ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ -ΣΠΑΘΟΓΙΑΝΝΟΣ

karkavitsas andreas
Από τη συλλογή “Διηγήματα”

— Έλα, η μάνα μου· τ’ άρματα και την ευχή σου.

— Γιουρούσι πάλι;

— Ναι· τώρα, που τους χαμπαρίζομε πια!… Τα δελφίνια μας οι Σπετσονυδριώτες, στον έκαμαν τον Τοπάλη, που ‘ς την Αλεξάνδρια πήρε το φύσημά του· τα προιάρια του Γιουσούφ τάστειλαν ‘ς τ’ ανέμου τη μάνα· ο Κιουτάγιας έπεσε ‘ς τα μαύρα πανιά… Μωρέ τι τραβάνε!…

— Αλήθεια!…

Και το ρυτιδωμένον πρόσωπον της γραίας Μαλάμως, ανακαλούσης εις την μνήμην της τον πρόσφατον θρίαμβον των Ελλήνων ναυτών, ανεζωογονήθη· οι οφθαλμοί της ανέλαμψαν υγροί και το υψηλόν σώμα της, το οποίον εστήριζε διά των αγκώνων κατ’ εκείνην την ώραν, καθημένη επί του κατωφλίου του χαμηλού οικίσκου της, ανωρθώθη υπερήφανον κι ευθυτενές προ του Ζάχου.

Ούτε η Μαλάμω όμως, ούτε ο υιός της είχον άδικον να χαίρουν ούτω και να υπερηφανεύωνται. Το Μεσολόγγι δευτέραν φοράν ήδη επιέζετο υπό του εχθρού. Πολυάριθμος τουρκικός στρατός περιέκλειεν αυτό από ξηράς και θαλάσσης και μικρόν κατά μικρόν συνέσφιγγε τας τάξεις του, ως οι ψαράδες την γεροβολιά, απειλών να καταβάλη τον κυριώτερον προμαχώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας. Ο Κιουταχής με τον υψηλόν τίτλον Ρούμελης Βαλεσσί, κατεσκήνου προ των τειχών του από του Μαΐου του 1825, απόφασιν έχων να μην οπισθοδρομήση άπρακτος· ο Τοπάλ πασάς παρέπλεεν επιδεικνύων τα μεγάλα πλοία του εις τους πολιορκουμένους και πολλά προιάρια του Γιουσούφ, πασά των Πατρών, διέσχιζον την λιμνοθάλασσαν, μεταφέροντα στρατιώτας επί των τεναγονήσων.

Η κρισιμωτέρα στιγμή άγγιζε διά το Μεσολόγγι. Η λοιπή Ελλάς ητένιζεν εις αυτό με αγωνίαν. Οι φιλέλληνες επερίμενον ν’ ακούσουν με φρίκην απ’ ώρας εις ώραν την πτώσιν του. Το θράσος το οποίον εδείκνυον οι πολιορκούμενοι, απορρίπτοντες τας περί παραδόσεως προτάσεις του Κιουταχή και στέλλοντες φιάλας ρουμίου διά τους σημαιοφόρους του, εννόει καθένας ότι δεν ήσαν παρά οι τελευταίοι σπασμοί ψυχομαχούντος. Και όμως μόνη η εμφάνισις του ελληνικού στολίσκου ήρκεσε ν’ αλλάξη διόλου τα πράγματα. Ο Τοπάλ πασάς, με την πρώτην προσβολήν ετράπη εις φυγήν· τα προιάρια του Γιουσούφ κι αι κανονιοφόροι συνελήφθησαν, αι τεναγόνησοι ηλώθησαν και ο Κιουταχής περιήλθεν εις δυσχερή θέσιν, απομείνας άνευ ζωοτροφιών και πολεμεφοδίων.

— Και λες θα κάμετε γιουρούσι; ηρώτησε πάλιν η Μαλάμω τον υιόν της.

— Ναι· απόψε θα πλέξη το μουσχάρι ‘ς το αίμα· έχει να γένη ένας θεός το ξέρει… Οι καπεταναρέοι γροικήθηκαν με τον Καραϊσκάκη και θα πέση μαζή μας ‘ς το χορό… Έλα, πώχεις τάρματα;

Ο Ζάχος εν βία διεσκέλισε το κατώφλιον και εισήλθε πρώτος εις τον οικίσκον.

Τα παλληκάρια σπανίως απεχωρίζοντο των όπλων των. Αλλ’ ο Ζάχος προ της επαναστάσεως είχε χρηματίσει κλέφτης και οι κλέφτες καθ’ όλην την ζωήν των δύο μόνον πράγματα εφρόντιζον μετά ζήλου: τον τσαμπάν και τα τσαπράζια των. Ενώ η λέρα τους έτρωγε το κορμί, τα μακρυά μαλλιά των, στίλβοντα από του μυελού βοείων οστών, εχύνοντο αρειμανίως επί των ωμοπλατών, τα δε τσαπράζια εκρέμαντο φεγγοβολούντα επί της μαύρης ενδυμασίας των. Προ πάντων δ’ έκαμνον τούτο όταν επρόκειτο να μετρηθούν με τον εχθρόν, ωσεί μη θέλοντες κατά την μάχην όπου παίζεται η ζωή του ανθρώπου μυριάκις, αν ασκοτώνοντο να εμφανισθούν προ του Χάρου, όστις είνε αδάμαστον παλληκάρι και αυτός κι έχει άρματα λαμπρά, λεροί αυτοί και ακάθαρτοι. Όθεν ο Ζάχος μόλις εγνώρισεν ότι θα μετείχε της νυκτερινής εξόδου, πιστός εις την κλεφτικήν συνήθειαν, έσπευσεν ευθύς, αν όχι να λουσθή—διότι το νερό δεν ήτο άφθονον εις την πολιορκουμένην πόλιν —να καθαρίση τουλάχιστον τάρματά του και τα παρέδωσεν εις την μητέρα του μέχρι της ωρισμένης ώρας.

