Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ
καθ᾽ ήν μνείαν ποιούμεθα της παραβολης των δέκα παρθένων
(Τελειται συνήθως τη Μ. Δευτέρα εσπέρας) […]
Τόν Νυμφίον αδελφοί αγαπήσωμεν, τάς λαμπάδας εαυτων ευτρεπίσωμεν, εν αρεταις εκλάμποντες καί πίστει ορθη, ίνα ως αι φρόνιμοι, του Κυρίου παρθένοι, έτοιμοι εισέλθωμεν, σύν αυτω εις τούς γάμους· ο γάρ Νυμφίος δωρον ως Θεός, πασι παρέχει τόν άφθαρτον στέφανον.

Τη Μ. Δευτέρα την εσπέρα (απόγευμα) ψάλλεται ο Όρθρος της Μ. Τρίτης. Η Μ. Τρίτη είναι αφιερωμένη σε δύο παραβολές: α) Των Δέκα Παρθένων (Ματθ. 25, 1-13) β) Των Ταλάντων (Ματθ. 25, 14-30).
Η παραβολή των Δέκα παρθένων
«Τη αγία καί μεγάλη Τρίτη, της των δέκα Παρθένων παραβολης, της εκ του ιερου Ευαγγελίου, μνείαν ποιούμεθα». Δέκα παρθένες περιμένουν τον Νυμφίο να έρθει να παραλάβει τη νύφη. «Πέντε εξ αυτών ήσαν φρόνιμοι» και είχαν προνοήσει να πάρουν αρκετό λάδι, ώστε να έχουν για να φωτίζουν τα λυχνάρια τους, κατά τη διάρκεια της αναμονής τους. «Πέντε ήσαν μωραί», οι οποίες, λόγω της καθυστέρησης της άφιξης του Νυμφίου, αποκοιμήθηκαν. Έτσι όταν ακούγεται η φωνή «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται», ψάχνουν να βρουν λάδι, για να ανάψουν τα σβησμένα λυχνάρια τους, με αποτέλεσμα να μην γίνουν δεκτές στο γαμήλιο δείπνο, δηλαδή να μείνουν «εκτός νυμφώνος».
Οι παρθένες είναι οι ψυχές μας. Η προμήθεια του λαδιού για το λυχνάρι είναι ο επίγειος συνεχής αγώνας για έργα ευποιίας με σκοπό την πνευματική μας πρόοδο και τελείωση. Το λυχνάρι είναι η παρρησία μας μπροστά στο Θεό. Η παραβολή έχει ένα σαφές εσχατολογικό θέμα: Να είμαστε προετοιμασμένοι για την Ημέρα της Κρίσεως. Να είμαστε ξύπνιοι, να είμαστε «εν εγρηγόρσει», για να υποδεχτούμε τον Κύριο, να λαχταρούμε αδιάκοπα την ένωσή μας με τον Νυμφίο της Εκκλησίας, τον Σωτήρα Χριστό. Ο Ίδιος ο Κύριος, κατά τη δραματική νύκτα της συλλήψεώς Του στον κήπο της Γεθσημανή, τόνιζε στους μαθητές του «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε» (Μάρκ.14, 38). Η Εκκλησία με εξαίσιους ύμνους συμβουλεύει τους πιστούς να έχουν αναμμένες τις νοητές λαμπάδες των ψυχών τους και να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμοι για την υποδοχή και συνάντηση του αθάνατου νυμφίου των ψυχών, δηλαδή του Δεσπότη Ιησού Χριστού.
Η παραβολή των ταλάντων
Ένας άρχοντας πριν ξεκινήσει ένα μακρινό ταξίδι, καλεί τους δούλους του και τους δίνει μερικά τάλαντα. Η παραβολή στηρίζεται στο τρίπτυχο σχήμα, δηλαδή σε τρεις περιπτώσεις δούλων στους οποίους καταμερίζει τα τάλαντα, στον πρώτο έδωσε πέντε τάλαντα, στον δεύτερο δύο, ενώ στον τρίτο ένα τάλαντο. Κατά την επιστροφή του ο άρχοντας καλεί τους δούλους, προκειμένου να του αποδώσουν λογαριασμό. Οι δυο πρώτοι δούλεψαν με τα τάλαντά τους και έτσι κέρδισαν τα διπλά. Ο τρίτος, όμως, εκτός του ότι έσκαψε βαθιά και έθαψε το τάλαντό του στη γη, από τεμπελιά και πονηριά, κατηγόρησε και τον άρχοντα για την αδικία του. Ο άρχοντας αντάμειψε τους δύο πρώτους δούλους πλουσιοπάροχα. Το τρίτο τον τιμώρησε βαριά, δίνοντας το τάλαντό του στον πρώτο δούλο.
Ο άρχοντας που εμπιστεύτηκε την περιουσία του στους δούλους είναι ο Θεός. Οι δούλοι είμαστε όλοι οι άνθρωποι, χωρίς καμία εξαίρεση. Τα τάλαντα είναι τα δώρα, τα χαρίσματα και οι ικανότητες, που προσφέρει στον καθένα μας ο Θεός. Ως εκ τούτου, οφείλουμε να είμαστε εργατικοί και να καλλιεργούμε τα τάλαντά μας.
