«Θα γράφω αυτό που πιστεύω, θεωρώντας ότι έτσι κάνω καλό στη Δημοκρατία και στον εαυτό μου»
Κώστας Βαξεβάνης από το documentonews.gr
«Μα τι έχεις με τον Αλέξη Τσίπρα;» Το ερώτημα πλανιέται εδώ και μήνες από πάνω μου, άλλοτε ως ειλικρινής απορία και ανάγκη εξήγησης και άλλοτε ως επιταγή απολογίας. Οι φίλοι ρωτάνε με ειλικρίνεια, τι έγινε ξαφνικά και ασκώ κριτική στον Τσίπρα τη στιγμή που ίσως θα έπρεπε να τον βοηθήσω να νικήσει τη μάστιγα του Μητσοτάκη. Κάποιοι άλλοι δεν έχουν καμία απορία. Είναι βέβαιοι πως υπάρχει λόγος σοβαρός και…οικονομικός που δεν συμμερίζομαι την έλευση του Αλέξη Τσίπρα όχι ως εκφραστή ενός κοινωνικού ρεύματος, αλλά ως Μεσσία .
Θα απαντήσω στους πρώτους. Η δεύτερη κατηγορία δεν έχει ανάγκη απαντήσεων, τα ξέρει όλα. Ούτε και κάποια πολιτική ένταξη. Είναι μουτζαχεντίν της αυτανάγκης τους που έχουν μια βασική ιδιότητα: πρώτα αποφασίζουν με ποιον θα είναι και μετά βρίσκουν επιχειρήματα δικαιολόγησης. Δυστυχώς ανήκουν στην κατηγορία που περιέγραφε ο Γιάννης Ρίτσος «των μικρών που θέλουν να βλέπουν και τους άλλους μικρούς γιατί τους κονταίνουν στο ύψος τους».
Το ερώτημα που θέτουν πολλοί σε μένα, τίθεται και αντιστρόφως. Ρωτάνε απ’ όσο γνωρίζω τον Αλέξη Τσίπρα «μα τι έχεις με τον Βαξεβάνη;». Ο πρώην πρωθυπουργός και πρώην φίλος, έχει μετέλθει τρία στάδια απαντήσεων.
Στην αρχή έλεγε σε όποιον τον ρωτούσε «ειλικρινά δεν ξέρω τι έχει ο Κώστας»
Θα μπορούσε να μάθει φυσικά αν υποθέσουμε ότι δεν γνώριζε. Μπορούσε να μου κάνει ένα τηλεφώνημα. Αλλά μια τέτοια απλή κίνηση δεν χρειάζεται μόνο να σηκώσεις το τηλέφωνο αλλά να έχεις τα κότσια να το κάνεις, ειδικά αν ξέρεις τι έχεις κάνει.
Στο δεύτερο στάδιο ο Αλέξης Τσίπρας απαντούσε «ο Κώστας νομίζει ότι τον πρόδωσα και κατέληξε να με προδώσει». Το εντυπωσιακό ευφυολόγημα χρησιμοποιεί τη λέξη «προδοσία» κατά το δοκούν στα πλαίσια της λογικής που απολαύσαμε στην «Ιθάκη» του «φταίνε οι άλλοι». Στο τρίτο στάδιο, ο Τσίπρας αποφάσισε να μην τηρεί ούτε τα προσχήματα, πράξη που κατά την άποψή μου τον τοποθετεί στην επικίνδυνη σφαίρα της έκθεσης από άγνοια κινδύνου. Σύμφωνα λοιπόν με τους κύκλους Τσίπρα, η αλλαγή της στάσης μου, οφείλεται στο γεγονός ότι τα παίρνω από κάποιους και ειδικά τον πρωθυπουργικό ανιψιό Γρηγόρη Δημητριάδη! Την άποψη αυτή αναπαράγουν στελέχη του Τσίπρα στα social media, αποδεικνύοντας ότι πρόκειται για μια μεθοδευμένη και διατεταγμένη επιχείρηση δολοφονίας χαρακτήρα μου, που εγκαινίασε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και γοήτευσε τον Αλέξη Τσίπρα. («Κωστάκη από πού τα παίρνεις;», «Ποια χάρη δεν σου έκανε ο Τσίπρας και στράβωσες;» «Κάνεις σαν την απατημένη γκόμενα» είναι μερικά από τα σχόλια και είναι πανομοιότυπα αυτών που χρησιμοποιήθηκαν στις επιθέσεις του παρακράτους Μητσοτάκη εναντίον μου)
Με τη μέθοδο αυτή ο Τσίπρας δεν αποδεικνύει τον κανόνα ότι η εξουσία, κάθε εξουσία, δεν συμπαθεί τη δημοσιογραφία όταν γίνεται κριτική και αποκαλυπτική αλλά δείχνει και στοιχεία του χαρακτήρα του. Μαθαίνω, πως οι ίδιοι «κύκλοι Τσίπρα» αποκαλούν και τον συνάδελφο Γιώργο Λακόπουλο, ως ύποπτο για σχέσεις με τον Γρηγόρη Δημητριάδη με βάση την κριτική που ασκεί στον Τσίπρα. Δεν είναι που δεν σέβονται τον άνθρωπο που τους στήριξε χωρίς κανένα όφελος, αλλά δεν σέβονται και τα δυο κρασιά που ήπιαν μαζί όπως λένε στο χωριό μου.
Από την πλευρά μου, σε όποιον μου μεταφέρει όλα αυτά απαντάω ότι ο Αλέξης Τσίπρας είναι για μένα ο «3 Α»: Άφιλος, Αγνώμων, Απαίδευτος. Νομίζω ότι η επιλογή των στενών συνεργατών του, είναι αρκούντως αποκαλυπτική για την ηθική του υπόσταση (ναι την ηθική) και δίνει ξεκάθαρες απαντήσεις για το πώς πολιτεύεται. Η επιλογή του Νίκου Μαραντζίδη από το 2023, δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για τον άνθρωπο που υποστήριξε και υποστηρίζει, ότι οι Έλληνες Αντιστασιακοί ήταν υπεύθυνοι για την καταστροφή της Ελλάδας γιατί παρενοχλούσαν τους Ναζί που προέβαιναν σε αντίποινα. Υποστήριξε ακόμη ότι οι πολεμικές επιχειρήσεις των ανταρτών, κατέστρεψαν τις υποδομές της χώρας. Ο ίδιος καθηγητής, εμφανίζεται να έχει σχέσεις με οργανώσεις μισθοδοτούμενες από το Βρετανικό Foreign Office για προώθηση της Βρετανικής προπαγάνδας. Ωστόσο η επιλογή Μαραντζίδη δεν είναι ένα στιγμιαίο λάθος. Δίπλα του βρίσκονται ως σύμβουλοι και στελέχη, άνθρωποι που τον αποκαλούσαν «καραγκιόζη» και οι οποίοι έχουν το θράσος (προφανώς και την άδεια του Τσίπρα) να λένε πως η κρίση τους δεν ήταν λανθασμένη γιατί «ο Τσίπρας άλλαξε και ωρίμασε». Έχουμε λοιπόν έναν καραγκιόζη που προσπαθεί πλέον να μην είναι καραγκιόζης.
