13/04/2021

ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ: Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΚΟΣΜΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Γράφει ὁ Γιῶργος Νικολακάκος
Ο Μαρξισμός, ὄπως καί ὁ Σοσιαλισμός, ἔκαναν τήν ἐμφάνισιν των τόν 19ον αίῶνα καί χρησιμοποίηθηκαν σάν ἐργαλεἶο γιά τήν έρμηνεἶα τῶν κοινωνικῶν, πολιτικῶν καί οίκονομικῶν φαινομένων τῆς ἐποχῆς πού τίς γέννησε. Εύαγγελίζοντο δε τήν δημιουργία μιᾶς κοινωνίας ὄπου θά ἐπικρατοῦσαν ἰδανικές συνθῆκες, μιᾶς κοινωνίας μέσα στήν ὀποῖαν θά μποροῦσαν νά κυοφορηθοῦν ὄλες οἱ εὐγενεῖς ἰδιότητες τοῦ ἀτόμου καί θά εὐρισκαν αὐθεντική ἔκφρασι οἱ ἀνώτερες ἐπιθυμίες τῶν μελῶν τῆς κοινωνίας. Στήν πραγματικότητα, ὄμως,
ὑπῆρξαν μέσα γιά τήν ἐπίτευξιν πολιτικῶν σκοπῶν καί ἐπιδιώξεων αύτῶν πού πού διετύπωσαν αυτές τίς ἰδέες. Οἰ ἐρμηνεῖες πού προσέφεραν γιά τήν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου καί τά κοινωνικά φαινόμενα δέν εἶχαν ἀπολύρως κανένα ἐπιστημονικόν κῦρος καί τά σχέδια καί τά προγράμματα τους δέν εἶχαν καμία πιθανότητα νά τελεσφορήσουν.
Ο Μαρξισμός γεννήθηκε σε ένα ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο καί κάτω απο συνθήκες που απαιτούσαν ριζική αλλαγή της υφισταμένης κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής καταστάσεως. Ειναι προϊόν του πνεύματος και των συνθηκών ενός κοινωνικού χώρου και μιας εποχής που θέλησε να εκφράση με αφηρημένο τρόπο ιδανικές εικόνεςτης κοινωνίας που ήθελε να οικοδομήση. Ειναι προϊον μιας γνωστικής δραστηριότητας που αντανακλούσε τις ιδιομορφίες ενός σταδίου γνωσεως και τις κοινωνικές συνθήκες που αντανακλούντο σε αυτές τις
ιδιομορφίες. Μεσα σε αυτές τις ιδιομορφίες κατόρθωσε να δημιουργήση μια παράστασι για τον κόσμο που κατίσχυσε και αυτής ταύτης της άμέσου μαρτυρίας τῶν αἰσθήσεων. Ἔκανε τό πᾶν γιά νά ἀπαγκιστρώση τά ἄτομα ἀπό τήν λογική καί τίς πρακτικές ἀπόψεις καί ἔκανε τήν ὑφισταμένη κοινωνική πραγματικότητα να φαίνεται ἀσαφής καί ἀπατηλή ὧστε τἀ ἄτομα να μήν ἀσχολοῦνται μέ τήν στάθμισι τῶν συνεπειῶν τῆς δράσεως των. Ὄταν τά ἄτομα πεισθοῦν ὄτι ἡ ὑφισταμένη κοινωνική πραγματικότητα εἶναι ἀπατηλή καί ψευδής
δημιουργεῖται εὐκολώτερα ἡ προδιάθεσις να πεισθοῦν νά ἐγκολπωθοῦν τίς ἐρμηνεῖες ποὐ προσφέρει ἡ ἰδεολογία. Πείθονται εὐκολώτερα ὄτι ο,τι προκύψει ἀπὀ τήν δράσι τους θά εῖναι καλύτερο καί δέν ἔχουν τήν διάθεσιν νά ἀναρωτηθοῦν ἀπο πρίν για τήν ἐμβέλεια καί τό περιεχόμενο τῆς δράσεως των. Ὄπως γνωρίζομε, γιά τόν Μαρξισμό ἡ ἐπίτευξις τῶν σκοπῶν δέν εἶναι προϊον τῆς ἐνσυνειδήτου δράσεως, τῶν πράξεων ἥ τῶν προθέσεων τῶν ἀνθρώπων. Μάλλον, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐνέργειας ἀνεξαρτήτων ἀπό τούς ἀνθρώπους νόμων.