Η Μαλάμω είδε τας ετοιμασίας αυτάς του υιού της κι εμάντευσεν ευθύς μ’ ένα της καρδίας κλονισμόν ότι ούτος θα επήγαινεν εις κάτι παράτολμον. Μ’ ένα μόνον κλονισμόν, εκείνον τον επιφερόμενον αίφνης εις την μητρικήν καρδίαν πάσης γυναικός, έστω και Σουλιωτοπούλας, επί κινδύνω του παιδιού της· αλλ’ όχι άλλον. Ευθύς η καρδία ανέλαβε πάλιν τον τακτικόν της παλμόν, τον ήσυχον, τον αδιάφορον και εις τα φρικωδέστερα γεγονότα, όπως έπρεπεν εις μίαν Σουλιωτοπούλαν και γυναίκα του Σπαθόγιαννου. Ώς τοιαύτη δε ούτε να ερωτήση ηθέλησε, ούτε τι και πώς να μάθη, αλλά με κρυφόν θυμόν πλανώσα εις προσφιλές της όνειρον τον νουν, επερίμενεν. Ήδη δ’ εισελθούσα όπισθεν του Ζάχου, έλαβε προθύμως το γιαταγάνι, λαμποκοπούν επί του αμαυρού τοίχου και το επέρασεν εις τον ώμον του. Έπειτα ενώ διά της δεξιάς χειρός έδιδεν εις αυτόν το καρυοφύλλι, διά της αριστεράς εναγκαλισθείσα τον έσφιξε σπασμωδικώς εις τον κόλπον της.

— Κύτταξε, να μην ξεχνάς τον Ταχίρ Γιάτση! του είπε με τρέμουσαν αλλ’ αυστηράν φωνήν.

Ο Ζάχος συνωφρυώθη και δεν είπε τίποτε. Η Μαλάμω έσφιξε πάλιν αυτόν επί της καρδίας της, προσβλέπουσα με βλέμμα παρακλητικόν την Παναγίαν μικρού εικονισματίου, εις μίαν γωνίαν του οικίσκου ανηρτημένου και τον ώθησε προς την θύραν.

— Μα για στάσου, στάσου! εφώναξεν αίφνης, μειδιώσα.

— Τ’ ένε; ηρώτησεν ο Ζάχος, ιστάμενος.

— Δέσε καλά το πόσι σου, καϋμένε!

Η Μαλάμω επλησίασε και αφήρεσεν από της κεφαλής του Ζάχου το πόσι του, δεμένον ατάκτως άνω του φεσίου, εδίπλωσεν αυτό επιμελώς επί του γόνατος και το έδεσε πάλιν δις και τρις γύρω, προσέχουσα να μη προβάλη καμμία πτυχή κι έρριψεν οπίσω επί των ωμοπλατών τας δύο χρυσοκεντήτους και θυσανοφόρους άκρας του. Τον ητένισε πάλιν, διευθέτησε τας αλύσσους του κιουστεκίου του, το αργυρούν χαϊμαλί του στήθους του· της σαβατλίτικες παλάσκες της μέσης του· τους τοκάδες και τ’ αλύσια του ασημοσογιά κι έστρωσε τας πτυχάς της λερής φουστανέλλας του. Μικρόν κατά μικρόν μήτηρ και υιός εβυθίζοντο εις το σκιόφως της εσπέρας εντός του οικίσκου, χωρίς να το εννοούν και αυτοί. Ο Ζάχος ήθελε να φύγη και πάλιν εθρύπτετο προς τας μητρικάς εκείνας θωπείας, ως μικρός χαϊδεμένος.

— Άσε με δα και δε θα πάω σε γάμο· είπε τέλος, χαμογελών προς αυτήν.

— Κι ο πόλεμος γάμος ένε· πήγαινε, λεβέντη μου. Και τον ώθησεν έξω, ρίψασα προς αυτόν φωτεινόν βλέμμα απ’ εκείνα τα σπάνια που εκφράζουν συγχρόνως ευχήν και προσδοκίαν, φόβον μέγαν και θάρρος ακατάβλητον, ανδρικήν ρώμην και θείαν θέλησιν.

*

Η Μαλάμω ήτο Σουλιωτοπούλα, γυνή—παλληκάρι. Κόρη πριν είχε φάγει με την φούκτα την πυρίτιδα ως οι Μποτσαραίοι και Τζαβελαίοι, ο Πούλιο Δράκος και ο Τζίμα Ζέρβας πάρα το πλευρόν των οποίων επολέμει πάντοτε, υπερασπιζόμενη τους βράχους της πατρίδος της. Κι έπειτα ως γυναίκα του Σπαθόγιαννου, του εξακουστού κλέφτη της Ρούμελης, από τα παράβολά του κατορθώματα, από τους τρομακτικούς κινδύνους του, από τας σφοδράς συγκινήσεις εις τας οποίας την υπέβαλον καθ’ ημέραν τα πάντοτ’ έκτακτα και πάντοτε μεγάλα επιχειρήματά του, είχε τραχύνει την ψυχήν της ώστε να μη δέχεται τίποτ’ επάνω της, μέγα είτε μικρόν, όπως ο αιθέρας καλοτροχισμένου σπαθίου. Από την ρόκα ήρπαζε το καρυοφύλλι και από τ’ αδράχτι το γιαταγάνι, μεθ’ όσης ευκολίας δόκιμος μουσικός αλλάζει τον ταμπουρά με την φλογέραν. Το αίμα δεν την εφόβιζε καθόλου· οι βόγγοι και οι δαρμοί των πληγομένων δεν την συνεκίνουν· τα πτώματα, αν ήσαν εχθρών, ήσαν σεβαστά μόνον καθό ακίνδυνα πλέον κι έτοιμα διά την φθοράν· αν ήσαν φίλων, ήσαν άξια θρήνων και τιμητικής ταφής.

Αφ’ ενός η καταγωγή και αφ’ ετέρου ο έγγαμος βίος, ο άνδρας εις τον οποίον εδόθη η Μαλάμω από τους συμπατριώτας της, παρά τα έθιμα, ως γέρας της ανδρείας του και της υπηρεσίας ην προσέφερεν άλλοτε κατά τους στενούς καιρούς της πατρίδος των, την έκαμον ώστε να μορφώση αυστηράς και μεγάλας ιδέας περί πατρίδος και τιμής και οικογενειακών παραδόσεων. Τ’ όνομα προ παντός άλλου και τα πάντα διά τ’ όνομα.

