Η διάθεση μεταχειρισμένων ελικοπτέρων CH-47F Chinook από τα αμερικανικά αποθέματα
μέσω της υπηρεσίας GSA και σε τιμές που ξεκινούν από τα 7,5 εκατομμύρια δολάρια, αποτελεί μια είδηση που, παρά τη σχετική της αφάνεια στα πρωτοσέλιδα, εγείρει καίρια ερωτήματα για την εθνική στρατηγική αμυντικών προμηθειών.
Ανάλυση του Μάριου Δημητρίου στην «Πτήση»,
επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη εξέλιξη δεν αφορά απλώς την απόκτηση πτητικών μέσων, αλλά την ίδια την αντίληψη της χώρας για την άμυνα και τη βιομηχανική της πολιτική. Αν υπάρχει η δυνατότητα απόκτησης τέτοιων μέσων με χαμηλό αρχικό κόστος, ακολουθούμενη από μια διαδικασία επιθεώρησης, συντήρησης και επαναφοράς σε πτητική κατάσταση εντός της Ελλάδας, τότε ανοίγεται ένας δρόμος για μαζική ενίσχυση τόσο της Αεροπορίας Στρατού όσο και της Πολιτικής Προστασίας.
Η ανάγκη για τεχνική αποκατάσταση ως ευκαιρία ανάπτυξης
Είναι αυτονόητο πως τα συγκεκριμένα ελικόπτερα απαιτούν εκτεταμένες εργασίες, όπως τεχνική αποτίμηση, έλεγχο φακέλου, επιθεωρήσεις και πιθανή αντικατάσταση απαρτίων. Ωστόσο, η απαίτηση για τέτοιου είδους εργασίες δεν μειώνει την αξία της ευκαιρίας, αλλά αντιθέτως την ενισχύει. Εάν το πρόγραμμα επαναφοράς σε πτητική κατάσταση στηθεί με σωστό τρόπο, ένα μεγάλο μέρος αυτών των εργασιών μπορεί να εκτελεστεί στην Ελλάδα, προσφέροντας απόκτηση τεχνογνωσίας και πραγματική οικονομική απόδοση.
Σε αντίθεση με τη συνήθη πρακτική των εξοπλιστικών προγραμμάτων, όπου η εγχώρια συμμετοχή αποτελεί συχνά ζητούμενο, εδώ η ελληνική προστιθέμενη αξία θα μπορούσε να ξεπεράσει κάθε τυπικό στόχο, προσεγγίζοντας ή και υπερβαίνοντας το 50%, μετατρέποντας μια αμυντική δαπάνη σε εθνικό βιομηχανικό έργο.
Πέρα από την αγορά «στη ζελατίνα»
Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει είναι αν οι Ένοπλες Δυνάμεις πρέπει να περιορίζονται στην αγορά ξένων συστημάτων που παραδίδονται έτοιμα προς χρήση, εξαντλώντας τη διαδικασία στην παραλαβή ενός κλειστού πακέτου. Η περίπτωση των μεταχειρισμένων CH-47F Block I αποδεικνύει ότι υπάρχουν εναλλακτικοί δρόμοι για μια χώρα που επιθυμεί περισσότερα μέσα με περιορισμένο αρχικό κόστος.
Η σύγκριση του μοντέλου F με τα παλαιότερα CH-47D που υπηρετούν στην Αεροπορία Στρατού αναδεικνύει μια ποιοτική αναβάθμιση, καθώς το νέο μοντέλο εισάγει ψηφιακή αρχιτεκτονική, σύγχρονα ηλεκτρονικά πτήσης και βελτιωμένο αυτόματο έλεγχο. Αν και το Block II αποτελεί μια πιο εξελιγμένη έκδοση, το Block I παραμένει ένα απόλυτα ώριμο και ικανό μέσο, προσφέροντας τεχνολογικό πλεονέκτημα και μια πολύ πιο ρεαλιστική οδό απόκτησης για τις ανάγκες της χώρας.
Η οικονομική διάσταση του προγραμματισμού
Η υπόθεση αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν συνεκτιμηθούν τα σχέδια για την αγορά νέων ελικοπτέρων και τον εκσυγχρονισμό των υφιστάμενων τύπων, ένα πρόγραμμα που κινείται σε εξαιρετικά υψηλή οικονομική κλίμακα, φτάνοντας ή και ξεπερνώντας τα 2 δισεκατομμύρια ευρώ.
Ενώ η χώρα εξετάζει τέτοιες βαριές δαπάνες, η ευκαιρία απόκτησης μεταχειρισμένων Block I, με πολύ μικρότερο οικονομικό αποτύπωμα, δεν μπορεί να παραμένει στο περιθώριο. Η προηγούμενη εμπειρία από την απόκτηση μεταχειρισμένων CH-47D έχει ήδη δείξει ότι η μέθοδος αυτή είναι δοκιμασμένη και αποτελεσματική, αυξάνοντας τη διαθεσιμότητα και τη μάζα του στόλου χωρίς να απαιτείται η υπέρβαση των οικονομικών δυνατοτήτων της χώρας.
Συνεργασίες και εγχώρια υποστήριξη
Η δημιουργία ενός πλαισίου στο οποίο θα συνεργάζονται ελληνικές εταιρείες με αμερικανικούς φορείς διαθέτοντας τεχνογνωσία στον τύπο, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μια μακροπρόθεσμη λύση. Η εγχώρια βιομηχανία μπορεί να αναλάβει επιθεωρήσεις, δομικές εργασίες και οργάνωση αποθέματος, ενισχύοντας τη συντηρησιμότητα του στόλου. Οι χρόνιες χαμηλές διαθεσιμότητες των Chinook υπογραμμίζουν ότι η λύση δεν περιορίζεται μόνο σε μια μελλοντική μεγάλη αγορά, αλλά απαιτεί άμεση ενίσχυση του στόλου και ισχυροποίηση της βάσης συντήρησης εντός της επικράτειας.
Ένα εργαλείο εθνικής ανθεκτικότητας
Πέρα από τις στρατιωτικές αποστολές, το Chinook έχει αποδειχθεί πολύτιμο μέσο για την Πολιτική Προστασία, συμμετέχοντας ενεργά στην αντιπυρική περίοδο, στις επιχειρήσεις διάσωσης και στη διαχείριση φυσικών καταστροφών. Η αύξηση του εθνικού στόλου μεταφράζεται άμεσα σε αύξηση της ικανότητας της χώρας να ανταποκρίνεται σε έκτακτες ανάγκες, ενισχύοντας την εθνική ανθεκτικότητα.
Η συζήτηση για τα μεταχειρισμένα CH-47F Block I απαιτεί μια αλλαγή νοοτροπίας, όπου το ζητούμενο δεν είναι η επιλογή μεταξύ καινούργιου και μεταχειρισμένου, αλλά η υιοθέτηση μιας στρατηγικής που βασίζεται στην επιχειρησιακή οικονομία και το εθνικό συμφέρον.
Το ερώτημα παραμένει αν η πολιτική ηγεσία είναι διατεθειμένη να κινηθεί με όρους ρεαλισμού και εγχώριας ανάπτυξης, ή αν θα επιμείνει στην ευκολία των έτοιμων και ακριβών λύσεων, αφήνοντας ανεκμετάλλευτες τις ευκαιρίες για την ενίσχυση της ελληνικής παραγωγικής βάσης.