Γιά τούς καταπιεσμένους καί ἐξαθλιωμένους καί γιά αύτούς πού ἔχουν πεισθῆ ὄτι δέν μποροῦν να ὑπερβοῦν ἀπὀ μόνοι τους τήν παροῦσα κατάστασιν τους, ἰδεες καί θεωρίες σάν αὐτές βρίσκουν εὐκολώτερα ἀπήχησι γιατί τούς ἀπαλλάσσει ἀπὀ τήν ἀνάγκη να προβληματίζωνται γιά τήν έκβασιν τῆς ἐπαναστατικῆς δράσεως τοῦ Μαρξισμοῦ.
Οἱ ἰδεολογίες κατά κάποιον τρόπο ἀντιπροοσωπεύουν τόν ἀγῶνα νά ἀποσπαστῆ ὁ ἄνθρωπος ἀπό τά δεσμά καί τίς ίδέες τοῦ πασρελθόντος τίς ὀποῖες κατέστησε ἄχρηστες ἡ ἐπιστημονική πρόοδος τῆς ἐποχῆς.Ὄμως οἱ ραγδαῖες καί πλατειές ἐξελίξεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δέν ἔδωσαν περιθώριο στόν κόσμο νά ἀφομοιώση τίς νέες γνώσεις καί νά συλλάβη τήν νέα άντίληψιν τοῦ κόσμου. Δέν μπόρεσε νά διαμορφώση μιάν σαφή είκόνα τοῦ άναδυόμενου κόσμου. Από τό ἕνα μέρος ὁ κόσμος δέν ἐπιθυμοῦσε νά διατηρήση ξεπερασμένες κοινωνικῆς
καί πολιτικές μορφές καί ἀπό τήν ἄλλη, ὄμως, δέν μποροῦσε νἀ ἀφομοιώση τήν πολυμέρεια τῶν δεδομένων, τήν πολυμορφία τῆς κοινωνικῆς ζωῆς καί δέν μποροῦσε νά ὀργανώση ἕναν κόσμο συναφῶν ἀντικειμένων καί σχέσεων μόνον μέσα ἀπό τίς λειτουργίες τῆς ἐμπειρίκῆς γνώσεως. Ετσι ἡ Λογική θά ἤταν ἐκείνη πού ἔδειχνε τήν ἀληθινή μορφή τῆς πραγματικότητος καί θά μποροῦσε νά συγχωνεύση τούς άνταγωνισμούς, τίς άντιθέσεις, τίς άντιφατικότητες καί νά συνδέση τήν ποικιλία τῶν δεδομένων σέ μιά γνήσια ἐνότητα καί καθολικότητα.
Ἠ Λογική τοῦ Χέγγελ θά ἤταν τό ὄργανο πού θά συναθροιζη ὄλες τίς ἐπι μέρους ἐπί μέρους γνώσεις. Εγινε ὁ ναός ὄπου ἐνθροονίστηκε ὀ Μάρξ καί ἀπό τόν ἄνβωνα τοῦ ναοῦ θά ἐκήρυττε τό κομουνιστικό εὐαγγέλιο. Ἡ Λογική τοῦ Χέγγελ θά ἤταν τό ὄργανο πού θά συνάθροιζε ὄλες τίς ἐπί μέρους γνώσεις, ὄλα τά ἐμπειρικά δεδομένα καί θά συγκροτοῦσε τήν σωστή, τήν ἀληθινήν εἰκόνα τοῦ κόσμου. Μετέφερε τούς νόμους πού συγκροτοῦν τήν ὀρθολογική δομή τῆς φύσεως στούς νόμους τοῦ πνεὐματος γιά νά συγκροτήση τήν ὀρθολογική
ὀργάνωσιν τῆς κοινωνίας. Ἠ στροφή τῆς σκέωεως τοῦ Χέγγελ πρός αὐτήν τήν κατεὐθυνσιν ἤταν ἀποτελέσμα τῆς πνευματικῆς κρίσεως τῆς ἐποχῆς του καί τῶν ἄθλιων κοινωνικῶν συνθηκῶν πού ἐπικρατοῦσαν τότε.