Ταύρκο με Τούρκο δεν ήθελε να ίδη ποτέ εμπρός της. Τον πόλεμον εθεώρει ως κάτι αναγκαίον, απαραίτητον κι έβλεπε τους άνδρας αναχωρούντας διά την μάχην άνευ της παραμικράς συγκινήσεως, ως να ήξευρεν ότι πηγαίνουν εις γάμον.

Και όμως τώρα, ότε απεχαιρέτα τον Ζάχον, μόνη η υπερηφάνεια συνεκράτει τους λυγμούς και τα δάκρυα, τα οποία, δεν ήθελε να ίδουν ούτε οι άψυχοι τοίχοι του οικίσκου της. Ορθία εις την θύραν της, με τον αγκώνα επί της παραστάδος κι έπ’ αυτού την κεφαλήν, ατάκτως τυλιγμένην εις την άσπρην μπόλια της, παρηκολούθει διά του βλέμματος τον υιόν, όστις με υπόπτερον βήμα ανεπήδα τα χαλάσματα, σπεύδων προς τους συντρόφους του. Γύρω ηπλούντο αι σκιαί της νυκτός, προσδίδουσαι φανταστικήν όλως όψιν εις τας κατηρειπωμένας οικίας, εις τους ημικρημνισμένους τοίχους, εις τους σωρούς των χωμάτων και των ξύλων και των κεράμων, εις τους οποίους είχον μεταβάλει την πόλιν αι βόμβαι του εχθρού. Σιγή κι ερημία εβασίλευε πέριξ κι επάνω, εις τον σκοτεινόν ουρανόν. Μόνον, κατά σπάνια διαλείμματα ηκούοντο κάπου δειλοί ψίθυροι κι εφαίνοντο σκιαί ολισθαίνουσαι ανά τα χαλάσματα, προς τον φωτεινόν ναΐσκον του αγίου Σπυρίδωνος. Ήσαν αι γυναίκες, αι αδελφαί κι αι κόραι κι αι μητέρες των πολιορκουμένων, αίτινες επήγαινον με δάκρυα πύρινα και στηθοκτυπήματα, ν’ αναθέσουν εις τον πολιούχον άγιον τας πολυτίμους ζωάς των ανδρών της εξόδου.

Η Μαλάμω δεν συνηκολούθει εις τον ναόν. Έμενεν, εκεί, τηρούσα, την αγαλματώδη στάσιν της προ της θύρας και ατενίζουσα μακράν, ως να διέκρινεν ακόμη μέσα εις το σκότος τον υιόν της. Αίφνης όμως συνέσπασε τας οφρύς κι εν σπουδή εισήλθεν εις τον οικίσκον κι έκλεισε θορυβωδώς την θύραν όπισθέν της. Τ’ αναπηδήσαντα από τους οφθαλμούς της δύο δάκρυα δεν τα είδε κανείς, κανείς, ουδέ το σκότος, διότι ευθύς αι χειρίδες της τα εξήλειψαν. Διά σταθεράς χειρός ήναψε μικρόν κηρίον, ενέπηξεν αυτό επί του εδάφους, προ του εικονισματίου της και γονυπετήσασα ητένισεν αυτό ευλαβώς. Εις αυτήν την Σουλιώτισαν Παναγίαν, την οποίαν έσωσεν ημίκαυστον φεύγουσα εκ της Ρενιάσας κατά την πανωλεθρίαν του 1803, ενεπιστεύετο τον Ζάχον της. Δεν εζήτει μόνον να τον φυλάξη κατά την συμπλοκήν αλλά προ παντός να του χαρίση το ακατάβλητον των βράχων του Σουλίου, την ισχύν των εις τας κλεισωρείας των πνεόντων ανέμων, την ορμήν του χυνομένου προ των ποδών του Αχέροντος, διά να καταβάλη τον Ταχίρ Γιάτσην. Αυτός ήτο ο πόθος της. Διότι ο Ζάχος δεν επήγαινε μόνον να πολεμήση, αλλ’ είχε να εκπληρώση συγχρόνως και άλλην ιεράν και απαραίτητον εντολήν.

Ότε η Μαλάμω έλεγεν εις αυτόν να μη λησμονή τον Ταχίρ Γιάτση, δεν ωμίλει ως μήτηρ αλλ’ ως γυναίκα του Σπαθόγιαννου. Ωμοίαζε προς τον γέροντα εκείνον βασιλέα του μύθου, ο οποίος αφού είδε τον ένα μετά τον άλλον πολλούς υιούς του πορευομένους εις συνάντησιν του δράκου, του λυμαινομένου την χώραν του και μη επιστρέφοντας, ηναγκάζετο να ίδη και τον τελευταίον, τον μικρότερον κι ευμορφότερον, αναχωρούντα διά τον άφευκτον όλεθρον. Και ήτο τω όντι ο Ταχίρ Γιάτσης δράκος ακατάβλητος κι εξολοθρευτής της οικογενείας της Μαλάμως. Πρώτον πρώτον εφόνευσε τον άνδρα της διά να λάβη το περίφημον καρυοφύλλι του.

Τα καρυοφύλλι τούτο ήτο παλαιότατον και πολυτελές. Το ημισεληνοειδές κοντάκι του περιέβαλλε στενή αργυρά λωρίς· επί της μιάς αυτού πλευράς εφέρετο χρυσούν καρυόφυλλον, λεπτοτάτης εργασίας, κι επί της άλλης πλαξ αργυρά, αναγράφουσα το ιερόν σύμβολον και την αγέρωχον διαμαρτύρησιν του κλέφτου κατά του τυράννου του:

Πασά μου έχω το σπαθί,

Βεζύρι το ντουφέκι·

Κάλλιο να ζω με τα θεριά

Παρά να ζω με τούρκους.

Ο λύκος του, μαλαμοκαπνισμένος, παρίστανε κεφαλήν εχίδνης, με το δέρμα φολιδωτόν και οφθαλμούς πυριφλεγείς, αντικατεστημένους δι’ ερυθρών πετραδίων· όταν έφερε και τον πυρόλιθον, εφαίνετο με γλώσσαν προτεταμένην και στόμα ολάνοικτον, έτοιμος να καταπνίξη τον έχθρόν. Η κάννα του ενός και ημίσεος μέτρου μακρά, βαθμηδόν προς τα εμπρός παχυνομένη, εζώνετο ισχυρώς μετά του κοντακίου δι’ απτά παφηλίων καταχρύσων, επί των οποίων επιτήδειος τεχνίτης είχε σκαλισμένους τους πολέμους του φοβερού Στρατιώτου Κορκονδύλου Κλαδά κατά των Τούρκων κι εν αλληλουχία τας τεσσαράκοντα νίκας του δράκου της Κρόιας Γεωργίου του Καστριώτου.

