Γιώργος Βενετσάνος: Διακοπές στην αρχαία Ελλάδα; Όχι ακριβώς…

Διακοπές στην αρχαία Ελλάδα; Όχι ακριβώς…
Γράφει ο Γιώργος Βενετσάνος
Οι διακοπές, με τη σημερινή τους έννοια ως ένα οργανωμένο ταξίδι ξεκούρασης και ψυχαγωγίας, μακριά από τις επαγγελματικές υποχρεώσεις και το άγχος της καθημερινότητας, αποτελούν μια σχετικά σύγχρονη συνήθεια. Στην αρχαία Ελλάδα, οι περισσότερες οικογένειες δεν είχαν λόγο να εγκαταλείψουν την ασφάλεια της πόλης-κράτους τους.
Άλλωστε, δεν υπήρχε κανένας λόγος να ταξιδέψουν σε άγνωστες και συχνά επικίνδυνες περιοχές, καθώς εκτός των ορίων της πόλης-κράτους μπορεί να υπήρχε μια αντίπαλη πόλη, ενώ οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες, σε συνδυασμό με την πειρατεία, τους ληστές και τον κίνδυνο ναυαγίου, καθιστούσαν κάθε ταξίδι ιδιαίτερα επικίνδυνο, πιθανώς και απειλητικό για τη ζωή.
Οι μετακινήσεις των αρχαίων Ελλήνων γίνονταν κυρίως για συγκεκριμένους και σημαντικούς λόγους, όπως ήταν η συμμετοχή τους σε θρησκευτικές εορτές ή αθλητικούς αγώνες, η εκπλήρωση σοβαρών οικογενειακών υποχρεώσεων, καθώς και οι εμπορικές δραστηριότητες.
Αν οι αρχαίοι Έλληνες είχαν κάτι που έμοιαζε, έστω και λίγο, με τις σημερινές καλοκαιρινές αποδράσεις, αυτό ήταν οι μεγάλες θρησκευτικές γιορτές.
Με την έλευση του καλοκαιριού, ολόκληρος ο ελληνικός κόσμος ζωντάνευε. Εκτός από τους Ολυμπιακούς Αγώνες που γίνονταν ανά τετραετία, υπήρχαν κατά τους ενδιάμεσους καλοκαιρινούς μήνες (οι οποίοι αντιστοιχούσαν κυρίως στους αττικούς μήνες Εκατομβαιώνα, Μεταγειτνιώνα και Βοηδρομιώνα) δεκάδες γιορτές, θρησκευτικές πομπές, πανηγύρια και αθλητικοί αγώνες προς τιμήν των θεών. Γιορτές όπως τα Κρόνια, τα Συνοίκια και τα Παναθήναια συγκέντρωναν ανθρώπους από διαφορετικές πόλεις, προσφέροντάς τους την ευκαιρία να ταξιδέψουν, να συναντήσουν συγγενείς και φίλους, να ανταλλάξουν νέα και να ζήσουν για λίγες ημέρες μακριά από τις έγνοιες της καθημερινότητας.
Αυτές οι μετακινήσεις δεν είχαν σκοπό την ξεκούραση, ούτε οργανώνονταν για λόγους αναψυχής, όπως συμβαίνει σήμερα. Ωστόσο, αποτελούσαν μια ευχάριστη διακοπή από τη συνηθισμένη ζωή και έδιναν στους πολίτες του αρχαίου κόσμου την ευκαιρία για κοινωνική συναναστροφή, ψυχαγωγία και συμμετοχή σε κοινές εμπειρίες, οι οποίες ενίσχυαν τους δεσμούς ανάμεσα στους ανθρώπους και τις πόλεις-κράτη της αρχαιότητας.
Οι αρχαίοι Έλληνες, παρότι ζούσαν περιτριγυρισμένοι από τη θάλασσα, κατά έναν παράξενο τρόπο για εμάς σήμερα, δεν τη συνέδεαν με την ξεκούραση και τις καλοκαιρινές διακοπές.