Διά τόν Χέγγελ, ἡ κατάστασις ποῦ ἐπικρατοῦσε τότε δέν ἐπέτρεπε κανέναν ἐνθουσιαμόν οὖτε δυνατότητα μιᾶς πολιτικῆς ἀναφορφώσεως τοῦ κόσμου πολιτικῆς δράσεως. Ἐκεῖνο πού δέν μποροῦσε λοιπόν νά πραγματοποιηθῆ διά τῆς ἀνθρωπίνης δράσεως θά μποροῦσε νά πραγματοποιηθῆ διά τῆς Λογικῆς. Ἔτσι ὁ Χέγγελ κατασκεύασε ἕναν ναόν καί μέσα σέ αυτόν ἐνθρόνισε τήν θεά Λογικῆ πού θά κατεὐθυνε τήν ἐξέλιξιν τῆς κοινωνίας καί τοῦ ἀνθρωπίνου πνεὐματος ἔως ὄτου φθάση στό Απόλυτο Πνεῦμα, τό ὀποῖον θά ἐπιτευχθῆ ὄταν ἀρθοῦν
ὄλες οἱ ἀντιθέσεις.
Ὀ Μάρξ μετέφερε τίς θεωρίες τοῦ Χέγγελ στό πολιτικό πεδίον καί πάνω σέ αύτές κατήρτησε ἕνα σχέδιον πολιτικῆς δράσεως καί διοχέτευσε τήν κριτική σέ κοινωνικά καί πολιτικά κανάλια.Οἰ ἀρχές, ὄμως, τῆς θεωρίας τοῦ Χέγγελ κυριαρχοῦν σέ ὄλη τήν ἐννοιολογική δομή τῆς θεωρίας τοῦ σχεδίου τοῦ Μαρξ. Ἀλλά καί οἱ ἰδέες τοῦ Μαρξ, γενικά, εἶναι μιά άναπαράστασις τῆς ψυχικῆς πεῖρας τοῦ Γερμανικοῦ λαοῦ, μόνον πού αὐτή μετετράπη σέ παρόρμησι πρός ἐνέργεια. Ὀ ὑλιστικός ὀρθολογισμός τοῦ Μάρξ ὑπῆρξε μιά πνευματική
ἐκδήλωσις, ἀλλά εἶχε μιά κίνησιν ἀντίθετη πρός τόν μυστικισμό. Καί ὁ μυστικισμός καί ὁ ὑλισμός ἀποτελοῦν δῦο μεθόδουν άπαλλαγῆς ἀπό κυριαρχικές ὑποσυνείδητες ἐπιδράσεις, ἀλλά τελείως διαφορετικές.
Ἠ στροφή πρός τόν μυστικισμό δημιουργεῖ μιά ψυχική κατάστασι πού προσφέρει γιά τό ἄτομο τήν ἀσφάλεια πού τοῦ αρνεῖται ὁ ὑλικός κόσμος καί τόν βοηθᾶ νά ξεφύγη ἀπό τήν δύναμιν τῶν δυνάμεων πού ασκεῖ ὁ ὑλικός κόσμος ἐπάνω του. Ὄταν αἰσθάνεται ὄτι δέν μπορεῖ νά κυριαρχήση ἐπί τῶν φυσικῶν δυνάμεων πού τόν ἀπειλοῦν, δημιουργεῖ πνευματικές δυνάμεις πού τοῦ προσφέρουν τήν ἀσφάλεια πού χρειάζεται. Ὁ ὑλισμός , ἀπό τό ἄλλο μέρος, προσφέρει τήν δυνατότητα στό ἄτομο νά μεταφέρη τήν ἀνασφάλεια, τήν ἀβεβαιότητα καί τούς
φόβους πού ἔχει ἀποκτήσει ἀπό τήν ὑποκειμενικήν του πεῖρα, στήν περιοχή τοῦ ὑλικοῦ, δηλαδή, τοῦ ἀντικειμενικοῦ. Δημιουργεῖ μιάν αἰτιολογική σένδεσι μεταξῦ τῶν ὑλικῶν καί τῶν ψυχικῶν φαινομένων καί προχωρεῖ στήν κατασκευήν «ὀρθολογικῶν» ἐρμηνειῶν καί σχεδίων γιά τό πῶς θά πρέπη νά ρυθμίζωνται ὄλες οἱ σχέσεις τῶν ἀτόμων μέσα στήν κοινωνία.