Δεν ήτο όμως ονομαστόν τόσον διά την πολυτέλειάν του παρά διότι υπήρξεν όπλον του διασήμου αρματολού Σταθόγιαννου, ακμάσαντος κατά το 1687 μετά του Σουμίλα και Βαλαωρίτη, εις τας χείρας του οποίου έλαβε και το πρώτον βάπτισμα του πυρός. Εφημίζετο ακόμη και διά την βροντώδη φωνήν του διά της οποίας, ελέγετο εκ παραδόσεως, ότι ο αρματολός έτρεψεν εις φυγήν τεσσαράκοντα Γκέκιδες παρά την Κατούναν. Ήτο διά τούτο ο φθόνος των εχθρών και το καύχημα της οικογενείας ολοκλήρου.

Επί εκατόν και πλέον έτη μετέβαινεν από πατέρα εις υιόν, ως ιερά οικογενειακή παράδοσις, εξακολουθούν να τρέφεται με πυρίτιδα και σφαίρας και να στέλλη αδιακόπως τον εμφωλεύοντα εις τα στήθη του Χάρον αμείλικτον εις τους εχθρούς. Ούτω έφθασε μέχρι του Γιώργου Σπαθόγιαννου, ο οποίος το έφρερεν εντίμως, μέχρις ου ο Τόσκης, ενεδρεύσας παρά το Μαργαρίτι το ήρπασεν αφού ήρπασε και την ζωήν του.

Αλλ’ η τιμή της οικογενείας απήτει πάση θυσία να επανακτηθή το καριοφύλλι εκείνο. Αδιάκοπος και πεισματώδης αγών ήρχισε μεταξύ του Ταχίρ Γιάτση και της οικογενείας της Μαλάμως. Τέσσαροι υιοί της, ο ένας μετά τον άλλον, έτρεχον με τους κλέφτας ανά τα Άγραφα, αναζητούντες και συγκρουόμενοι μετά του Τόσκη. Αλλά ο ένας μετά τον άλλον εύρισκον όλοι τον θάνατον υπ’ αυτού. Αι συμφοραί αύται έπληξαν καιρίως την μητρικήν καρδίαν της Μαλάμως, αλλά δεν κατέβαλον την υπερηφάνειάν της. Ήδη πληροφορηθείσα ότι ούτος ήτο προ των τειχών της πόλεως, έστελλε τον τελευταίον υιόν της να συγκρουσθή μετ’ εκείνου. Κι ενώ τώρα γονυπετής εδέετο παρά την εικόνα και βυθισμένη εις το σκιόφως μόλις διέκρινε, την γαλήνιον μορφήν της Παρθένου, διελογίζετο μετ’ ανατριχίλας αλλά και αποφάσεως σταθεράς, εάν ο Ζάχος εφονεύετο, εις άλλην έξοδον αυτή η ιδία να σηκώση την ποδιάν, να ζωσθή τα όπλα και να πάγη να συγκρουσθή μετ’ εκείνου. Τι να κάμη; Αν δεν πάρη οπίσω, το καρυοφύλλι ν’ αποθάνη τουλάχιστον και αυτή, και ο Ταχίρ Γιάτσης να το φέρη, επαξίως πλέον, αφού κατρώθωσε να εξολοθρεύση ολόκληρον την οικογένειαν του Σπαθόγιαννου…

*

Εν τούτοις ο Ζάχος μ’ ελαφρόν και γοργόν βήμα, το σύνηθες εις τους κλέφτας, ηναγκασμένους να περιπατούν από λιθάρι σε λιθάρι ανά τα βουνά, διήλθε τους στενούς και πλήρεις χαλασμάτων δρομίσκους κι έφθασε προ της πλατείας των Καλυβοσπίτων. Η νυξ είχεν επέλθει προ πολλού σκοτεινή και ασέληνος. Η φρουρά υπό τον Ραζικότσικαν ηγρύπνει παρά τους γεωτοίχους και τους προμαχώνας. Όλοι, οπλίται και λαός, κατείχοντο υπό ανησύχου ανυπομονησίας. Ο γηραιός μαχητής Νότης Μπότσαρης, ακούραστος μετέβαινεν εναλλάξ από τούτους εις εκείνους, διά των συμπαθητικών λόγων του τους μεν ενθαρρύνων τους δε καθησυχάζων, και είτα επέστρεφε παρά το εκκλησίδιον της Αγίας Παρασκευής, όπου όρθιοι συνεσκέπτοντο περί της εξόδου ο Όσκος, ο Μακρής, ο Στουρνάρης, ο Βέικος, ο Κοντογιάννης και ο Λιακατάς.

Από της ημέρας του θριάμβου των Ελλήνων ναυτών η χαρά και το θάρρος των πολιορκουμένων δεν είχον όρια. Η εγκατάλειψις του Κιουταχή υπό του Τοπάλ πασσά και τα ονόματα του Μιαούλη, του Ανδρούτσου και του Αποστόλη, τα οποία εφέροντο μετά θαυμασμού και λατρείας ανά τα στόματα των πολιτών και των παλληκαρίων, εξήγειρον πολύ το φιλότιμον των οπλαρχηγών και περίστασιν εζήτουν ν’ αναδειχθούν και αυτοί. Ο Καραϊσκάκης είχε πλησίον το στρατόπεδόν του. Συνεννοηθέντες μετ’ αυτού απεφάσισαν εκείνην την νύκτα να επιπέσουν συγχρόνως κατά του αλβανικού στρατοπέδου και να επιφέρουν την τελείαν αυτού αποσύνθεσιν.

