυμό αλλά από συγκίνηση.
Γιατί όταν προσπαθείς να γράψεις για έναν Άνθρωπο σαν τον +ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΤΕΒΑΤΗ (του Λίτση), οι λέξεις μικραίνουν. Και όμως, η καρδιά επιμένει. Θέλει να μιλήσει. Θέλει να μαρτυρήσει αυτά που έχει βιώσει.
Από το kefaloniapress.gr
Δεν θα σταθώ μόνο στον Καλό μάγειρα, μα ούτε στον Ραδιοερασιτέχνη, ούτε στον Άξιο Οικογενειάρχη, αλλά στον Άνθρωπο που δούλεψε στην Αμερική και γύρισε στο νησί μας, με εμπειρίες και τιμιότητα.
Ούτε μόνο στη σύζυγό του Ασπασία, που μαζί φρόντιζαν χρόνια πολλά με Ευλάβεια την Εκκλησιά & το καντήλι της Αγίας Βαρβάρας.
Θα σταθώ σε εκείνη τη νύχτα. Σε εκείνη τη στιγμή, που μου αποκάλυψε ποιος πραγματικά ήταν!
Ήταν χειμώνας. Από εκείνους τους χειμώνες που δεν παγώνει μόνο το σώμα -παγώνει και η ψυχή σου.
Ο άνεμος λυσσομανούσε από το Λαγκάδι, έσπρωχνε τις πόρτες, σφύριζε στα σοκάκια. Δεν με κρατούσε το σπίτι. Κουβαλούσα και εγώ τα βάρη μου, σκυφτός από σκέψεις, από αγωνίες, από σιωπηλές μάχες που κανείς δεν βλέπει.
Πήρα τον ανηφορικό δρόμο, νύχτα προς την Αγία Βαρβάρα, την Οικογενειακή Εκκλησία Σβορώνου στα Καραβιωτάτα -Σβορωνάτων. Ένιωθα πως μόνο εκεί, μπορούσα να σταθώ.
Ανεβαίνοντας τον ανήφορο, έκανα τον Σταυρό μου και ψιθύρισα: «Αγία Βαρβάρα, φύλα μας…». Δεν θυμάμαι τι άλλο είπα. Ίσως & τίποτα… Ίσως, μόνο έναν αναστεναγμό.
Η Εκκλησιά φαινόταν σχεδόν βυθισμένη στο σκοτάδι. Μόνο ένα λιγοστό, φως ξεχώριζε από μέσα από το Ακοίμητο καντήλι.
Εκείνο που όλα τα χρόνια της ζωής του ο +ΣΤΑΥΡΟΣ μαζί με την Ασπασία του, φρόντιζαν να μένει πάντα αναμμένο.
Όχι βωρές από συνήθεια. Αλλά από Αγάπη! Από Πίστη!
Πλησίασα τη μάντρα για να κόψω λίγο τον αγέρα. Και τότε… άκουσα ψαλμωδία.
Στην αρχή νόμιζα πως ο νους μου με γελά. Στάθηκα… Ο άνεμος λυσσομανούσε, μα μέσα από το βουητό του ξεχώριζε καθαρά μνια φωνή. Σταθερή & Θερμή. Βαθιά. Ένα παγωμένο ρίγος με διαπέρασε ως το κόκαλο. Δεν ήταν φόβος – ήταν δέος.
Δευτερόλεπτα που έμοιαζαν αιωνιότητα. Ένιωσα σαν να μετακινήθηκα από τον κόσμο που ήξερα σε έναν άλλον, αόρατο & Ιερό. Τσιμπήθηκα…
Ήθελα να βεβαιωθώ, πως δεν ονειρεύομαι. Με δυσκολία πλησίασα την πόρτα και έβαλα το αυτί μου στο ψυχρό μέταλλο της. Η ψαλμωδία έβγαινε από μέσα. Από την μισοφωτισμένη Εκκλησία μας.
Η πόρτα ήταν κλειστή, μα όχι κλειδωμένη. Από τη χαραμάδα ξέφευγε προς τα έξω, το θαμπό φως και ο Ιερός ήχος. Έσπρωξα σιγά, σχεδόν με τρόμο μήπως διαταράξω κάτι που δεν μου ανήκε.
Και τότε τον είδα.