Γιά νά καταρτίσωμε κάποιο σχέδιο γιά τήν οἱκοδόμησιν τῆς τέλειας κοινωνίας, ὄμως, θά πρέπη ἡ ὑφιστάμενη κοινωνία νά εἶναι τελείως ἀτελής, ἡ νά τήν μεταμορφώσωμε σέ τελείως ἀτελή, καί νά μήν εῖναι ἐπιδεκτική βελτιώσεως. Αὐτό ἐπιτελεῖται μέ τήν ἀναγωγή μιᾶς ὀραματικῆς πεῖρας πού προέρχεται ἀπό κάποιο προσωπικό βίωμα, σέ ἐξωτερική ἥ άντικειμενική πεῖρα. Μέ τό νά βλέπη τήν κοινωνική πραγματικότητα σάν μή ἐπιδεκτική βελτιώσεως καί διορθώσεως, ὁ Μαρξισμός διατήρησε ἀκηλίδωτο τό ἰδεαλιστικό πνεῦμα καί, ἐπί πλέον,
τό μετέτρεψε σέ παρακαταθήκη γιά ἀλήθειες, ὄχι μόνον πού δέν εἶχαν πραγματωθῆ, ἀλλά καί πού δέν πρόκειται νά πραγματωθοῦν.
Γιά τήν πραγματοποίησιν, ὄμως τῶν σχεδίων του, θά πρέπη ὀ ἄνθρωπος νά βγεῖ ἀπό τήν ἐσώστρεφη κατάστασι, νά ἐξωτερικευθῆ τό πνεῦμα καί γιά νά ἐξωτερικευθῆ ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά βγῆ ἀπό τήν ἐσώστρεφη κατάστασι πού εἶχε προκαλέσει ἡ Μεταρύθμισις, θά ἔπρεπε νά προβληθῆ μιά ἰδανική ἐξωτερική μορφἠ ἥ εἰκὀνα τοῦ κόσμου πού θά περιελάμβανε καί θά ἐξέφραζε ὄλες τίς ἐπιδιώξεις καί ἐλπίδες τοῦ ἀτόμου. Μιά τέτοια ἐξωτερική μορφή ἤταν ἡ ίδανική κοινωνία πού θά πραγματοποιοῦσε ὁ κομμουνισμός. Εξ ἄλλου, ἐκείνη
τήν ἐποχή στήν Γερμανία, κάθε μέτρια κοινωνική πρόοδος δέν θά μποροῦσε νά εἶχε κάποια σημαντική ἀπήχησιν. Οἰ ὄποιες βελτιώσεις δέν ἀρκοῦ
σαν γιά νά δικαιολογήσουν τήν ἐντύπωσιν ὄτι τό παρόν (μετά ἀπό οποιεσδήποτε βελτιώσεις) άποτελοῦσε τήν κορυφή τῆς ἰστορίας, τήν πραγματοποίησιν καί ὀλοκλήρωσιν τῆς προσπάθειας πολλῶν αἰώνων. Οἰ ἐλπίδες καί οἱ πόθοι τόσων αἰώνων δέν μποροῦσαν να συνοψισθοῦν μόνον σέ μερικές μεταρρυθμίσεις καί κοινωνικές άλλαγές. Μόνον μιά κοινωνία πού ταιριάζει στήν Μαρξιστική, ἥ μιά κοινωνία πού θά προέκυπτε ἀπό τίς θεωρίες τοῦ Κλασσικοῦ Φιλελευθερισμοῦ, θά ἰκανοποιούσε τόν ἄνθρωπον.