Ήδη η συμφωνηθείσα ώρα επλησίαζε. Τα διακόσια επίλεκτα παλληκάρια, τα προωρισμένα διά την έξοδον, είχον διέλθει την τάφρον κι έκειντο πρηνή, με το καρυοφύλλι εις την χείρα και το γιαταγάνι εις τους οδόντας, εις μακράν γραμμήν κάτω του υψηλού προχώματος των εχθρών, αντίπεραν της τάπιας του Μακρή. Από την ποικίλην αυτών ενδυμασίαν και τα καλύμματα της κεφαλής· από την διάταξιν των τσαπραζίων των, διεκρίνετο ενός εκάστου ο χαρακτήρ, η καταγωγή και ο ταϊφάς εις τον οποίον ανήκε. Το βλέμμα των, το οξύ και αλύγιστον και το ήθος των το αρρενωπόν, αι πληγαί και αι ρυτίδες εφανέρωνον ότι ήσαν οι άλλοτε λογάδες του Νικοτσάρα, μετά των οποίων ανήλθε και κατήλθε την Μακεδονίαν ακαταγώνιστος· του Γιάννη Σταθά οι φοβεροί καταδρομείς, δι’ ων εκαθάριζε τα πελάγη από παντός τουρκικού σκάφους και οι ένθερμοι σύντροφοι εις το πατριωτικόν κίνημα του Μπλαχάβα. Λείψανα άλλης εποχής και άλλων συμβάντων, αφού επότισαν την δούλην γην μ’ αίμα εχθρικόν και εις κάθε ράχην ήγειραν κιβούρι συντρόφου ή καπετάνου εξακουστού, τώρα έτρεχον ανάμικτοι με αδόκιμους επαναστάτας ν’ αποδώσουν την ελευθερίαν εις τους δούλους αδελφούς των. Εν μέσω του ποικίλου στρατού της επαναστάσεως, ούτοι ωμοίαζον προς θραύσματα αγγείου αρχαίας ελληνικής τέχνης, ανάμικτα με χάλικας της συγχρόνου αγγειοπλαστικής. Δεν απέβαλον όμως καθ’ όλου τον ζήλον και την καρτερίαν των· ήσαν οι ίδιοι πάντοτε, φοβεροί και ακαταγώνιστοι.

— Φωτιά ‘ς τον Αϊ Σημιό, καπετάνοι· είπε τις πλησιάσας ησύχως.

— Ναι φωτιά… κι άλλη φωτιά! επανέλαβον πολλοί εν σιγή.

Τω όντι εις μίαν ράχην του Ζυγού, όστις ηπλούτο σκοτεινός εξ ανατολών προς δυσμάς, κι έφρασσεν όλον τον αρκτικόν ορίζοντα από του βάθους της πεδιάδος μέχρι των άστρων, ανέλαμψαν αίφνης τρεις υψηλαί πυραί και ταυτοχρόνως αντήχησαν τρείς εκπυρσοκροτήσεις. Ήτο το σύνθημα το οποίον ανέμενον οι οπλαρχηγοί. Ο Καραϊσκάκης ειδοποιεί αυτούς ότι ήτο εκεί κι έπιπτεν ήδη κατά του εχθρού.

Ο Καραϊσκάκης δεν ήτο πλέον ο άξεστος κλέφτης, ο ζητών αρματολίκια εν τω βρασμώ της επαναστάσεως, και υβρίζων την κυβέρνησιν της πατρίδος του.

Το προ ενός έτους πάθημα του εις Αιτωλικόν είχε μεταβάλει αυτόν καθ’ ολοκληρίαν. Από διαβόλου, ως έλεγεν ο ίδιος, είχε γείνη άγγελος, εκδικητής της δεινοπαθούσης χώρας, υπέρμαχος της ελευθερίας ολοκλήρου λαού. Ήδη ο Μάρκος Μπότσαρης εκοιμάτο εν τω τάφω· ο Οδυσσεύς Ανδρούτσος είχε δολοφονηθή· του Κολοκοτρώνη ο αστήρ είχε θαμβωθή εκ της κακολογίας και αδέξιοι κυβερνήται διηύθυνον την επανάστασιν. Ενώ ο Μπραήμης εδήου από άκρου εις άκρον τον Μωρηάν και ο Κιουταχής την Ρούμελην, ο Καραϊσκάκης μόνος διεπλάσσετο φιλόπατρις και φιλόδοξος και, ως ο μαγνήτης τα ψήγματα του σιδήρου, το όνομά του είλκυε περί αυτόν θαυμαστάς και ήρωας, ετοίμους να τον ακολουθήσουν και εις τον Άδην. Τόρα έφερε μαζί του προς ανακούφισιν της κακοπαθούσης πόλεως στρατιάν εκλεκτήν, τον Βάσον με τους Μαυροβουνιώτας, τον Καρατάσσον με τους Μακεδόνας, τον Χατζηπέτρον με τους Ασπροποταμίτες, το Αρχοντόπουλον με τους Μωραΐτες και τον Χατζηχρίστον με το ιππικόν του. Κι ευθύς πριν ολόκληρος η φρουρά διακρίνη τας πυράς, αλαλαγμός και θόρυβος ασυνήθης ηκούσθη από του εχθρικού στρατοπέδου· πολλαί ταυτόχρονοι εκπυρσοκροτήσεις αντήχησαν, κλονίσασαι την γην· ηκούσθησαν φωναί απελπιστικαί, οι δε εντός των προχωμάτων ησθάνθησαν ωσεί σάλον απομεμακρυσμένης θαλάσσης πλησιάζοντα προς αυτούς. Τα παλληκάρια παρετήρησαν το εν το άλλο ωσεί συνεννοούμενα· μειδίαμα σαρκαστικόν ανεφάνη επί των χειλέων των, φανερώνον την περιφρόνησιν την οποίαν ησθάνοντο προς τους εχθρούς το δε βλέμμα των, το πλήρες θριάμβου, επρόδιδε την χαράν και την αγάπην ην έτρεφον προς τους έξωθεν ερχομένους αδελφούς των.

— Χτυπούν σαν μανιωμένοι λύκοι.

— Και οι τούρκοι φεύγουν σαν αρνιά.

— Φόβο που τον έχουν!