Ο Τσίπρας προφανώς έχει τους λόγους του να δέχεται να απαξιώνεται έτσι, αλλά η στάση του σε πολιτικό επίπεδο, αποδεικνύει ότι δεν έχει αναστολές ούτε και κάποιο πολιτικό πλαίσιο που αισθάνεται ότι απειλείται από τον τυχοδιωκτισμό και τον προσωπικό εξευτελισμό. Με συγχωρείτε όσοι θεωρείτε ότι είναι έτοιμος να κατατροπώσει τον Μητσοτάκη, αλλά δεν μπορώ να εμπιστευτώ κάποιον που δεν έχει το ανάστημα να προστατεύσει τις ιδέες του και την προσωπικότητά του ενώ ταυτόχρονα καθιστά τους υβριστές του πολιτικό σύστημα αναφοράς για μια χώρα που καταρρέει. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή
Γιατί και πώς στήριξα τον Τσίπρα
Η στήριξή μου στον Αλέξη Τσίπρα, ξεκίνησε πολύ πριν ανέβει στην εξουσία και δεν ήταν για μένα θέμα κάποιου συμφέροντος ούτε και κάποιας αυταπάτης. Το 2010, αποχώρησα από την τηλεόραση, ενώ είχα συμπληρώσει γύρω στα 25 χρόνια δημοσιογραφίας. Η απόφαση ήταν συνειδητή. Δεν μπορούσα να λειτουργήσω σε ένα δημοσιογραφικό περιβάλλον που ήταν άρρωστο, δουλικό και προέκτεινε αυτές τις ιδιότητες ως τρόπο λειτουργίας της χώρας. Τα περισσότερα χρόνια της δημοσιογραφικής μου ζωής τα είχα αφιερώσει στην έρευνα και τις πολεμικές αποστολές. Δεν είχε νόημα η «αφιέρωσή» μου στη δημοσιογραφία, αν (με όσες γνώσεις και εμπειρία είχα) δεν έλεγα αυτό που θεωρώ αλήθεια. Δεν ήταν θέμα κάποιου ηρωισμού. Αντιθέτως, όπως έχω πει πολλές φορές στο παρελθόν σε συνεντεύξεις, η στάση αυτή, αποτελούσε το προσωπικό μου συμφέρον. Αυτό ήξερα να κάνω και μπορούσα να το υποστηρίξω, αυτό έκανα. Αν είχα το χαρακτήρα να ζω με αργομισθίες στη δημοσιογραφία, ίσως να έκανα αυτό. Η στάση μου λοιπόν είχε ηθική βάση αλλά ήταν επένδυση στο «συγκριτικό μου πλεονέκτημα».
Δεν ανήκω στην κατηγορία της ψευτοουδέτερης δημοσιογραφίας. Όταν βλέπεις ποιος αδικεί και ποιος αδικείται, το να επικαλείσαι την ουδετερότητα είναι έγκλημα που ευνοεί τον θύτη. Ο δημοσιογράφος δεν πρέπει να απολογείται στην ουδετερότητα αλλά στην αλήθεια.
Αφήνοντας την τηλεόραση, πήρα το ρίσκο να εκδώσω το περιοδικό HOT DOC, χωρίς κεφάλαια ή κάποια στήριξη. Στην έκδοση του HOT DOC, έβλεπα τη δικαίωση της προσήλωσης στην ερευνητική δημοσιογραφία αλλά και των προσωπικών επιλογών.
Η Ελλάδα είχε μπει στα μνημόνια, είχε χάσει μεγάλο κομμάτι του ΑΕΠ και της ανεξαρτησίας της και οι συστημικές πολιτικές δυνάμεις ήταν εναγκαλισμένες με τη διαφθορά, τη διαφθαρμένη επιχειρηματικότητα και την κλεπτοκρατία των Τραπεζών. Οι πρώτες έρευνες του περιοδικού αφορούσαν αποκαλύψεις για τις Τράπεζες και κυρίως δύο μεγάλα τραπεζικά σκάνδαλα, της Τράπεζας Πειραιώς και του Αντρέα Βγενόπουλου.
Την εποχή εκείνη, ο Αλέξης Τσίπρας και το κόμμα του, ήταν οι δυνάμεις που εκπροσωπούσαν μια πολιτική λογική έξω από το συστημικό κουτί. Δεν ήταν διεφθαρμένοι, ανταποκρίνονταν στις κοινωνικές ανάγκες, αφουγκράζονταν τον λαό και κυρίως, δεν αποδέχονταν το αφήγημα της σωτηρίας μέσω της λιτότητας.
Όσα έφερνε στην επιφάνεια η δημοσιογραφική έρευνα και αφορούσαν τη διαφθορά και την καταστροφή της χώρας, έβρισκαν πολιτική έκφραση ή ίσως ταυτόσημη ανησυχία σε όσα έλεγε ο Τσίπρας.
Η στήριξη του Τσίπρα από τη μεριά μου και με το HOT DOC και με το Documento στη συνέχεια, ήταν συνειδητή επιλογή
και αφορούσε την προσωπική βεβαιότητα ότι το κόμμα αυτό θέλει να αλλάξει τη χώρα. Οι δημοσιογραφικές έρευνες περιέγραφαν μια πραγματικότητα που ο Τσίπρας ήθελε να αλλάξει. Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε ένα μέτωπο πάνω στην κοινή πεποίθηση ότι τα πράγματα πρέπει και μπορεί να αλλάξουν.