Ο Μαρξ, ἀνάζητησε τόν τρόπο μέ τόν ὀποῖον θα μποροῦσε νά ἐρμηνεύη τα πάντα καί πίστεψε ὄτι τό κατόρθωσε καί βάλθηκε να ερμηνεύση κάθε κοινωνικό φαινόμενο. Έτσι, ἐπεσήμανε μερικές τάσεις τῆς κοινωνίας του 19ου αιώνα, τίς όποῖες ἀνήγαγε σέ νομοτέλειες μέ αίώνια καί ἀπεριόριστη ίσχύ, πού ὀδηγούσαν, δῆθεν, ἐξ ἀρχῆς τήν κοινωνία στόν Κομμουνισμό. Αυτή ἡ προσπάθεια ἑνός φανατικοῦ ἰδιοφυούς νά στριμωχθεί με κάθε θυσία, η πορεία της κοινωνίας σε ένα μοναδικό αυλάκι με προκαθορισμένες ἐκβολές, ὄπως ἤταν φυσικό, γέννησε
ὄχι μόνον μία ἐπιστήμη ἀλλά ἕνα δόγμα, μιά νέα θρησκεῖα. Σέ αὐτή τήν θρησκεῖα, τόν ρόλο τοῦ θεοῦ τόν παίζει μιά δύναμις. ἀπρόσωπη, ἀξωανθρώπινη, χωρίς αίσθήματα, πού λέγεται «νομοτέλεια».Ὄπως μπορεῖ νά δεῖ κανεῖς οἰ ίδεολογίες , καί κυρίως ὁ Μαρξισμός, ὑπῆρξαν τό πιό ὀλέθριο δῶρο στήν σκέψι τοῦ ἀνθρώπου.
.Ὁ Μάρξ ἐπίχειρησε νά μετατρέψη τόν κομμουνισμό ἀπό ουτοπία σέ ἐπιστήμη, με αποτέλεσμα να μετατραπῆ σέ μιά ἰδιότυπη σύγχρονη θρησκεῖα, καί σάν τέτοια εἶναι πολύ δύσκολο να ανατραπῆ μέ λογικά ἐπιχειρήματα. Ἡ βασική ἀρχή, ὄτι τό θεμέλιο κᾶθε θρησκείας είναι ἡ πίστις σε μιάν ἐξωανθρώπινη δύναμιν ἡ όποῖα διέπει τα πάντα (Θεός, Ιεχωβάς, Αλλάχ). Η δύναμις αὐτή θά ἔπρεπε να ὑπάρχη καί στόν Κομμουνισμό. Και υπάρχει. Μόνο πού ἡ ὀνομασία της εἶναι κάπως λιγότερο μεταφυσική καί περισσότερο ἐπιστημονικοφανής. Οι μαρξιστές
την λένε «Νομοτέλεια». Σύμφωνα με τόν Μαρξισμό, τίποτε ἀπολύτως δέν γίνεται τυχαίως. Τόσο στήν φύσι καί σέ ὀλόκληρο τό σύμπαν, ὄσον καί στήν κοινωνία καί στήν ἰστορία, ὑπάρχουν νομοτέλειες ποὐ διέπουν, προκαθορίζουν καί διαγράφουν τἀ πάντα. Ὅλα ρυθμίζονται ἐπακριβῶς ἀπό τοὐς φυσικούς, βιολογικούς, οίκονομικούς, κοινωνικούς καί ἰστορικούς νόμους, τίς νομοτέλειες. Στήν φύσι, οἰ Νομοτέλειες δροῦν μόνες τους, ἐνῶ οἰ ἰστορικοί νόμοι, δροῦν διά μέσου τοῦ ἀνθρώπου. Ό,τι κάνει ὁ ἄνθρωπος, δέν τό ἀποφασίζει ἐλεύθερα ὁ