— Και θυμό οι δικοί μας!…

Τα παλληκάρια ήρχισαν ν’ ανησυχούν τώρα. Έσφιγγον τα όπλα των σπασμωδικώς, έστριφον τους μύστακας των αρειμανίως και ανυπόμονοι ωλίσθαινον βήμα προς βήμα εις τα προχώματα του εχθρού. Ο έξω θόρυβος της συμπλοκής ήρχισε να γαλβανίζη τας ψυχάς των· εστενοχωρούντο να μένουν άχρηστοι εκεί, ενώ ο Χάρος διέτρεχε το εχθρικόν στρατόπεδον με ταχύτητα ανεμοστροβίλου, σύρων όπισθεν του Μαύρου του σωρείαν πικραμένων ψυχών και οι αδελφοποιτοί των επήδων εν μέσω του τόσου φόνου φοβεροί. Δεν έλεγον όμως κανέν παράπονον.

Είιχον διδαχθή μαζί με την πολεμικήν τέχνην και την πειθαρχίαν εις τους ταϊφάδες, τας μόνας τότε στρατιωτικάς σχολάς, του γερω Δίπλα, του Μπουκουβάλα, του Ζίδρου, του Μιλιόνη, των εν αγνοία τούτων εκτελεστών της Παραδρομής του Φωκά και άξιων διαδόχων του Διγενή Ακρίτα. Εν πολέμω κι εν ειρήνη είχον την τακτικήν των, ζηλεμμένην τακτικήν κι εσέβοντο τους καπετάνους, τους οποίους αυτοί οι ίδιοι ανηγόρευον, εκτιμώντες την αξίαν και υπεροχήν των.

— Έτοιμοι, παιδιά; ηρώτησεν αίφνης, σιγά πλησιάζων προς αυτούς ο Μακρής.

— Έτοιμοι, καπετάνε.

— Εμπρός!…

Και συγχρόνως με την φωνήν ως δι’ ελατηρίου επήδησαν όρθια τα παλληκάρια, ετίναξαν με τας κεφαλάς τους δασείς τσαμπάδες των, εκίνησαν με το σώμα εις κλαγγήν τα τσαπράζια των, ωσεί φοβεράν προειδοποίησιν προς τους εχθρούς, εσταυροκοπήθησαν κι ευρέθησαν αίφνης όρθια μετά του γιγαντώδους αρχηγού των επί του εχθρικού προχώματος, ανήμεροι άγγελοι του φόνου και του ολέθρου.

*

Όπως δύο μεγάλοι ποταμοί, τείνοντες να συναντηθώσι, κατατρώγουν και παρασύρουν το προ αυτών χώμα, ούτω οι δύο στρατοί, οι έξωθεν ερχόμενοι και οι εκ της πόλεως, κατέστρεφον παν εμπόδιον κι επροχώρουν. Όπως δε, αφού συναντηθούν, αναμιγνύουν εν αφρώδει παφλασμώ τα θολά νερά των και τρέπονται προς τα εμπρός μετά μεγαλειτέρας ορμής, ούτω και ούτοι συναντώμενοι αντήλασσον το προσυμφωνηθέν σύνθημα κι έβαινον αδελφωμένοι και περιχαρείς κατά του εχθρού.

— Δαδί· εφώναζεν ο ένας, κρατών υψηλά το γιαταγάνι.

— Τσικούρι· απήντα ο άλλος.

Και τα χείλη εσταυρώνοντο εις αδελφικόν φίλημα, ενώ η χειρ κατέσφαζε τον πλησίον αλλόφυλον.

Συνέβαινεν εκεί ένα κράμα αγάπης και μίσους. Η έκφρασις του αγνοτέρου αισθήματος συνέπιπτε με την εκδήλωσιν αδιαλλάκτου έχθρας· η τρυφερωτέρα εκτέλεσις συνωδεύετο με θανατηφόρον κτύπημα. Η Πατρίς εν τη δόξη και τω μεγαλείω της συνεδύαζε το φίλημα και το αίμα.

Οι εχθροί είχον εγερθή του ύπνου έντρομοι και διεσκορπίσθησαν ατάκτως εδώ κι εκεί, ως άχυρα εις το φύσημα του ανέμου. Πολλοί έδραξαν τα όπλα ν’ αντεπεξέλθουν προς τον κίνδυνον αλλά το σκότος της νυκτός κι η εκ του ύπνου σύγχυσις, έκαμνον αυτούς να μη βλέπουν ότι έσφαζον τους ομοφύλους των. Εις τας αναλαμπάς των πιστολών αι οποίαι ηπλούντο ημισεληνοειδείς διά μίαν στιγμήν διεκρίνοντο λάρυγγες κατακομμένοι, κορμοί διχοτομημένοι, κεφαλαί οικτρώς ποδοκυλούμεναι και μορφάζουσαι κατά γης, βραχίονες και πόδες αδρανείς, χείρες συσφίγγουσαι μεταξύ ψυχρών δακτύλων την λαβήν αιματοβαμμένης μαχαίρας ή καπνιζούσης ακόμη πιστόλας, σώματα υπό τον αυτόματον των νεύρων οργασμόν ακέφαλα βαδίζοντα και κρημνιζόμενα αίφνης, οφθαλμοί ανοικτοί, εκπεπληγμένοι, ακίνητοι, όψεις χίλιαι κατακίτρινοι κι αιμοστάλακτοι. Κι εν μέσω τούτων των οικτρών χαλασμάτων λαμπρού στρατοπέδου, διεκρίνοντο τα παλληκάρια υπό ποικίλας ενδυμασίας και σώματα και όψεις και οπλισμούς αλλ’ υπό ενός αισθήματος, του μίσους κι ενός πόθου, της ελευθερίας συναντώμενα, να πηδούν καθ’ ομίλους είτε μοναχά παντού εις τα προχώματα, να εισέρχωνται εις τας σκηνάς, να κατατρέχουν τους φεύγοντας, ν’ ανακαλύπτουν τους κρυπτομένους, να συμπλέκονται με τους ανθισταμένους και πολλάκις να συγκυλίωνται με τους εχθρούς των κατά γης και να γρονθοκοπούνται και να μαλλιοτραβούνται και να κλωτσούνται μέχρις ου ξεψυχήσουν. Και οι οπλαρχηγοί μεταξύ των, εδώ ο υψηλόκορμος Μακρής και ο Λιακατάς ο κάλεσος, εκεί ο Βάσος, ο χαλκοπρόσωπος, παρέκει ο Χατζηπέτρος με την ασύγκριτη λεβεντιά του, πέραν το λαμπρό Αρχοντόπουλο με τα ζηλεμμένα νιάτα και την ολοφάνερη αρχοντιά του, αλλού ο Καρατάσος ο υπερήφανος, όλοι χρυσοφορεμένοι και αρματοστόλιστοι εφαίνοντο να τρέχουν παντού, δίδοντες το παράδειγμα της αφοβίας και της καταστροφής. Κι εμπρός όλων τούτων ο Αρχηγός με την ξηράν του όψιν και τον κόκκινον ντουλαμά του και τους μακρούς, αγριωπούς μύστακάς του, πλήρης θυμού κι έχθρας η οποία ανεπήδα εις πλημμύραν φωτός από τους μαύρους οφθαλμούς του, διεκρίνετο ανεμοταράττων και καταπλήττων τα εχθρικά πλήθη. Αντί ξίφους ή πιστόλας έφερε μόνον εις την δεξιάν βαρύ απελατίκι, το φοβερόν όπλον των παλαιών Απελατών, και το έσφιγγεν εις την νευρώδη δεξιάν του και το κατέφερεν εδώ κι εκεί με ταχύτητα αστραπής και αποτέλεσμα βρέμοντος κεραυνού. Έκαστον κτύπημα ήνοιγε κι ένα τάφον. Αν ήτο εκεί ο Διγενής θα ωμολόγει ότι ευρέθη ο ίσος του.

