Οταν κλείνει το τελευταίο ΑΤΜ του χωριού

ΟΤΑΝ ΚΛΕΙΝΕΙ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΤΜ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ.
Η σταδιακή απομάκρυνση τραπεζικών καταστημάτων και ΑΤΜ από την ελληνική περιφέρεια
δεν είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στον ψηφιακό μετασχηματισμό των τραπεζών.
Για χιλιάδες κατοίκους χωριών, ορεινών περιοχών και μικρών νησιών αποτελεί ένα πολύ πρακτικό πρόβλημα καθημερινότητας: πώς θα έχουν πρόσβαση στα ίδια τους τα χρήματα;
Στο πλαίσιο των αλλαγών που συζητούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τις υπηρεσίες πληρωμών, προβλέπεται η δυνατότητα παροχής μετρητών από καταστήματα λιανικής μέσω POS, ακόμη και χωρίς να προηγείται αγορά. Με απλά λόγια, ο κάτοικος ενός χωριού θα μπορεί να πηγαίνει στο παντοπωλείο, στο καφενείο ή σε κάποιο άλλο κατάστημα, να χρησιμοποιεί την τραπεζική του κάρτα και να παίρνει μετρητά από το ταμείο του επαγγελματία.
Ως ιδέα ακούγεται πρακτική. Μπορεί πράγματι να λειτουργήσει συμπληρωματικά σε περιοχές όπου η απόσταση από το πλησιέστερο ΑΤΜ είναι μεγάλη. Το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι διαφορετικό: πρόκειται για μια πρόσθετη δυνατότητα εξυπηρέτησης ή για έναν τρόπο ώστε η φυσική παρουσία των τραπεζών να περιοριστεί ακόμη περισσότερο;
Η διαφορά είναι ουσιαστική.
Ένα ΑΤΜ εξασφαλίζει, υπό κανονικές συνθήκες, συγκεκριμένη και προβλέψιμη πρόσβαση σε μετρητά. Ο καταστηματάρχης, αντίθετα, μπορεί να μην έχει αρκετά χρήματα στο ταμείο του. Επιπλέον, η υπηρεσία προβλέπεται να παρέχεται προαιρετικά. Έτσι, ένας ηλικιωμένος κάτοικος ενός απομακρυσμένου χωριού μπορεί να διαθέτει χρήματα στον λογαριασμό του, αλλά να μην μπορεί πρακτικά να τα πάρει στα χέρια του.
Υπάρχει και μια δεύτερη αντίφαση. Εδώ και χρόνια ενθαρρύνεται η χρήση καρτών και ηλεκτρονικών πληρωμών, με αποτέλεσμα να κυκλοφορούν λιγότερα μετρητά στα ταμεία των μικρών επιχειρήσεων. Τώρα ζητείται από αυτά ακριβώς τα ταμεία να αποτελέσουν την εναλλακτική πηγή ρευστότητας για τις τοπικές κοινωνίες.
Δεν πρέπει επίσης να υποτιμάται το ζήτημα της ασφάλειας. Ένα τραπεζικό κατάστημα ή ένα ΑΤΜ λειτουργεί με συγκεκριμένα συστήματα προστασίας και διαδικασίες χρηματαποστολής. Ένα μικρό παντοπωλείο ή καφενείο δεν διαθέτει αντίστοιχη υποδομή. Αν γίνει γνωστό ότι ορισμένα καταστήματα διατηρούν συστηματικά μεγαλύτερα ποσά για αναλήψεις πελατών, δημιουργείται ένας πρόσθετος κίνδυνος για τους ίδιους τους επαγγελματίες.
Το σημαντικότερο όμως είναι η μεγάλη εικόνα. Η ελληνική περιφέρεια έχει χάσει τις τελευταίες δεκαετίες πολλές από τις υπηρεσίες που θεωρούνταν κάποτε αυτονόητες: σχολεία, δημόσιες υπηρεσίες, ταχυδρομεία, τραπεζικά καταστήματα και άλλες βασικές υποδομές. Κάθε μία από αυτές τις απώλειες, εξεταζόμενη μεμονωμένα, μπορεί να δικαιολογηθεί με οικονομικούς ή τεχνολογικούς όρους. Όταν όμως προστεθούν όλες μαζί, κάνουν τη μόνιμη ζωή στην περιφέρεια ολοένα δυσκολότερη.
Η τεχνολογία μπορεί ασφαλώς να προσφέρει λύσεις.
Δεν πρέπει όμως η ψηφιοποίηση να δημιουργεί νέους αποκλεισμούς. Ιδιαίτερα για ηλικιωμένους ανθρώπους και κατοίκους απομακρυσμένων περιοχών, η πρόσβαση στα μετρητά παραμένει βασική υπηρεσία και όχι πολυτέλεια.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν μπορούμε τεχνικά να μετατρέψουμε το POS του παντοπωλείου σε ένα μικρό «ΑΤΜ». Είναι αν θέλουμε μια περιφέρεια στην οποία οι βασικές υπηρεσίες θα εξακολουθούν να είναι πραγματικά προσβάσιμες στους ανθρώπους που επέλεξαν να ζουν εκεί.
Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών (efsyn.gr), 16 Αυγούστου 2026.
efsyn.gr/oikonomia/1447…
Οτι Μ@λακι@ θελεις εδω θα την δεις . Και αυτα τα νουμερα τα πληρωνουμε , συν τα εξτρα που δεν ξερουμε , και μας πουλανε και πνευμα οι Ελ Καπονιδες .