ἴδιος, ἀλλά τοῦ το ἐπιβάλλουν οί ἰστορικοί νόμοι. Ὁ ἄνθρωπος μέ τήν δράσιν του, μπορεῖ μόνον ὑπακούοντας στόν ἰστορικόν νόμο νά ἐπιταχύνει κάπως τήν ἐφαρμογή του ἥ ἀντιτασσόμενος σ’ αυτόν να την ἐπιβραδύνει ἐλαφρῶς. Αὐτός εῖναι ὄλος καί ὄλος ὁ ρόλος του. Συνεπῶς ἡ Νομοτέλεια, ὄπως βλέπουμε, εῖναι μία ἐξωανθρώπινη δύναμις ἡ ὀποῖα δρά καί καθορίζει τά πᾶντα. Με ἄλλα λόγια δέν διαφέρει ούσιαστικά ἀπό τήν ἔννοια τοῦ θεοῦ.Τὀ ἴδιο πράγμα ὄπως μέ τόν θεό καί τήν νομοτέλεια γίνεται καί μέ ἄλλα χαρακτηριστικά
γνωρίσματα τῶν θρησκειῶν, τά όποῖα ξαναβρίσκουμε στόν Κομμουνισμό μέ ἐπιστημονικοφανεῖς ὀνομασίες, ἥ μέ πιό γήινες, πιό ὑλικές καί συνεπῶς πιό προσιτές στόν σύγχρονον ἄνθρωπο ἐκφράσεις των. Η θρησκευτικότητα τοῦ Μαρξισμοῦ ἀπορρέει καί ἀπό ἄλλα χαρακτηρηστικά τῆς μαρξιστικῆς ἰδεολογίας, τά ὀποῖα θά ἀναπτύξω κατωτέρω. Ἡ νομοτέλεια εἶναι μόνον ἕνα ἀπό τά θρησκευτικά χαρακτηριστικά τοῦ Μαρξισμοῦ.
Ὁ Μάρξ πίστευε σε μιάν ἀνυπέρβλητη ίστορική νομοτέλεια, ποῦ ἐπιβάλλε¬ται ἀδυσώπητα καί τήν ὀποῖαν δεν μπορεί νά άνατρέψη ¬ καμία ἀνθρώπινη ἐνέργεια. Η φεουδαρχία ἤταν προορισμένη να γεννήση τον καπιταλισμό, καί ὀ καπιταλισμός θα ἐδινε ἀναπόφευκτα τήν θέσιν του στόν σοσιαλισμό. Υπό αὐτό τό πρίσμα, ἡ θεωρία τοῦ Μάρξ γιά τἠν ἰστορία ἀποτελεῖ ἀπλῶς μιάα κοσμικήν ἐκδοχή τῆς Θεῖας Πρόνοιας ἥ τῆς Μοῖρας.
Κατά τόν Μαρξ, ἡ κατάλυσις τοῦ ὑφισταμένου καθεστῶτος παρασκευάζεται μηχανικῶς καί αὐτομάτως ἀπό τήν ἐξέλιξιν τῶν ὑλικῶν παραγόντων τῆς καπιταλιστικῆς παραγωγῆς ἡ ὀποῖα ὄμως δέν ὑποτίθηται καί δέν διευκολύνεται ἀπό τήν επανάστασιν τῶν ἐργατικῶν μαζῶν, ἡ ὀποῖα ἐάν ἀνατρέψη ὀλοκληρωτικῶς τήν υφισταμένη κοινωνική οργάνωσιν θά περιορίση τά δεινά τῆς κυοφορίας τοῦ νέου κοινωνικοῦ συστήματος.Είς τήν ανατροπή τοῦ ὑφισταμένου κοινωνικοῦ συστήματος συμβάλλει ἀκριβῶς ἡ ἐξώθησις των είς τήν ἐσχάτην καί
ἄνευ ἐλπίδος διορθώσεως ἀθλιότητα. Ἔτσι ὁ Μάρξ ἀποκρούει τήν φιλανθρωπία, τήν συμπάθεια καί τήν διά τῆς μεταρρύθμίσεως συνδρομῆς τῆς ἐργατικῆς τάξεως, αί ὀποῖαι προσκαίρως μόνον καί προσωρινῶς ἀνακουφίζουν τήν ἐργατικήν ἀθλιότητα, ἀμβλύνουν τήν επαναστατικήν ὀρμή τῶν έργατῶν καί συντελοῦν είς τήν τεχνιτήν παράτασιν τοῦ καθεστῶτος.