Η ΝΔ, από την πρώτη στιγμή, όπως άλλωστε και ο Βαγγέλης Βενιζέλος, επιχείρησαν να με εμφανίσουν ως παρακολούθημα του ΣΥΡΙΖΑ, ως προπαγανδιστικό του μηχανισμό και ως εκ τούτου αναξιόπιστο σε όσα αποκάλυπτα, αφού κατά το αφήγημά τους, τα δημοσιεύματα είχαν σκοπιμότητα. Η Δεξιά είχε κάθε λόγο να παίζει αυτό το παιχνίδι, αλλά δεν το έπαιζε μόνο η Δεξιά. Ένα κομμάτι του ΣΥΡΙΖΑ, δεν έβλεπε με καλό μάτι, την ύπαρξη του Documento, ως παράγοντα της πολιτικής ζωής. Προτιμούσαν έναν ΣΥΡΙΖΑ βερμπαλιστικών αναλύσεων και γραφειοκρατικής αυτοανάδευσης, από μια πραγματικότητα που θέτει μπροστά τους ευθύνες. Πρόσωπα του ΣΥΡΙΖΑ με ρόλο στη Βουλή, ήταν έτοιμα να αποδεχθούν όσα έλεγε ο Μητσοτάκης για το Documento, εμφανίζοντας έτσι μια θεσμολαγνική δήθεν στάση υπεράνω κομμάτων. Στην πραγματικότητα, όπως αποδείχθηκε, έκαναν τα προσωπικά τους παιχνίδια, που έφταναν ως τους διορισμούς των παιδιών τους και πούλαγαν αφ’ υψηλού κριτική στο Documento. Στην πλειοψηφία του ωστόσο ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ και οι βουλευτές, έβλεπαν στο Documento και την ερευνητική δημοσιογραφία, τον φυσικό σύμμαχο που προκύπτει από την υπεράσπιση της αλήθειας.
Η υπεράσπιση αυτής της αλήθειας, στοίχισε και σε μένα και στους δημοσιογράφους του Documento. Με συντονισμένες ενέργειες από το σύστημα Μητσοτάκη και Γρηγόρη Δημητριάδη, δολοφονήθηκε το προφίλ μας, μας εμφάνιζαν ως κίτρινους δημοσιογράφους για να μπορούν να στηρίξουν το επιχείρημα ότι όσα γράφαμε ήταν ψέματα, μας έσυραν στα δικαστήρια και δαιμονοποίησαν κάθε ανθρώπινη έκφρασή μας. Θυμάμαι περιπτώσεις που έκανα μια ανθρώπινη ανάρτηση με τα παιδιά μου ή με ένα ποίημα και από κάτω τα σχόλια απαξίωναν το σύνολο της ύπαρξής μου. Η στάση μου όμως ήταν δική μου επιλογή, συνειδητή και σωστή.
Ποτέ δεν διαμορφώσαμε στοιχεία του ρεπορτάζ για να ωφελεί τον Τσίπρα ή έρευνα για να βολεύει. Το ρεπορτάζ ήταν ρεπορτάζ, η έρευνα έρευνα και η σκάφη σκάφη. Την άποψή μου την εξέφραζα στην αρθρογραφία και δεν διεκδικώ ούτε αλάθητο ούτε θεωρώ ότι μπορώ να θέσω υποψηφιότητα για αγιοποίηση.
Υπάρχουν δυο αδιαμφισβήτητα δεδομένα
Στήριξα τον Τσίπρα (όχι από πρόθεση όπως είπα αλλά από πεποίθηση συναντίληψης) και γνώρισα εξαιτίας αυτής της στήριξης την πιο σκληρή, άδικη και βρόμικη καταδίωξη. Στο δυναμικό μου έχω πάνω από 150 μηνύσεις και αγωγές, απαξίωση της προσωπικότητάς μου, στημένους φορολογικούς ελέγχους, ακόμη και δημόσιες τοποθετήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι ανήκω σε εγκληματική συμμορία. Σήμερα που ο Αλέξης Τσίπρας, απολαμβάνει τη δόξα του rebranding την επευφημία του από τα συστημικά Μέσα Ενημέρωσης, εγώ σέρνομαι στα δικαστήρια για υποθέσεις που αποκάλυψα και εκμεταλλεύτηκε πλήρως πολιτικά ο ίδιος. Δεν προσφέρθηκε ποτέ παρότι επωφελήθηκε στο έπακρο από όσα αποκάλυψα, να καταθέσει μάρτυρας σε δίκη ή να κάνει δημόσια δήλωση (σε αντίθεση φυσικά με τον Μητσοτάκη ο οποίος μεθόδευσε στη Βουλή διαδικασία για να πετύχει η δίωξη του Κουρτάκη κατά του Πολάκη). Δεν είμαι όμως ο μόνος που δεν θέλησε να στηρίξει ο Τσίπρας. Ακόμη και ο πρώην υφυπουργός Λευτέρης Κρέτσος, ο οποίος διώχθηκε μαζί με υπαλλήλους του Υπουργείου για τις τηλεοπτικές άδειες και δικαιώθηκε, δεν εισέπραξε καμία στήριξη μέχρι να αθωωθεί. Όσο για τους άλλους συνεργάτες του Τσίπρα, περιγράφονται στο βιβλίο του ως ανάξιοι (με εξαίρεση τον συνεργάτη του Στουρνάρα, Γιώργο Χουλιαράκη και τον Γιώργο Κατρούγκαλο που οι δηλώσεις του στοίχισαν εκλογικά στο ΣΥΡΙΖΑ).
Τι έγινε στη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ
Ακόμη και σήμερα λέω κάτι που δεν θέλει να λέει ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας. Η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ήταν η καλύτερη από όλες των προηγούμενων κυβερνήσεων. Δεν ήταν η καλύτερη που θα μπορούσε να υπάρξει αλλά ήταν η καλύτερη συγκριτικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνησε μέσα σε ένα δύσκολο κλίμα που διαμόρφωνε ο Ευρωπαϊκός παράγοντας και οι εγχώριοι «βάστα Σόιμπλε». Ενοχοποιήθηκε ακόμη και μέσα από fake news, ενώ η παντοδυναμία των Αντισύριζα Μέσων Ενημέρωσης καθόριζε σε μεγάλο βαθμό το κλίμα στην κοινωνία. Αυτοί ήταν οι αντικειμενικοί παράγοντες γιατί υπήρχαν και υποκειμενικοί. Το πολιτικό προσωπικό του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν ικανό με την πραγματική πολιτική έννοια, να αντιμετωπίσει αυτό που γινόταν. Πολλά από τα στελέχη του ήταν αγείωτοι άνθρωποι με ένα αφήγημα για την κοινωνία την οποία δεν γνώριζαν. Οι εσωκομματικές διαδικασίες, που πλασάρονταν ως επιτομή της Δημοκρατίας, ήταν ο τρόπος λειτουργίας ενός μπουλουκιού μέσα σε έναν κομματικό καταυλισμό που παρήγαγε αλαλαγμούς εσωτερικής λειτουργίας.
