Ο ορυκτός πλούτος δεν είναι “γκρίζα ζώνη” – Είναι εθνική στρατηγική
Γράφει ο Ιάκωβος Ποθητός
Η ExxonMobil στο Ιόνιο και η Eldorado Gold στη Χαλκιδική δεν είναι φιλανθρωπικά ιδρύματα. Επενδύουν δισεκατομμύρια γιατί τα οικονομικά τους μοντέλα προβλέπουν κέρδος. Το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό: αφού το ρίσκο αξίζει για τον ιδιώτη, γιατί το κράτος επιλέγει τον ρόλο του απλού εισπράκτορα φόρων και όχι του στρατηγικού συνεταίρου;
Η Ελλάδα ακολουθεί το μοντέλο της παραχώρησης. Δίνει άδεια, εισπράττει τέλη 1% στα μεταλλεία και φόρους στα πετρέλαια. Το επιχείρημα είναι γνωστό: “Δεν έχουμε λεφτά να ρισκάρουμε, δεν έχουμε τεχνογνωσία”. Το αποτέλεσμα είναι συμβάσεις που υπογράφονται χωρίς δημόσια μελέτη κόστους-οφέλους. Το Ελεγκτικό Συνέδριο ελέγχει νομιμότητα, όχι αν η συμφωνία συμφέρει. Η Βουλή κυρώνει πολιτικά. Κανείς ανεξάρτητος θεσμός δεν βεβαιώνει ότι πήραμε την καλύτερη δυνατή συμφωνία.
Έτσι δημιουργούνται οι “γκρίζες γραμμές”. Πρώτον, η ασυμμετρία: ο ιδιώτης παίρνει το 100% της επιτυχίας, το Δημόσιο το 100% της αβεβαιότητας αν κάτι πάει στραβά περιβαλλοντικά. Δεύτερον, ο έλεγχος: όταν το κράτος δεν έχει θέση στο Δ.Σ., δεν μπορεί να βάλει βέτο σε χρήση κυανίου ή να απαιτήσει μεταφορά τεχνογνωσίας. Είναι θεατής στο ίδιο του το υπέδαφος.
Η αντίφαση είναι προφανής. Από τη μία πανηγυρίζουμε “επενδύσεις που αλλάζουν τον ενεργειακό χάρτη”. Από την άλλη λέμε “έχει 15% πιθανότητα επιτυχίας, γι’ αυτό δεν μπαίνουμε”. Αν είναι τόσο ριψοκίνδυνο, γιατί το διαφημίζουμε; Αν είναι τόσο αποδοτικό, γιατί χαρίζουμε την υπεραξία;
Υπάρχει άλλος δρόμος. Και έχει όνομα: Εθνικό Μοντέλο Συμμετοχής με ασφαλιστικές δικλίδες.
Πρώτον: Κρατική εταιρία-επενδυτής, όχι νέα ΔΕΚΟ. Προτείνεται η “Ελληνικός Ορυκτός Πλούτος Α.Ε.”, εκτός Γενικής Κυβέρνησης. Διοίκηση από διεθνή διαγωνισμό, 5ετής θητεία, απαγόρευση πολιτικών. Θα λειτουργεί ως “silent partner” με πρότυπο τη νορβηγική Petoro: έχει οικονομικά δικαιώματα, δεν διοικεί. Έτσι αποφεύγουμε τον κίνδυνο να γίνει κομματικό μαγαζάκι. Το κεφάλαιο εκκίνησης 500 εκατ. θα προέλθει από υπάρχοντα έσοδα υδρογονανθράκων, όχι από υγεία και παιδεία.
Δεύτερον: Κλιμακωτή συμμετοχή, όχι “35% παντού”. Για να μην φύγουν οι επενδυτές, το κράτος μπαίνει μόνο στην επιτυχία. 0% στην έρευνα – το ρίσκο όλο στον ιδιώτη. 10%-15% αν βρεθεί μικρό κοίτασμα. Έως 35% αν βρεθεί κοίτασμα στρατηγικής σημασίας. Έτσι ο επενδυτής ξέρει: αν αποτύχω, χάνω μόνος. Αν πετύχω λαβράκι, έχω συνέταιρο το κράτος. Αυτό κάνει η Αίγυπτος και προσελκύει κολοσσούς.
Τρίτον: Fast–Track διαφάνεια 6 μηνών. Καμία σύμβαση δεν κυρώνεται χωρίς δημόσια μελέτη ανεξάρτητου οίκου. Για να μην κολλήσουμε στη γραφειοκρατία, μπαίνει δεσμευτική προθεσμία: επιλογή οίκου σε 15 μέρες από pre-approved λίστα, παράδοση μελέτης σε 6 μήνες. Η Βουλή θα ψηφίζει βλέποντας 3 σενάρια αποθεμάτων και το καθαρό όφελος για το Δημόσιο. Τέλος στις υπογραφές στα τυφλά.
Τέταρτον: Ταμείο Γενεών. Το 50% των μερισμάτων και των φόρων δεσμεύονται. Δεν καταναλώνονται. Πηγαίνουν σε κλειστό ταμείο για αποπληρωμή χρέους, δίκαιη μετάβαση των περιοχών εξόρυξης και υποτροφίες STEM. Ο σημερινός πλούτος γίνεται περιουσία για τα παιδιά μας. Αυτό έκανε η Νορβηγία και έχει σήμερα 1,5 τρισ. αποθεματικό.
Η πρόταση αυτή αντέχει στην κριτική. Δεν διώχνει επενδυτές, γιατί μοιράζει δίκαια το ρίσκο. Δεν φτιάχνει νέα ΔΕΚΟ, γιατί απαγορεύει τις πολιτικές παρεμβάσεις. Δεν καθυστερεί, γιατί έχει 6μηνο χρονοδιάγραμμα. Και δεν επιβαρύνει τον προϋπολογισμό, γιατί ξεκινά με υπάρχοντα έσοδα.
Το πραγματικό διακύβευμα είναι πολιτικό: Θέλουμε κράτος-θεατή που πανηγυρίζει τις επενδύσεις των άλλων ή κράτος-στρατηγικό μέτοχο που διεκδικεί μερίδιο στην υπεραξία του εθνικού του πλούτου;
Οι εταιρίες δεν είναι ανόητες που ρισκάρουν. Εμείς θα είμαστε, αν συνεχίσουμε να υπογράφουμε συμβάσεις με “γκρίζες γραμμές” επειδή φοβόμαστε να γίνουμε συνέταιροι σε ένα ρίσκο που η ίδια η αγορά έχει ήδη κοστολογήσει ως κερδοφόρο. Η επόμενη σύμβαση πρέπει να είναι διαφορετική. Και μπορεί.