Ἀμφότεροι οἱ Μαρξιστές καί οί Κλασσικοί Φιλελεύθεροι ἔίχαν τήν αντίληψιν περί μηχανηκότητος καί απαραβιάστου τῶν αὐτοτελῶν καί ὑπεράνω τῆς ανθρωπίνης βουλήσεως νόμων ποῦ ἀπετέλεσαν τήν κεντρική ἰδέα τῶν δῦο συστημάτων. Ο Μάρξ κατέληξε είς τήν άρνησιν τῆς δυνατότητος τής βαθμιαίας μέσω μεταρρυθμίσεων βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν ἐργατῶν. Στό καπιταλιστικό σύστημα δέν ὑπάρχει καμία ἐλπίδα τροποποίησεως ἥ βελτιώσεως χωρίς τήν δυνατότητα βαθμιαῖας προπαρασκευῆς νέων ἀνθρωπιστικωτέρων μορφῶν ἤ κατάστασεων
ὑπό τήν ὣθησιν τῆς κοινωνικῆς συνειδήσεως. Διότι ἐν έναντία περιπτώσει, οἱ φυσικοί νόμοι ποῦ διέπουν τίς ἐκδηλώσεις τῆς κοινωνικῆς ζωῆς δέν θά ἣταν οῦτε ἀκαταγώνιστοι οῦτε ἀπαραβίαστοι, οῦτε ὑπέρανω τῆς ἀνθρωπίνης συνείδησεως-ὄπως θέλει ἡ κοινή κεντρική ἰδέα τοῦ Μαρξισμοῦ καί τοῦ Φιλελευθερισμοῦ. Καίτοι τά δῦο συστήματα ἀνεχώρησαν ἀπό κοινή αφετηρία τοῦ ἀκαταγωνίστου τῶν οἰκονομικῶν νόμων ποῦ διέπουν τό καπιταλιστικό σύστημα καί τῆς ἀδυναμίας ἀντιδράσεως ἐναντίον αὐτῶν τῆς ανθρωπίνης βουλήσεως,
κατέληξαν είς ἀντιθέτους καίτοι ἀπαραδέκτους ὑποδείξεις: ό μέν φιλελευθερισμός είς τήν μοιρολατρική ὑποταγή καί ανεκτικότητα-ὁ δἐ μαρξισμός είς τόν καταστροφικόν ἐπαναστατισμόν, ἀφοῦ μόνη διά τούτον ἡ ἀνατροπή καί ὄχι ἡ μεταρρύθμισις ἀποτελεῖ τήν μοναδικήν διέξοδον ἐκ τῆς ὑφισταμένης ἀπανθρώπου καταστάσεως.