Δεν είναι τυχαίο, που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να αφήσει πίσω του καμία θεσμική αλλαγή (εξαίρεση αποτελούν ίσως νόμοι και πρωτοβουλίες του Παύλου Πολάκη, του Λευτέρη Κρέτσου, του Χριστόφορου Βερναδάκη και κάποιων άλλων). Περιορίστηκε στη «λογιστική» αντίληψη για την Οικονομία που οδήγησε σε χτύπημα των μικρομεσαίων και σε εξασφάλιση πλεονασμάτων που όχι μόνο δεν επέστρεψαν στην κοινωνία αλλά έπεσαν στα χέρια του Μητσοτάκη.
Ήμουνα από αυτούς που θεωρούσαν ότι ο Αλέξης Τσίπρας, ήταν ένα θύμα της εσωκομματικής καμαρίλας, των συνιστωσών και των ανεπρόκοπων θεωρητικολόγων που ανεχόταν για συναισθηματικούς λόγους. Τόσο η αρθογραφία μου την εποχή εκείνη όσο και οι προσωπικές μου παραινέσεις, είχαν ως δεδομένο αυτή την αντίληψη. Σήμερα θεωρώ πως ήταν λάθος. Ο Τσίπρας και ήθελε την κομματική αμφισημία και ήταν μέρος της. Με αυτή άλλωστε δικαιολογούσε τη δύσκολη κατάστασή του. Σε ό,τι με αφορά, αρνιόμουν να δεχθώ πως ένας χαρισματικός πολιτικός που καβάλησε το κύμα των εξελίξεων και έγινε πρωθυπουργός χωρίς να έχει αναφορές σε τζάκια και οικογένειες, δεν μπορούσε να κάνει όσα έπρεπε για να τελειώνει με τα βαρίδια. Η φοβικότητα και η αναποτελεσματικότητα του Τσίπρα, ήταν θέμα καταγωγής: ήταν ένας από αυτούς και παρήγαγε δεσμεύσεις που δεν προέρχονταν από το ηθικό και πολιτικό χρέος στην κοινωνία αλλά από τον κομματικό καταυλισμό. Δεν πέταξε κανέναν από αυτούς που εξυπηρετούσαν άλλα συμφέροντα (θα γράψω παρακάτω) ούτε από αυτούς που ναρκοθετούσαν το κυβερνητικό έργο, γιατί ήταν χρήσιμοι για αυτοδικαιολόγηση. Ταυτόχρονα δεν είχε το γνωστικό απαιτούμενο να φύγει έξω από την τετριμμένη σφαίρα της πολιτικής αγκαλιάζοντας νέους προβληματισμούς για τον σύγχρονο κόσμο. Δεν είναι τυχαίο που παραδόθηκε στην τεχνοκρατική αντίληψη κατά τα πρότυπα Μητσοτάκη για να εκφράσει την πολιτική πληρότητα. Για παράδειγμα δείχνει με περηφάνεια τόσο το Ινστιτούτο του όσο και τους 300 επιστήμονες και πνευματικούς ανθρώπους που υπογράφουν την ιδρυτική διακήρυξη της ΕΛΑΣ, ομολογώντας έτσι το έλλειμμά του. Το πρόβλημα με τον Τσίπρα, δεν είναι η σχέση με την όποια ελίτ, αλλά με τα λαϊκά στρώματα τα οποία λέει ότι υπηρετεί. Ανάμεσα στους 300 είναι μόλις 4-5 άνθρωποι της παραγωγής. Ταυτόχρονα εκφράζει για μια ακόμη φορά την ελιτίστικη αριθμητική αντίληψη γύρω από την πολιτική. Ότι αθροίζοντας τεχνοκράτες και καθηγητές Πανεπιστημίου θα πετύχει την επικράτησή του. Την προσπάθεια αυτή έκανε ανεπιτυχώς και το 2023, μαζεύοντας Μπίστηδες, Μαραντζίδηδες, μπασκετμπολίστες και επώνυμους που πιθανόν έβλεπε και θαύμαζε μικρός στην τηλεόραση.
Ο Τσίπρας μπορούσε ως αδιαμφισβήτητος αρχηγός να ξεκαθαρίσει το κομματικό τοπίο και να εξυγιάνει την πολιτική λειτουργία. Προτίμησε την κομματική παθογένεια και την αποδοχή του ναρκοθετημένου πεδίου, το οποίο χρησιμοποιούσε τελικώς για να δικαιολογεί τον λάθος πόλεμο.
Είναι τραγικό αυτό που γράφει στο βιβλίο του (αλήθεια τόσα χέρια πέρασε δεν το είδε κάποιος;) ότι για να δώσει κοινωνικό μέρισμα, αναγκάστηκε να ξεγελάσει (το εμφανίζει μάλιστα ως αταξία) τον Υπουργό Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτο και τον Γιώργο Χουλιαράκη. Δηλαδή έχουμε δύο υποτιμητικές για τον ίδιο παραδοχές, ότι ο Υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ δεν επιθυμούσε να επιστρέψει κάτι στις ευπαθείς ομάδες και ταυτόχρονα ότι δεν μπορούσε να κάνει πολιτική ως πρωθυπουργός αλλά έπαιζε κρυφτό!
Σε κάθε περίπτωση ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατέληξε στα πατώματα εξαιτίας της διακυβέρνησης. Έχει απόλυτο δίκιο ο Νίκος Κοτζιάς, όταν λέει ότι η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, παρότι υπήρξε και το κόστος από τη Συμφωνία των Πρεσπών που εκμεταλλεύτηκε βρόμικα ο Μητσοτάκης δεν φταίει για ήταν αιτία της ήττας. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε όχι ως κυβέρνηση αλλά ως ανύπαρκτη Αντιπολίτευση. Πώς όμως οδηγήθηκε σε αυτού του τύπου την Αντιπολίτευση;
Πώς ο Τσίπρας ως πρωθυπουργός χάνει μόλις 3% και ως αρχηγός Αντιπολίτευσης απέναντι σε μια κακή κυβέρνηση χάνει το μισό ποσοστό του;
Σήμερα πιστεύω ότι αυτή η διαδικασία ξεκίνησε κατά τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Μέσα μου εξηγούνται πλέον πράγματα που ήταν ανεξήγητα και δικαιολογούσα με ρομαντική επιμονή και υποσυνείδητη μεροληψία υπέρ του Τσίπρα.