Για τους πολίτες εκείνης της εποχής, η θάλασσα αποτελούσε έναν δρόμο επικοινωνίας, εμπορίου και πολέμου, ήταν όμως και ένας χώρος που απαιτούσε δεξιότητες για να τον αντιμετωπίσει κανείς με ασφάλεια. Ανάμεσα σε αυτές ξεχώριζε η κολύμβηση. Επομένως, το κολύμπι δεν αποτελούσε ψυχαγωγία, αλλά βασικό εφόδιο για τη ζωή. Φρόντιζαν, λοιπόν, τα παιδιά τους να μαθαίνουν να κολυμπούν από πολύ μικρή ηλικία, ενώ για τους πολεμιστές η δεξιότητα αυτή μπορούσε να αποδειχθεί ζήτημα ζωής και θανάτου σε ένα ναυάγιο ή κατά τη διάβαση ενός ποταμού.Στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.), η ικανότητα των Ελλήνων να κολυμπούν λειτούργησε ως καθοριστικός παράγοντας επιβίωσης και στρατιωτικού πλεονεκτήματος, σύμφωνα με όσα διασώζει ο Ηρόδοτος στο όγδοο βιβλίο των Ιστοριών του. Ο ιστορικός περιγράφει με σαφήνεια τη δραματική διαφορά ανάμεσα στους δύο αντιπάλους τη στιγμή που τα πλοία άρχισαν να βυθίζονται:»
«Στη μάχη αυτή σκοτώθηκε ο στρατηγός Αριαβίγνης, γιος του Δαρείου… και πολλοί άλλοι ονομαστοί άνδρες από την Περσία, τη Μηδία και τους συμμάχους τους. Από τους Έλληνες όμως σκοτώθηκαν λίγοι, γιατί ήξεραν να κολυμπούν· έτσι, όταν καταστρέφονταν τα καράβια τους, όσοι δεν χάνονταν στη συμπλοκή, κολυμπούσαν και έβγαιναν στη Σαλαμίνα. Αντίθετα, οι περισσότεροι βάρβαροι πνίγηκαν στη θάλασσα επειδή δεν γνώριζαν κολύμπι.»
Οι Έλληνες ναύτες που έπεφταν στο νερό δεν αποτελούσαν απώλειες.
Έφταναν με ασφάλεια στις ακτές της Σαλαμίνας, έτοιμοι να πολεμήσουν ξανά τις επόμενες ημέρες. Αντίθετα, ο περσικός στόλος αποτελούνταν από πολλούς λαούς της ενδοχώρας που δεν είχαν επαφή με τη θάλασσα. Η έλλειψη γνώσης κολύμβησης μετέτρεψε κάθε βύθιση περσικού πλοίου σε άμεση θανατική καταδίκη για το πλήρωμά του. Για τους Έλληνες, το κολύμπι ήταν θεμελιώδες στοιχείο της παιδείας τους. Η γνωστή αρχαιοελληνική έκφραση για τον εντελώς αμόρφωτο άνθρωπο ήταν «μήτε νείν μήτε γράμματα επίσταται» (δεν ξέρει ούτε να κολυμπά ούτε να διαβάζει). Ωστόσο, δεν αποτελούσε μέσο διασκέδασης και χαλάρωσης, όπως συμβαίνει σήμερα. Για τον λόγο αυτό, όταν αναζητούσαν λίγη δροσιά, οι αρχαίοι Έλληνες δεν κατευθύνονταν στις παραλίες. Προτιμούσαν τους λουτήρες και τις δεξαμενές των γυμνασίων ή των δημόσιων λουτρών, ενώ όσοι βρίσκονταν κοντά στη θάλασσα αρκούνταν συνήθως να περπατούν στην ακτή, να παίζουν στα ρηχά ή να απολαμβάνουν τη θαλασσινή αύρα, χωρίς να απομακρύνονται στα βαθιά. Για τους περισσότερους, η θάλασσα ήταν ένας χώρος που ενέπνεε περισσότερο δέος και σεβασμό παρά διάθεση για ανέμελο μπάνιο.
Σε αυτό το τελευταίο, μάλιστα, αποδεικνύεται ότι είχαν απόλυτο δίκιο.
Η θάλασσα απαιτεί πάντα σεβασμό, καθώς στη σύγχρονη πραγματικότητα η Ελλάδα, παρά τη μακρά ναυτική της παράδοση, συνεχίζει να καταγράφει υψηλά ποσοστά άδικων πνιγμών κάθε χρόνο.
