Όταν ο άνθρωπος κοίταξε ψηλά… και όταν ξέχασε

Όταν ο άνθρωπος κοίταξε ψηλά… και όταν ξέχασε
Γράφει ο Ιάκωβος Ποθητός
Όταν ο άνθρωπος κοίταξε ψηλά, άλλαξε ο τρόπος ζωής του πάνω στη γη.
Τα ζωώδη ένστικτά του άρχισαν να υποχωρούν. Η λογική πήρε τη θέση του φόβου.
Οι Τέχνες και τα Γράμματα τον σήκωσαν. Τον έκαναν να περπατάει και να βλέπει ουρανό. Τον έκαναν θεάνθρωπο.
Όμως η συνεύρεση με το κτήνος δεν σταμάτησε. Και πολλοί διάλεξαν να μείνουν κτήνη.
Το οδυνηρό είναι πως στην εξουσία δύσκολα ανεβαίνει άνθρωπος. Ανεβαίνει ο ισχυρός.
Και ισχυρός είναι εκείνος που πίσω του έχει πλουτοκράτες που αιώνες τώρα πίνουν το αίμα του κοσμάκη.
Ισχυρός είναι ο εκάστοτε Πλανητάρχης. Όμως για τους απλούς ανθρώπους, αυτός ο ισχυρός είναι υπάνθρωπος. Ένα ον κατώτατο, ανάξιο σεβασμού. Ένα ον που γεννά μόνο αποστροφή.
Τις μέρες που ζούμε, οι μάσκες πέφτουν.
Εκείνοι που μιλούσαν για δικαιοσύνη, για ειρήνη, για αλληλεγγύη, δείχνουν το πραγματικό τους πρόσωπο.
Το πρόσωπο του πολέμου. Το πρόσωπο του δούλου. Το πρόσωπο του αρλεκίνου.
Δεν είναι πόλεμος απελευθερωτικός. Δεν είναι πόλεμος για να σωθεί κανείς.
Είναι πόλεμος για να αδειάσουν οι αποθήκες. Να δοκιμαστούν τα νέα όπλα. Να βρεθούν αγοραστές.
Γίνεται πόλεμος για να αρπάξουν μια ακόμη πλουτοπαραγωγική περιοχή οι ισχυροί και τα τσιράκια τους. Να την εκμεταλλευτούν σε βάρος των πραγματικών δικαιούχων, σε βάρος όλης της ανθρωπότητας.
Δεν τους νοιάζει πόσοι θα σκοτωθούν. Από τη μια ή από την άλλη πλευρά.
Ποιον πολίτη λογαριάζει ο εκάστοτε Πλανητάρχης; Ποιον στρατιώτη σκέφτεται ο εκάστοτε Άγγλος πολιτικός;
Κανέναν.
Μόνο το τομάρι τους σκέφτονται. Πώς θα περάσουν καλύτερα. Πώς θα αυξήσουν με τρομοκρατία την επιρροή τους.
Και οι λαοί αντιστέκονται. Πάντα αντιστέκονταν.
Γιατί ο άνθρωπος που κοίταξε ψηλά, έμαθε πως η ελευθερία δεν χαρίζεται. Κερδίζεται.
Καταρρέουν λοιπόν οι δικαιολογίες για «ανθρωπιστικές» επεμβάσεις. Καταρρέουν τα ψέματα για όπλα που δεν βρέθηκαν ποτέ.
Αυτό που μένει είναι κατακτητικός πόλεμος. Και ο απλός κόσμος το ξέρει.
Όταν ο άνθρωπος κοίταξε ψηλά…
Δεν σκέφτηκε πως κάποιοι δίπλα του δεν είχαν τη δύναμη να αποβάλουν τα ζωώδη ένστικτά τους.
Δεν μπόρεσαν να τον ακολουθήσουν στον δρόμο που οδηγεί αλλού. Στον δρόμο που κάποιοι λένε παράδεισο.
Και ενώ λίγοι παλεύουν για την πνευματική ανάταση, ο κόσμος βάφεται με αίμα.
Γιατί οι υπάνθρωποι δεν μπορούν να σηκώσουν το κεφάλι. Δεν αντέχουν να αντικρίσουν τον ήλιο.
Είναι οι αληθινοί βρικόλακες. Ζουν από το αίμα των αθώων. Φοβούνται το φως. Και για να εξοντωθούν θέλει ειδικό όπλο.
Όταν ο άνθρωπος κοίταξε ψηλά, δεν φαντάστηκε πως η αλυσίδα του στη γη ήταν το αίμα των συνανθρώπων του.