Τα περίεργα και γκρίζα της διακυβέρνησης
Τον Μάρτιο του 2024, ο Αλέξης Τσίπρας, μιλώντας σε συνέδριο της Καθημερινής, εμφανίστηκε να ζητάει συγνώμη για τη Novartis. Με δεδομένη αυτή τη συγνώμη λίγο αργότερα η κατά Μητσοτάκη Δικαιοσύνη, αποκάλυψε τα ονόματα των προστατευόμενων μαρτύρων και τους οδήγησε σε δίκη. Επ’ αυτού ο Αλέξης Τσίπρας δεν είπε το παραμικρό, αλλά άφησε σιωπηλά να εξελιχθεί η διαδικασία αποκάλυψης αφού πιστοποιήθηκε δημόσια πως οι μάρτυρες δεν είχαν καμία μα καμία πολιτική κάλυψη.
Στο βιβλίο του ο Τσίπρας έγραψε κάτι χειρότερο από τη συγνώμη. Ομολόγησε, ότι δεν άφησε την υπόθεση με τις δικογραφίες για τα 10 πολιτικά πρόσωπα που εμφανίζονταν να εμπλέκονται στο σκάνδαλο Novartis να πάει σε προανακριτική επιτροπή στη Βουλή για να ερευνηθούν και να αποδοθούν ευθύνες, αλλά το επέστρεψε στη Δικαιοσύνη. Η συγκεκριμένη αναφορά γίνεται για να δικαιολογήσει τη συγνώμη προς τα 10 πρόσωπα που με αυτή την επιλογή διασύρθηκαν όπως λέει, αλλά η ουσία είναι ότι παρεμποδίστηκαν η Προανακριτική και η απόδοση ευθυνών.
Η δήλωση συγνώμης του Τσίπρα για τη Novartis, είχε προκαλέσει τότε την αντίδρασή μου και ήταν η απαρχή της ρήξης στη σχέση μας. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη είχε οδηγήσει εμένα και άλλους συναδέλφους μου καθώς και εισαγγελείς στην πόρτα της φυλακής λόγω των αποκαλύψεων που κάναμε και ο Τσίπρας, ζητούσε συγνώμη εγκαινιάζοντας το rebranding του!
Η συμπεριφορά του, αφαίρεσε την προδιάθεση του ρομαντισμού και της δικαιολόγησης που (κακώς) με διακατείχε και έχοντας πλέον την ανάγκη να δώσω απαντήσεις, άρχισα να βλέπω πλευρές του παρελθόντος με άλλο μάτι. Παραθέτω μερικά από τα περιστατικά του παρελθόντος που έθεσα κάτω από την απαίτηση να τα απαντήσω.
Το πόθεν έσχες Μητσοτάκη. Από το 2017, το Documento είχε αποκαλύψει το προβληματικό Πόθεν Έσχες του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ο τότε Πρόεδρος της ΝΔ, δήλωνε σε διάσταση με τη σύζυγό του και απέφυγε έτσι να κάνει δήλωση πόθεν έσχες ώστε να τη συμπεριλάβει, παρότι ο νόμος δεν προέβλεπε κάτι τέτοιο. Αλίμονο αν κάθε πολιτικός δηλώνει ότι είναι σε διάσταση με τον ή τη σύζυγό του, ώστε να μην κάνει δήλωση πόθεν έσχες. Αμέσως μετά τη δηλωθείσα διάσταση, η κυρία Μαρέβα Μητσοτάκη, εμφανίζεται να αποκτά περιουσιακά στοιχεία όπως το σπίτι του Βολταίρου στο Παρίσι. Επίσης κατέχει μια offshore που επίσης δεν δηλώθηκε ποτέ. Το θέμα είναι σοβαρό και σε ό,τι αφορά την κατοχή της offshore αποδεικνύεται επτά μήνες μετά ότι η κυρία Μητσοτάκη φιγουράρει στα Paradise Papers. Οι αποκαλύψεις προκαλούν δηλώσεις του ΣΥΡΙΖΑ και του Τσίπρα, ο οποίος ζητά κατ’ επανάληψη εξηγήσεις από τον Μητσοτάκη. Τα δημοσιεύματα της εφημερίδας χρησιμοποιούνται (και καλώς) πολιτικά από τον Τσίπρα, ενώ ο Μητσοτάκης με αποκαλεί συκοφάντη, που χτυπάω τη σύζυγό του η οποία ως επιχειρηματίας έχει δικαιολογημένα μεγάλα εισοδήματα. Όταν έρχεται η ώρα της κρίσης των ανακριβειών στο πόθεν έσχες στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, η Επιτροπή με πλειοψηφία ΣΥΡΙΖΑ, αρχειοθετεί την υπόθεση.
Κάνει μάλιστα τη λαθροχειρία να συγκρίνει τη φορολογική δήλωση με το πόθεν έσχες για να αποφανθεί πως αφού αυτό μπορεί να γίνει με τη φορολογική δήλωση μπορεί και με τη δήλωση περιουσιακής κατάστασης. Πρόκειται για πρωτοφανή λογική χωρίς κανένα νομικό έρεισμα. Μετά την αρχειοθέτηση η κυρία Μητσοτάκη μου έκανε αγωγή ζητώντας ένα εκατομμύριο ευρώ. Ευτυχώς το δικαστήριο με δικαίωσε.
Όπως ήταν λογικό, ρώτησα τον Αλέξη Τσίπρα πώς είναι δυνατόν ο ΣΥΡΙΖΑ να κάνει τέτοιο πράγμα και μου απάντησε «φταίνε η Τασία (Χριστοδουλοπούλου) και ο Σπύρος (Λάππας) που δεν καταλαβαίνουν τι τους γίνεται».
Από εκείνη τη στιγμή έπρεπε να αποδεχθώ τι είναι αυτό που κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια. Δεν γίνεται δύο βουλευτές να παρακάμψουν και τη νομιμότητα και τον πρωθυπουργό για να κάνουν ό,τι θέλουν με το πόθεν έσχες Μητσοτάκη.
