Σε μια κλιμάκωση της οικονομικής στρατηγικής κατά του ιρανικού καθεστώτος, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν την επιβολή νέων
αυστηρών κυρώσεων που στοχεύουν την «καρδιά» της πολεμικής μηχανής του Ιράν. Τα μέτρα πλήττουν άτομα και εταιρείες με έδρα το Ιράν, την Τουρκία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που κατηγορούνται για την παροχή κρίσιμης υποστήριξης στην ανάπτυξη βαλλιστικών πυραύλων και προηγμένων συμβατικών όπλων (ACW).
Η ανακοίνωση του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ αποκαλύπτει το εύρος των παράνομων δικτύων που χρησιμοποιεί η Τεχεράνη:
Πετρελαϊκό λαθρεμπόριο: Οι κυρώσεις επεκτείνονται σε πολυάριθμα πλοία του λεγόμενου «σκιώδους στόλου», καθώς και στους πλοιοκτήτες τους, οι οποίοι φέρονται να έχουν διακινήσει ιρανικό πετρέλαιο αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων.
Η τουρκική εμπλοκή: Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η αναφορά σε τουρκικές εταιρείες, οι οποίες λειτούργησαν ως χρηματοοικονομικοί μεσάζοντες για την εταιρεία Mado. Η Mado είναι η κατασκευάστρια των κινητήρων που τροφοδοτούν τα διαβόητα drones Shahed, τα οποία χρησιμοποιούνται σε συγκρούσεις ανά την υφήλιο.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα για τη γραμμή που θα ακολουθήσει ο Λευκός Οίκος υπό τον Πρόεδρο Τραμπ
«Υπό την ισχυρή ηγεσία του Προέδρου Τραμπ, το Υπουργείο Οικονομικών θα συνεχίσει να ασκεί μέγιστη πίεση στο Ιράν για να στοχεύσει τις δυνατότητες όπλων του καθεστώτος και την υποστήριξη της τρομοκρατίας, την οποία έχει θέσει ως προτεραιότητα έναντι της ζωής του ιρανικού λαού», δήλωσε ο κ. Μπέσεντ.
Ο Υπουργός κατηγόρησε την Τεχεράνη ότι εκμεταλλεύεται τα διεθνή χρηματοπιστωτικά συστήματα για την πώληση παράνομου πετρελαίου και το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, την προμήθεια εξαρτημάτων για το πυρηνικό και συμβατικό της οπλοστάσιο και τη χρηματοδότηση τρομοκρατικών οργανώσεων-πληρεξουσίων (proxies).
Σύμφωνα με την αμερικανική διοίκηση, οι ενέργειες αυτές έχουν ως στόχο να στερήσουν από το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) τους πόρους που απαιτούνται για τις αποσταθεροποιητικές του δραστηριότητες. Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι η ηγεσία του Ιράν διαχειρίζεται καταστροφικά την εγχώρια οικονομία, προτιμώντας να επενδύει σε πυραύλους και ξένες πολιτοφυλακές αντί για τις βασικές ανάγκες των Ιρανών πολιτών.

Πρόκειται για ένα αδιέξοδο αποκλειστικά τραμπικής πατρότητας, καθώς το προηγούμενο της αποχώρησης από τη διεθνή συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα το 201ς, της δολοφονίας του στρατηγού Σολεϊμανί το 2020 και της έναρξης του Πολέμου των Δώδεκα Ημερών εν μέσω συνομιλιών το 2024 έχει καταλύσει οποιαδήποτε εμπιστοσύνη στις διπλωματικές διαδικασίες, ενώ τα όρια της στρατιωτικής ισχύος (και της ικανότητάς της να εμπνέει δέος στους αντιπάλους) γίνονται επίσης σαφή.