Δεν κατάλαβε πως το αίμα του μάρτυρα, του ήρωα, πρέπει να το κοινωνάει συχνά. Για να μην μπορεί καμία σκοτεινή δύναμη να του κρύψει τον ήλιο. Να μην τον κάνει να περπατά σκυφτός.
Είχε την ελπίδα ότι θα φύγει από τη γη που τον γέμιζε πίκρες.
Έφτιαξε φτερά. Έμαθε να πετάει.
Δεν φαντάστηκε πως και τα φτερά του, οι υπάνθρωποι θα τα έκαναν βομβαρδιστικά. Για να σκοτώνουν από ψηλά, με ασφάλεια.
Όταν ο άνθρωπος ξέχασε να κοιτάει ψηλά…
Άρχισε να γκρεμίζει τα σύμβολά του.
Πολύς θόρυβος για τη σημαία. Για το αν πρέπει να την κρατάει στις παρελάσεις κάποιος που αρίστευσε σε ελληνικό σχολείο αλλά δεν είναι Έλληνας υπήκοος.
Το θέμα είναι απλό. Και δεν θέλει φιλοσοφία.
Γιατί ένας αλλοδαπός δεν μπορεί να κρατάει ξένη σημαία σε εθνική επέτειο της χώρας που προσωρινά βρίσκεται;
Γιατί η σημαία δεν είναι πανί. Είναι ιερό σύμβολο. Αναγνωρισμένο διεθνώς.
Έχει γραμμένη πάνω της όλη την ιστορία ενός λαού. Όλη την πολιτιστική κληρονομιά. Όλα τα ονόματα εκείνων που πολέμησαν και πέθαναν για την ελευθερία.
Η σημαία είναι στην κορυφή της παρέλασης.
Στο πιο ψηλό σημείο του κτιρίου. Κυματίζει στα καράβια, στα αεροπλάνα.
Κυματίζει στις καρδιές όσων έμαθαν την ιστορία τους. Που στέκονται με σεβασμό μπροστά στο Ηρώο και χωρίς να μιλούν, λένε στους νεκρούς: «Την κρατάμε ακόμα ψηλά. Δεν την παραδώσαμε».
Στις μάχες, οι στρατιώτες έδιναν τη ζωή τους για να μην πέσει η σημαία στον εχθρό. Γιατί πάνω της έβλεπαν τη μάνα, τον πατέρα, τα παιδιά τους. Διάβαζαν εκεί το «Πατρός τε και μητρός τε και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον εστίν η Πατρίς».
Κι αν κάποιοι το λένε εθνικισμό, τους θυμίζουμε: Η σημαία είναι σύμβολο κράτους, όχι έθνους.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες ζουν δεκάδες εθνότητες. Έχουν μια σημαία. Την αστερόεσσα. Και στις παρελάσεις τους, την κρατούν μόνο Αμερικανοί υπήκοοι. Τα Ελληνόπουλα που την κρατούν, είναι Αμερικανοί υπήκοοι. Αν δεν ήταν, δεν θα την άγγιζαν.
Το ίδιο γίνεται σε κάθε σοβαρό κράτος.
Γιατί το εθνικό σύμβολο δεν δίνεται σαν βραβείο καλής διαγωγής. Αν γίνει βραβείο, παύει να είναι σύμβολο.
Κι αν σβήσουμε την έννοια του συμβόλου από τη σημαία μας, τότε ας παραδώσουμε και την ιστορία μας σε άλλους. Σε λαούς που θα τη σεβαστούν περισσότερο από εμάς.
Το Προεδρικό Διάταγμα 201/1998 ήταν ξεκάθαρο: Σημαιοφόροι ορίζονται Έλληνες Υπήκοοι.
Ύστερα ήρθε η Υπουργική απόφαση. Να γίνουν και οι αλλοδαποί. Γιατί; Για να μην στενοχωρηθεί κανείς.
Μα μια εγκύκλιος δεν καταργεί Προεδρικό Διάταγμα. Όποιος την εφαρμόζει, είναι παράνομος.
Αν θέλουν να τιμήσουν τον άριστο αλλοδαπό μαθητή, ας φτιάξουν λάβαρο του σχολείου. Με τη γλαύκα, με τον Μέγα Αλέξανδρο, με τον Τσιτσάνη. Κανείς δεν θα πει όχι.
Αλλά η σημαία δεν είναι του σχολείου. Είναι της χώρας. Είναι των νεκρών.
Να ξέρουν οι πολιτικοί που παίζουν με τα σύμβολα: Οι Έλληνες που έχουν και παιδεία και ψυχή, θα αγωνιστούν. Όχι για να σώσουν τη χώρα. Για να σώσουν τα ιδανικά της. Το αθάνατο Ελληνικό Φως.