Υπάρχει όμως και χειρότερο. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε αντιπολίτευση, το πόθεν έσχες του Μητσοτάκη κατατέθηκε πάλι με προβλήματα. Επειδή ο νόμος απαγόρευε οι πολιτικοί να έχουν εταιρεία στο εξωτερικό, η σύζυγος Μητσοτάκη, έκρυψε τη Γαλλική εταιρεία που είχε ως περιουσιακό στοιχείο το σπίτι του Βολταίρου μέσα σε άλλη Ελληνική εταιρεία. Μετά το δημοσίευμα του Documento η υπόθεση πήγε και πάλι στην Επιτροπή της Βουλής. Η Επιτροπή με τη συμμετοχή των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, έκανε το πρωτοφανές. Έκανε ανώνυμες τις υποθέσεις που έκρινε (έκρυψε δηλαδή τα στοιχεία και εξέταζε ανωνύμως την υπόθεση) και αρχειοθέτησε το πόθεν έσχες Μητσοτάκη. Ο Τσίπρας και πάλι μου απάντησε «ο μ@*%$# ο Λάππας το έκανε».
Δεν γνωρίζω αν υπήρξε παρασκήνιο και ποιο είναι, αλλά εκ των υστέρων έχω ένα ερώτημα που δεν έχει εξήγηση. Πώς είναι δυνατόν η ΝΔ, η οποία είχε στοχοποιήσει σε δύο υποθέσεις τον Αλέξη Τσίπρα ως υπεύθυνο για όσα έγιναν, αυτή των τηλεοπτικών αδειών αλλά και αυτή της «σκευωρίας Novartis», να τον θέσει τελικώς εκτός κάδρου και δεν τον οδήγησε στο Ειδικό Δικαστήριο με ψεύτικες κατηγορίες όπως έκανε με εμένα.
Οι κακές τράπεζες και οι καλοί τραπεζίτες
Ο ΣΥΡΙΖΑ ανέβηκε στην εξουσία έχοντας μια βάσιμη ρητορική απέναντι στις Τράπεζες. Οδήγησαν στη φτωχοποίηση, δίνοντας θαλασσοδάνεια και στη συνέχεια ανακεφαλαιοποιήθηκαν σε βάρος του λαού. Πληρώσαμε δηλαδή τα ελλείμματα των σκανδάλων για να μην καταρρεύσουν οι Τράπεζες. Κανένας ωστόσο από τους αμαρτωλούς τραπεζίτες δεν πλήρωσε. Ενώ υπήρξαν δικογραφίες εναντίον τους, επήλθε η αμνήστευση των αδικημάτων σε δύο στάδια. Το ένα επί ΣΥΡΙΖΑ και το άλλο και πιο σημαντικό επί ΝΔ. Το σύστημα ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν πείραξε τους τραπεζίτες, αλλά εκλεκτά του στελέχη είχαν σχέσεις μαζί τους ακόμη και όταν ήταν υπόδικοι. Το σύστημα του Μιχάλη Σάλλα, βασικού υπεύθυνου για όσα έγιναν στην Τράπεζα Πειραιώς, είχε προνομιακές σχέσεις με το Μαξίμου, το οποίο θεωρούσε ότι έχοντας τη συμμαχία με τον Σάλλα, θα χτυπήσει τον μισητό Γιάννη Στουρνάρα. Τελικώς ο Γιάννης Στουρνάρας έγινε για δεύτερη φορά κεντρικός τραπεζίτης με τις ψήφους στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ. Ο Γιάννης Σουρνάρας ήταν εκτεθειμένος σε διάφορα θέματα που είχε αποκαλύψει το Documento (πόθεν έσχες και πισίνες που στοίχισαν μόλις 5.000 ευρώ, συμβάσεις της συζύγου του με το ΚΕΕΛΠΝΟ, παρεμβάσεις στα πολιτικά πράγματα). Η οικογένεια Στουρνάρα με μήνυσε πολλές φορές και αθωώθηκα. Αλλά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, δεν έκανε το αυτονόητο, να ετοιμάσει έναν φάκελο με τα έργα και τις ημέρες του Στουρνάρα και να το στείλει στους θεσμούς ζητώντας την αντικατάστασή του. Αντιθέτως χρησιμοποίησε τα δημοσιεύματα σε ένα πλαίσιο εσωτερικών πιέσεων.
Οι ποινικοί κώδικες – Ο ΣΥΡΙΖΑ άλλαξε τους ποινικούς κώδικες, διαφημίζοντας πως πρόκειται για ένα νομικό επιστημονικό επίτευγμα
Σε πολλές πλευρές του ο ποινικός κώδικας ήταν πράγματι προωθημένος. Υπήρξαν όμως και ψίθυροι, ότι πολλοί από τους καθηγητές που τους συνέταξαν, ήταν ταυτόχρονα και δικηγόροι μεγάλων εγκληματιών του λευκού κολάρου που φρόντισαν να αμνηστεύσουν. Δεν θα κάνω μια γενική κριτική αλλά θα αναφερθώ σε δύο περιστατικά. Ο Ποινικός Κώδικας του ΣΥΡΙΖΑ, μετέτρεψε την ενεργητική δωροδοκία σε πλημμέλημα ενώ η παθητική ήταν κακούργημα. Δηλαδή για το ίδιο αδίκημα, όποιος χρηματιζόταν αντιμετώπιζε κακουργηματική δίωξη, αλλά όποιος χρημάτιζε έκανε πλημμέλημα. Η αλλαγή μερικών λέξεων στον νόμο, οδήγησαν σε παραγραφή όπως φαίνεται, αδίκημα πολύ γνωστού επιχειρηματία, ο οποίος όχι μόνο γλίτωσε τη φυλακή αλλά μπόρεσε να επεκταθεί επιχειρηματικά χωρίς πρόβλημα από τον νόμο.
Στον ίδιο ποινικό κώδικα, η αλλαγή μερικών λέξεων, στάθηκε ευεργετική για την κατηγορία που αντιμετώπιζε ο σύμβουλος του Μητσοτάκη, Νίκος Γεωργιάδης για την υπόθεση του κυκλώματος παιδοφιλίας στη Μολδαβία.