Από των προπόδων του Ζυγού μέχρι των τειχών και της λιμνοθαλάσσης πέραν ολόκληρος η πεδιάς είχε μεταβληθή εις Κόλασιν. Βοή και θόρυβος παντού· φωναί απειλητικαί και φωναί χαίρουσαι και φωναί παρακαλούσαι· γλώσσαι, οικτρώς μουρμουρίζουσαι υπό το κτύπημα και στεναγμοί και βόγγοι και θρήνοι και «ράι! ράι, καπετάνε! » από χιλίων στομάτων αντηχούν. Ο αδιάκοπος και ξηρός κρότος των λύκων των όπλων αντήχει ως ξηροί κάλαμοι να εκαίοντο πλησίον. Εν μέσω του σκότους εφαίνοντο οι σπινθήρες των πυρολίθων πλανώμενοι και διεκδικούντες την πληθύν και το φέγγος προς τα ιλαρά άστρα τ’ ουρανού. Ο λεπτός μεταλλικός ήχος τον οποίον παρήγαν τα γιαταγάνια πίπτοντα επί των κοκκάλων και ο βαρύς βρόντος των πυροβόλων, συνεμίγνυντο εις συμφωνίαν αγρίας μουσικής.

Ο Ζάχος διεκρίνετο μεταξύ των πρώτων εις την συμπλοκήν. Κενώσας το καρυοφύλλι του, το εκρέμασεν εις τον ώμον και φέρων εις την δεξιάν χείρα το γιαταγάνι εις δε την αριστεράν προτεταμένην ασημοπιστόλαν επροχώρει εν μέσω του εχθρού, κτυπών πανταχού και σφάζων. Μεταξύ των παλαιοτέρων κλεφτών αναφέρονται πολλοί οι οποίοι, άθυμοι πάντοτε και μελαγχολικοί ανελάμβαναν ευθύς την ευθυμίαν και την χάριν των μόλις ωσφραίνοντο πυρίτιδα και ήκουον σφαίραν συρίζουσαν πλησίον των. Ο Οδυσσεύς ηδυνήθη προσδεδεμένος εις τον ιστόν της νηός του ν’ ακούση ατάραχος το άσμα των Σειρήνων. Ο κλέφτης όμως εις την ποδοβολήν μάχης και την όσφρανσιν πυρίτιδος δεν ηδύνατο να συγκρατήση τον εαυτόν του· αν ήτο εις φυλακήν ετρύπα τους τοίχους, κατέθραυεν αν ειχε σίδηρα κι έτρεχεν εκεί. Μόλις δ’ έφθανεν εμεθύετο, παρεφέρετο, εκτύπα εδώ κι εκεί ως τυφλός, φωνάζων εις τους εχθρούς διά να τους γνωστοποιήση την παρουσίαν του, συρίζων και δεν απεσύρετο ειμή διά της βίας παρά των συντρόφων του. Ο Ζάχος ήτο τοιούτος κατά τον χαρακτήρα. Οι γεροντότεροι έλεγον περί αυτού ότι και αν δεν ήτο γνωστός ως εγγονός του αρματολού Σπαθόγιαννου, αυτή μόνη η έξις του ήρκει να τον φανερώση. Ο καπνός της μάχης τον εμέθυεν· η θέα του εχθρού εξήγειρεν εις την ψυχήν του άγρια ένστικτα μη ικανοποιούμενα ειμή δι’ αίματος πολλού· η συμπλοκή είχε δι’ αυτόν απαράμιλλα θέλγητρα και τον παρέσυρεν, ως η θάλασσα τον κολυμβητήν. Ο Ζάχος και τώρα ούτω παρασυρθείς υπό του πάθους του είχε λησμονήσει όλους και τον εαυτόν του και της μητρός του τους λόγους. Εκτύπα τον εχθρόν κι εξεστόμιζε πότε φοβεράς βλασφημίας και χονδράς ύβρεις, χειροτέρας από της γιαταγανιές του, πότε εσύριζε διατόρως ως δήθεν εις κοπάδι δειλών προβάτων και πότε ετραγωδούσε ερωτικά δίστιχα:

Τ’ έχουνε τα ματάκια σου π’ όταν με βλέπουν κλαίνε

Κι’ αν έχουνε παράπονο γιατί δε μου το λένε…

Αίφνης εστάθη ακροώμενος. Εν μέσω του τόσου κτύπου και θορύβου, μεταξύ μύριων εκπυρσοκροτήσεων, η εξησκημένη ακοή του κλέφτου διέκρινε μακράν, προς αριστερά, μίαν εκπυρσοκρότησιν διαφέρουσαν κατά πολύ των άλλων. Ευθύς ανετριχίασεν όλος· αι δασώδεις ούλαι οφρύς του συνεπυκνώθησαν· το μέτωπόν του εσκυθρώπασεν, ο δε κατάμαυρος και μακρύς τσαμπάς του συνεστράφη επί των ωμοπλατών, ως χαίτη λέοντος πληγέντος καιρίως. Εγνώριζε πολύ καλά τον ήχον του όπλου εκείνου. Τον είχεν ακούσει άλλοτε, ότε μαζί με τον τελευταίον αδελφόν του, εις τον ταϊφάν του Τσόγκα ευρισκόμενος, συνεκρούσθη προς τους τουρκαλβανούς.