Τον +ΣΤΑΥΡΟ γονατισμένο μπροστά στην Ωραία Πύλη. Στο ένα χέρι κρατούσε ένα λιανοκέρι, στο άλλο το βιβλίο των ψαλμών. Η φλόγα τρεμόπαιζε με την ανάσα του, σαν να ζούσε μαζί του…
Οι Ιερές μορφές των Αγίων, λουσμένες στο ελάχιστο εφκείνο φως του καντηλιού και του λιανοκεριού, είχαν πάρει μια παράξενη απόχρωση.
Δεν ήταν πια Εικόνες πάνω σε ξύλο, έμοιαζαν ζωντανές, σαν να αφουγκράζονταν τη δέησή του.
Η φωνή του… Θεέ μου,
η φωνή του ήταν λουσμένη στα δάκρυα της δικής του ικεσίας. Δεν έψελνε για να ακουστεί. Δεν υπήρχε κανείς εκεί να τον δει. Έψελνε γλυκά γιατί η ψυχή του δεν χωρούσε μέσα του.
Κάθε λέξη έβγαινε σπασμένη από συγκίνηση, μα γεμάτη με δύναμη. Ήταν η Προσευχή ενός Ανθρώπου που πίστευε ΒΑΘΙΑ.
Που συνομιλούσε με τον Θεό, σαν παιδί με τον Πατέρα του.
Η φλόγα έριχνε σκιές στους τοίχους. Οι Άγιοι έμοιαζαν να σκύβουν. Η Εκκλησία, μικρή και ταπεινή, είχε γίνει εκείνη τη στιγμή ο μεγάλος σκούρος ουρανός.
Και Εκείνος, γονατιστός, ήταν ο πιο Ελεύθερος Άνθρωπος, που είχα δει ποτές στην ζωή μου.
Δεν άντεξα… Τα μάτια μου γέμισαν από ζεστά δάκρυα… Ένιωσα πως στεκόμουν μπροστά σε κάτι ΙΕΡΟ, σε κάτι που δεν έπρεπε να διακόψω ΚΑΘΟΛΟΥ.
Ήταν μια μυστική συνάντηση, ανάμεσα σε ψυχή και τον Θεό. Έκανα πίσω αθόρυβα. Έφυγα χωρίς να με προσέξει… ο αγέρας σκέπασε τα ίχνη μου.
Μα από εφκείνη τη νύχτα δεν είμαι ο ίδιος.
Για τη ΒΑΘΙΑ ΤΟΥ ΠΙΣΤΗ δεν μπορώ να προσθέσω τίποτε άλλο. Ό,τι και να γράψω θα είναι φτωχό μπροστά σε εκείνη την εικόνα. Ο +ΣΤΑΥΡΟΣ δεν δίδαξε με λόγια, δίδαξε με γόνατα λυγισμένα. Δεν φώναξε την Πίστη του, αλλά την έζησε με υπομονή.
Σήμερα που τον αποχαιρετούμε, δεν θρηνούμε μόνο έναν καλό Γείτονα. Θρηνούμε έναν Άνθρωπο που ήξερε να ΑΓΑΠΑ. Που μιλούσε με λόγια αγάπης.
Που σε κοιτούσε ντρίτα στα μάτια και σου έλεγε «Καλέ μου Άνθρωπε..» και το εννοούσε. Που κράτησε το καντήλι αναμμένο όχι εμόνο στην Εκκλησία που αγάπησε, αλλά και μέσα στην καρδιά του.
Εύχομαι η Ψυχούλα Του,
να βρει το απάγκιο εκεί, στην Άλλη Ζωή. Να σταθεί μπροστά στο Άκτιστο Φως χωρίς πια μισοσκόταδο, χωρίς τρεμάμενη φλόγα, αλλά μέσα σε ΦΩΣ, Αιώνιο και Απέραντο.
Καλέ μου Άνθρωπε…
Καλέ μας Γείτονα…
Καλό σου ταξίδι.
Η Μνήμη σου θα καίει μέσα μας, όπως εφκείνο το λιανοκέρι το μικρό, μα Άσβεστο.
Το δάκρυ μας σε αποχαιρετά…
Με Σεβασμό,
Γεράσιμος Διον. Κουταβάς
Ψηλέας 21.02.2026