Έτσι ο Νίκος Γεωργιάδης που είχε καταδικαστεί πρωτόδικα, απαλλάχθηκε των κατηγοριών λόγω παραγραφής μετά από αλλαγή του νόμου. Η εξήγηση που έδωσε σε προσωπική συζήτηση ο τότε Υπουργός Δικαιοσύνης Μιχάλης Καλογήρου ήταν ότι «μάλλον διέφυγε και δεν έγινε επίτηδες».
Η υπόθεση όμως το Νίκου Γεωργιάδη είχε και άλλο λάκκο. Όταν το HOT DOC είχε αποκαλύψει την εμπλοκή του Νίκου Γεωργιάδη στο κύκλωμα της Μολδαβίας, για τον ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν ουσιαστικό θέμα πολιτικής. Το γεγονός ότι ο σύμβουλος του Μητσοτάκη εμπλεκόταν σε ένα κύκλωμα παιδοφιλίας, δεν ήταν πολιτικό θέμα. Μάλιστα στην «Αυγή», αρθρογράφος ο οποίος αργότερα διορίστηκε στη Βουλή, είχε χαρακτηρίσει κιτρινισμό την ενασχόληση του περιοδικού με το θέμα.
Ως δημοσιογραφική ομάδα, ταξιδέψαμε στη Μολδαβία, πήραμε τη δικογραφία, φέραμε με έξοδα της εφημερίδας τους μάρτυρες να καταθέσουν στην Αστυνομία και οδηγήσαμε σε πρωτόδικη καταδίκη του Γεωργιάδη. Μόνο σε αυτό το στάδιο ο ΣΥΡΙΖΑ το αντιμετώπισε ως πολιτικό θέμα.
Το mail εντολή των Τραπεζιτών. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν κυβέρνηση, κάποια πολύ σοβαρή πηγή, μου έδωσε mail από το οποίο αποδεικνυόταν, ότι οι Τραπεζίτες, είχαν υπαγορεύσει στον Υπουργό Δικαιοσύνης, νομική ρύθμιση, η οποία προέβλεπε ότι δεν μπορεί να γίνει δίωξη σε τραπεζικό στέλεχος αν δεν συμφωνήσει ο Κεντρικός Τραπεζίτης. Δηλαδή ο Υπουργός ΣΥΡΙΖΑ, με εντολή Τραπεζιτών, αναγόρευε τον Κεντρικό Τραπεζίτη σε ανώτατο εισαγγελέα. Όλα τα κακά μαζί. Ενημέρωσα προσωπικά τον Αλέξη Τσίπρα και έκανα δημοσίευμα θεωρώντας την κατάσταση ανεπίτρεπτη. Ενώ περίμενα ότι ο πρωθυπουργός θα απέπεμπε τον Υπουργό που δέχθηκε τέτοια παρέμβαση, έμεινε στη θέση του. Το κακό επίσης είναι ότι υποστέλλοντας κατά μία έννοια τη δημοσιογραφική απαίτηση από τον εαυτό μου (παρότι είχα κάνει δημοσίευμα για κάτι που θεωρούσα σκανδαλώδες) έφτασα στο σημείο να κάνω την πολιτική μετάφραση ότι ο Τσίπρας είναι άβουλος και αναποφάσιστος.
Τα funds και τα κόκκινα δάνεια. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ήταν η πρώτη κυβέρνηση που νομιμοποίησε την πώληση των κόκκινων δανείων σε εταιρείες και funds. Το Documento τότε, με ένα πρωτοσέλιδο δημοσίευμα είχε θέσει το θέμα, της θεσμοθέτησης ενός ελέγχου από τη Βουλή για την τύχη αυτών των δανείων. Δηλαδή λέγαμε συγκεκριμένα ότι αν μια εταιρεία διαχείρισης ενός κόκκινου δανείου κάνει κούρεμα της τάξης του 90% (όπως στην περίπτωση Πηλαδάκη) πρέπει να υπάρχει ένας δειγματοληπτικός έλεγχος για το αν το κούρεμα γίνεται με βάση αντικειμενικά κριτήρια. Μπορεί δηλαδή αυτός που χρωστάει, «λαδώνοντας» κάποιον στην εταιρεία, να αποπληρώσει το δάνειό του δίνοντας φραγκοδίφραγκα. Ποιος θα το ελέγχει αυτό έστω δειγματοληπτικά. Μπορεί το κάθε fund να αποφασίζει εν κρυπτώ για κουρέματα με θολές διαδικασίες εξυπηρετώντας αυτούς που φέσωσαν τις Τράπεζες που τελικώς πληρώσαμε εμείς; Το δημοσίευμα είχε προκαλέσει μεγάλο θόρυβο στο Μέγαρο Μαξίμου γιατί όπως έλεγαν αντέδρασε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος που χρέωνε όσα γράφαμε σε εντολή Τσίπρα. Το θέμα είναι πως δεν θεσμοθετήθηκε κάποιος έλεγχος ενώ με νόμο ΣΥΡΙΖΑ μπήκαμε στον αστερισμό των funds.
Η περίφημη (μη) Αντιπολίτευση
Την τετραετία 2019-2023, ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε τη μισή του δύναμη. Ήταν αποτέλεσμα της ανύπαρκτης Αντιπολίτευσης που άσκησε στο Μητσοτάκη. Ενώ το καθεστώς προέλαυνε, ο ΣΥΡΙΖΑ, υπέκυπτε στη λογική που περιγράφει η Σαντάλ Μουφ ως καρτελοποίηση των κομμάτων. Ο ΣΥΡΙΖΑ άρχισε να υιοθετεί την πρακτική της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης για να γίνει αποδεκτός. Στο πλευρό του Τσίπρα ήταν ο καθηγητής Νίκος Μαραντζίδης που τον έπεισε (επειδή ο ίδιος το ήθελε) για τη λατρεία του Κέντρου. Ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να χάσει τα ριζοσπαστικά στοιχεία για να γίνει αρεστός και όχι χρήσιμος. Η πολιτική κατ’ αυτό το δόγμα, μετατρέπεται σε τεχνοκρατική διαχείριση. Η σύγκρουση παύει να είναι μέρος της πολιτικής για το συμφέρον της κοινωνίας και βαφτίζεται «τοξικότητα». Η πολιτική αντιπαράθεση αποδυναμώνεται, τα κόμματα συνδέονται στενά και προβληματικά με τους θεσμούς, οι φωνές αντίδρασης περιθωριοποιούνται και ενοχοποιούνται (π.χ κίτρινο Documento, τοξική δημοσιογραφία κλπ) ενώ η πολιτική μετατρέπεται από δημοκρατική διαμάχη σε διαχείριση από ευγενείς ειδικούς.