Και η νίκη πάντα πάει με το δίκιο.
Όταν ο άνθρωπος ξέχασε να κοιτάει ψηλά…
Ξέχασε και τι σημαίνει Πολιτισμός.
Γιατί Πολιτισμός σημαίνει Φως.
Ο πόλεμος οδηγεί σε καταστροφικές ανακαλύψεις. Γεννά μίση. Ντύνει στα μαύρα οικογένειες. Ρίχνει λαούς στην πείνα.
Μπορεί να δίνει σταυρούς ανδρείας. Όμως είναι βαμμένοι με αίμα αθώων που πεθαίνουν χωρίς να μάθουν το γιατί.
Ο Πολιτισμός οδηγεί αλλιώς. Στην πρόοδο. Στην ανάπτυξη. Στην ανάταση.
Δημιουργεί κρίκους ελευθερίας. Σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ανοίγει ορίζοντες. Χτίζει ασπίδες για τη δημοκρατία.
Ο Πολιτισμός γεννά φιλοσόφους. Γεννά καλλιτέχνες.
Όμως είναι ευάλωτος. Γιατί μέσα του φωλιάζουν παρασιτικοί οργανισμοί. Που στο όνομα του πολιτισμού, καταστρέφουν τον πολιτισμό.
Και τα τελευταία χρόνια, αυτά τα παράσιτα νικάνε.
Παρουσιάζεται σαν Πολιτισμός το κακόγουστο. Σαν Τέχνη η διαστροφή. Προωθούνται οι ατάλαντοι.
Ο ποιητικός λόγος έγινε πεζός. Η μουσική έγινε θόρυβος για τα ένστικτα. Το θέατρο έγινε πρόστυχο.
Το πρόβλημα δεν είναι τα παράσιτα. Είναι ότι οι άνθρωποι σταμάτησαν να αντιστέκονται.
Γιατί τα παράσιτα είναι σειρήνες. Σαν τα τέρατα της μυθολογίας. Τραγουδούν γλυκά. Και όταν πλησιάσεις, σε τρώνε.
Γιατί αυτοί οι παρασιτικοί οργανισμοί έχουν απήχηση;
Γιατί ο αληθινός καλλιτέχνης δεν μπαίνει σε σχήματα. Δεν πουλιέται σε ομάδες που έχουν μοναδικό στόχο το κέρδος.
Δεν βιάζει την Τέχνη του για να γίνει προαγωγός ανηθικότητας.
Και η ανηθικότητα δεν έχει φραγμούς. Εξαφανίζει αντιπάλους. Προωθεί τα δικά της παιδιά.
Έτσι φτάσαμε να γίνεται άστρο η κάθε Καλομοίρα και να σηκώνει τον σταυρό του ο Γαϊτάνος και ο Φραγκούλης.
Να γεμίζει η πλατεία με τον άσημο του ριάλιτι και να είναι άδειο το Μέγαρο όταν τραγουδά η Σκαρλάτου και ο Συριανός.
Αυτό δεν έγινε μόνο στο Μενίδι. Έγινε σε κάθε πόλη. Όπου το σκυλάδικο γέμισε και η αίθουσα Τέχνης έμεινε άδεια.
Πολιτισμός σημαίνει Φως.
Και ακτίνες του είναι οι μεγάλοι, οι αληθινοί καλλιτέχνες.
Όσοι αγαπάτε το Φως, αγκαλιάστε τους.
Όχι με λόγια. Με πράξη.
Αγοράστε ένα εισιτήριο. Κλείστε την τηλεόραση. Πάρτε το παιδί σας από το χέρι και πηγαίνετέ το να ακούσει μια νότα καθαρή.
Για να πάρουν δύναμη. Για να συνεχίσουν τον πόλεμο.
Γιατί ο πόλεμος για το Φως είναι ο μόνος ιερός πόλεμος.
Όταν ο άνθρωπος κοίταξε ψηλά…
Είδε ένα αστέρι να λάμπει.
Ήταν το δικό του αστέρι.
Αυτό που τον περιμένει.
Αυτό που πάνω του δεν έχει υπανθρώπους. Δεν έχει θάνατο.
Το ερώτημα είναι ένα: Θα σηκώσουμε ξανά το κεφάλι να το δούμε;
Ή θα μείνουμε σκυφτοί, να μας πατάνε οι βρικόλακες;
Η σημαία είναι ακόμα ψηλά.
Το φως υπάρχει ακόμα.
Διαλέγουμε.