Τά ὀρθολογικά πρότυπα τοῦ Χέγγελ καί ἰδιαίτερα ἡ διαλλεκτική του ἔμελλε νά γίνουν τό θεωρητικό ὑπόβαθρο δῦο ἰδεολογικῶν συστημάτων τά ὀποῖα εἶχαν τίς μεγαλύτερες ἐπιπτώσεις στήν πολιτική σκέψιν τοῦ συγχρόνου κόσμου. Δέν εἶναι μόνον οἱ συνέπειες τῆς πρακτικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ κομμουνισμοῦ, ἀλλά καί τά κατάλοιπα πού ἔχουν ἀφήσει στήν σκέψιν ἀκατομμυρίων ἀτόμων. Παῥ ὄλον ὄτι πολλοί ἀπό αυτούς πού ἐγκολπώθηκαν τίς ἰδέες διαφόρων ἰδεολογιῶν, αἰσθάνονται ὄτι ἔχουν διαψευθῆ, οἰ ἰδέες αὐτές ἐξακολουθοῦν νά
λειτουργοῦν στήν σκέψιν τῶν φορέων τους μέ ὑποσυνείδητον τρόπο, ἥ νά βρίσκονται σέ μιάν λανθάνουσα κατάστασιν, καί νάκαθορίζουν τούς προσανατολισμούς τους. Ἀκόμα προσπαθοῦν νά συλλάβουν τά προβλήματα τοῦ σύγχρονου κόσμου μέσα ἀπό τό πρίσμα τῆς ἰδελογικῆς εἰκόνος πού εἶχαν σχηματίσει πρίν, γιατί τούς άνακουφίζει ψυχικά καί τούς ἀπαλλάσσει ἀπό τήν ὑποχρέωσιν νά καταβάλλουν ἐπίπονες προσπάθειες γιά μιά καλυτέρα κοινωνική ὀργάνωσιν.
Οἰ ἰδεολογίες μπορεῖ νά ἔχουν βαθειές καί ἰσχυρές ἐπιπτώσεις γιά ἐκείνους πού ἐνστερνίστηκαν τίς πίστεις τους, ἰδιαίτερα αύτές πού χαρακτηρίζονται ἀπό άκαμψία, ἀπό δογματισμό καί ἀπό ἰερόν ζῆλο. Συνήθως, ὄποιος ζωντανός ὀργανισμός δέν διαθέτει προσαρμοστική ἰκανότητα θά ἐκλείψη. Λογικά κάτι ἀνάλογο θά ἔπρεπε νά συμβαίνη καί μέ τά συστήματα ἰδεῶν, μέ τίς κοινωνικές καί πολιτικές θεωρίες. Αν δέν μποροῦν νά δικαιωθοῦν ἀπό τήν ἐμπειρία, χάνουν τό κῦρος τους καί μαζί τούς ὀπαδούς τους. Παραδόξως, δέν συμβαίνει τό
ἰδιο μέ ὠρισμενες ίδεολογίες. Οἰ ὀπαδοί τοῦ σοσιαλισμοῦ καί τοῦ Μαρξισμοῦ εἶναι γεμάτοι ἀπό ἀπραγματοποίητες ἐπιδιώξεις, ὀράματα καί ἐπιθυμίες. Αὐτά τά ἄτομα ἔχουν δῦο ἐπιλογές: ἡ μία εἶναι νά στρέψουν τό βλέμμα τους πίσω καί νά ὑποβάλλουν τίς πίστεις τους σέ ἐπαναξέτασι, καί νά ἀναθεωρήσουν τίς θεωρίες τους: ὄμως ἡ ἀκαμψία άπό τήν ὀποῖαν χαρακτηρίζονται αὐτές οἱ ἰδεολογίες δέν καθιστά κάτι τέτοιο ἐφικτό: ἡ ἄλλη εἶναι νά παραδεχθοῦν ὄτι ἡ ὄλη ἐμπειρία ὑπῆρξε μιά διανοητική ἀπάτη καί νά ἀνανήψου.
Ὄμως, ὄποια καί νά εἶναι ἡ ἐπιλογή, τό ἀποτέλεσμα θά εἶναι ψυχικά ὀδυνηρό. Ἔτσι καμία ἀπό τίς δῦο ἐπιλογές δέν εἶναι πρόσφορη γιά τήν ἀποκατάστασιν τῆς εἰκόνος τοῦ κοινωνικοῦ κόσμου πού ὀραματίζονται. Συναπῶς, αὐτά τά ἄτομα θά ζοῦν μέ τήν ἀνάγκη μιᾶς προοπτικῆς τῆς ἐπομένης, ἑνός σκοπού μέσα στό μέλλον, ἀλλά μέ καθοδηγητή τήν ἴδια τήν ἰδεολογία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