Από την πρώτη ημέρα της πανδημίας, όταν οι άνθρωποι πέθαιναν στους διαδρόμους των νοσοκομείων, ο Τσίπρας υιοθέτησε τη λογική «και εμείς τον Τσιόδρα θα βάζαμε». Τα δημοσιεύματα του Documento και οι τοποθετήσεις του Πολάκη και μερικών άλλων, ήταν η μόνη ουσιαστική αντιπολίτευση. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήθελε Αντιπολίτευση. Είχε αγοράσει το αφήγημα του «ώριμου φρούτου». Αφού ο Μητσοτάκης θα έπεφτε κατ’ αυτούς, δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική. Μόνο που η μη αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ, τον έκανε να εμφανίζεται ως μη αναγκαίος και καθιέρωσε τον Μητσοτάκη ως μόνο ικανό και αναγκαίο. Στις εκλογές του 2023, με τις οδηγίες Μαραντζίδη, ο Τσίπρας έτρεχε σαν αποκεφαλισμένο κοτόπουλο να εξασφαλίσει συμμαχίες πότε με τον Ανδρουλάκη (ο οποίος του έριχνε πόρτα και τον έκανε να φαίνεται ακόμη πιο ευάλωτος) και πότε με κάτι περσόνες ειδικού αλλά αμφισβητούμενου σκοπού.
Μετά την ήττα, ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε ο Αλέξης Τσίπρας στάθηκαν στις αιτίες. Ο πρώην πρωθυπουργός έβαλε σε εφαρμογή το rebranding, δηλαδή αυτοτοποθετήθηκε ως προϊόν. Απείχε από κάθε κοινοβουλευτική διαδικασία μέσα από την οποία θα εξέθετε τον Μητσοτάκη και περιορίστηκε να εμφανίσει το κόμμα του ως συνώνυμο της αποτυχίας.
Η εμφάνισή του στον δημόσιο λόγο περιείχε στοιχεία επικοινωνιακής επιβολής, με προβολή κοινοτοπιών που παρουσιάζονταν ως φιλοσοφικές ανακαλύψεις. Αφού προσπάθησε να αλώσει το Κέντρο διά της συμπαθητικής του αναγέννησης που εξέπεμπε συγνώμη σε κάθε κατεύθυνση, ανακάλυψε και πάλι την Αριστερά για να μπορέσει να κάνει κόμμα. Στη διακήρυξη του νέου αριστερού κόμματος (όπως και στην ομιλία του στο Θησείο), ο Τσίπρας φαίνεται να στρέφεται για μια ακόμη φορά απέναντι στα συμφέροντα (Τράπεζες, καρτέλ, επιχειρηματική ελίτ που εισπράττει συνεχώς) αλλά δεν υπόσχεται τίποτα ανησυχητικό γι’ αυτά τα συμφέροντα. Αντιθέτως διαβεβαιώνει πως θα σεβαστεί τις ισορροπίες του νεοφιλελεύθερου Μητσοτακικού κράτους κάνοντας απλώς κάποιες μεταρρυθμίσεις. Υπόσχεται ένα άθροισμα τεχνοκρατών και προσωπικοτήτων που θα δώσουν λύσεις που δεν περιγράφει.
Κινητήρια δύναμη στη νέα πραγματικότητα δεν είναι κάποιες ιδέες ή όραμα. Ο Τσίπρας επενδύει στην απόγνωση εμφανιζόμενος ως μονόφθαλμη εναλλακτική.
Φυσικά δεν θέλει και δεν μπορεί να βγει πρωθυπουργός αλλά να συγκεντρώσει μια κρίσιμη μάζα που θα τον έχει στο προσκήνιο για να επωφεληθεί όταν θα πέσει το ώριμο φρούτο.
Την ίδια ώρα, όπως έχω γράψει είναι ο επιθυμητός αντίπαλος για τον Μητσοτάκη. Ως ο μπαμπούλας από το παρελθόν, μπορεί να συσπειρώσει το κοινό της ΝΔ και να στείλει το ΠΑΣΟΚ στην τρίτη ή τέταρτη θέση. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι στο ηττημένο ΠΑΣΟΚ θα αμφισβητηθεί ο Ανδρουλάκης και θα προκύψει διάσπαση ώστε να υπάρξει η αναγκαία συγκυβέρνηση.
Για να καταλήξω. Δεν είμαι των θεωριών συνωμοσίας. Δεν πιστεύω πως κάποιος έβαλε τον Τσίπρα για να καταστρέψει την Αριστερά όπως έκανε ο Ντ’ Αλέμα στην Ιταλία. Κινείται από προσωπική φιλοδοξία που πατάει πάνω στον μικροαστισμό και το αδικαίωτο. Σε ένα πρόσφατο άρθρο, το περιέγραψα ως φαινόμενο Μάικλ Τζάκσον. Είναι ο πετυχημένος και αποδεκτός Μάικλ Τζακσον, που δεν του φτάνει η δόξα αλλά θέλει να γίνει λευκός γιατί αυτό είναι το απωθημένο του.
Όχι δεν είμαι με τον Τσίπρα και ένας από τους λόγους είναι ότι (τον) ξέρω καλύτερα. Θα γράφω αυτό που πιστεύω, θεωρώντας ότι έτσι κάνω καλό στη Δημοκρατία και στον εαυτό μου. Ελπίζω μόνο να μη χρειαστεί να γράψω βιβλίο.
ΥΓ: Την ώρα που έγραφα αυτό το κείμενο, σύμβουλος του Τσίπρα, (ο οποίος γράφει τη νέα ιστορία του όχι μιλώντας για τους αγώνες της Αριστεράς αλλά συνυπογράφει πλέον με τον Μαραντζίδη ότι οι αντάρτες παρενοχλούσαν τους Ναζί), αφιέρωσε ολόκληρο κείμενο για να πει ότι όποια δημοσιεύματα εμφανίζουν τον καθηγητή να έχει σχέσεις με πρακτοριλίκια δεν πτοούν γιατί η Αριστερά, όπως ο Φλωράκης και ο Μπελογιάννης, έχουν κι αυτοί κατηγορηθεί για πράκτορες! Συνεπώς οι κλασσικοί της Αριστεράς και του Μαρξισμού είναι Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Μαραντζίδης. Εύγε.