— Ακούς; εκείνο ένε το καρυοφύλλι του παπού· μην το ξεχνάς! του εσύστησεν ούτος πριν φονευθή από τον Ταχίρ Γιάτση.

Το ήκουε πάλιν τώρα μετά δέκα έτη, και ανεγνώριζε τον ήχον, αν και δεν εγνώριζε το όπλον ειμή κατά παράδοσιν. Κι ευθύς, ως εν ονείρω παρεστάθησαν ενώπιόν του ο πατήρ με την ανοικτήν πληγήν του εις την πλευράν, οι τέσσαρες αδελφοί του αιματόβρεκτοι, η μήτηρ του δεικνύοντες προς αυτόν, εις το βάθος της μάχης, εν μέσω πτωμάτων και καπνού και συντριμμάτων, μεταξύ ποταμού αίματος και κοπτερών λεπίδων και απειλητικών πυροβόλων που το εφύλασσον, ως το χρυσόν μήλον του παραμυθιού, ένα κατακαπνισμένον καρυοφύλλι. Και μετ’ ολίγον ακόμη διέκρινε μέσω αργυράς ομίχλης αυτόν τον ίδιον Σπαθόγιαννον, τον πρώτον του γενάρχην, ιστάμενον ως πύργον θεμελιωμένον προ αυτού, με τον βαρύν οπλισμόν της εποχής του, τον μακρόν κατάλευκον τσάμπα του, τους μεγάλους μύστακας, την ιερακωτή μύτη, τους λάμποντας οφθαλμούς, τας μακράς αγκυλωτάς βλεφαρίδας και τας πυκνάς οφρύς συνεσπασμένας, τους ρωμαλέους ώμους και το πλατύ και λάσιον στήθος του. Δεν τον είχεν ιδή ποτέ αλλ’ υπέθετεν ότι τοιούτος τις, μέγας καθόλα θα ήτο ο διάσημος αρματολός. Από το βλέμμα του το πύρινον, από την στάσιν του την αυστηράν και το θλιμμένον ήθος του εμάντευεν ο Ζάχος ότι και ούτος παρίστατο εκεί ζητών απ’ αυτόν το όπλον του. Κι ενώ έμενεν ακίνητος υπό τας εντυπώσεις της όψεως εκείνης, έφθασεν εις την ακοήν του και δευτέρα εκπυρσοκρότησις ομοία της πρώτης.

— Το καρυοφύλλι του Σπαθόγιαννου! είπε, στραφείς προς τους συντρόφους του.

Και ως να του έβαλαν πτερά εις τους πόδας, ο νεαρός αρματολός ετράπη ακράτητος προς το μέρος όθεν ήρχετο η εκπυρσοκρότησις.

*

Τω όντι εκεί συνεκροτείτο πεισματώδης αγών μεταξύ των Τόσκων κι ευαρίθμων κλεφτών. Ο στρατός του Κιουταχή συνέκειτο από διάφορα Αλβανικά φύλα υπό τον Ταχίρ Αμπά, τον Ισμαήλ Πλιάσαν, τον Σούλτζα Κόρτζαν, τον Άγο Βασάρην και τον Ταχίρ Γιάτσην, ο οποίος ήτο αρχηγός και ομόφυλος των Τόσκων. Οι Τόσκοι εχωρίζοντο από τους λοιπούς Αλβανούς διά μίτους αδιαλλάκτου, ένεκεν πατροπαραδότου διαφοράς και θρησκευτικών δοξασιών· εις τα στρατόπεδα όπου ευρίσκοντο μαζί, πάντοτε συνεκρούοντο και εις τας μάχας διετέλουν εις λυσσώδη και τυφλήν άμιλλαν μεταξύ των. Οι Τόσκοι τώρα ιδόντες ότι οι λοιποί δεν ηδυνήθησαν να υπομείνουν την αιφνιδίαν επίθεσιν των Ελλήνων, ηθέλησαν να φανούν έστω και με θυσίαν των υπέρτεροι και απεπειράθησαν εξ εφόδου να κυριεύσουν τους προμαχώνας του Φραγκλίνου και του Μπότσαρη, τους οποίους υπέθετον αφυλάκτους. Αλλ’ η φρουρά της πόλεως και οι πολίται, σπεύσαντες με αξίνας και πελέκεις, ηνάγκασαν αυτούς ν’ αποσυρθούν. Έμειναν ούτω εντός των οχυρωμάτων των κι εκείθεν ήρχισαν ζωηρόν πυρ κατά των γεωτοίχων.

Ότε ο Ζάχος έφθασε πλησίον των Τόσκων, η νυξ ήρχισε να ολιγοστεύη. Το γλυκοχάραγμα ανεφαίνετο με τα θελκτικά χρώματά του άνωθεν της Βαράσοβας, της οποίας η ανώμαλος κορυφή εκιτρίνιζεν ως από ήλεκτρον σκεπασμένη. Οι εκ του φρουρίου οπλαρχηγοί εκάλουν ήδη τους στρατιώτας των διά βραχνών σαλπίγγων να παύσουν την σφαγήν και απεσύροντο καθ’ ομάδας εντός των τειχών, συναποφέροντες πλούσια λάφυρα. Ο Καραϊσκάκης επέστρεφεν εις τ’ απρόσιτα βουνά του· μόνον το ιππικόν του Χατζηχρήστου παρέμενεν εις τους πρόποδας του Ζυγού γαύρον επί των εντόνων ίππων του και συνωφρυωμένον υπό τα βαρέα ταραμπουλούκια της κεφαλής, της ενδυμασίας και του οπλισμού τον ποικίλον κόσμον, προτείνον τα μακρά κοντάρια με τα χρωματιστά φλάμπουρα των, ως Μακεδονική φάλαγξ τας λαμπράς σαρίσσας της, έτοιμον να ματαιώση ενδεχομένην καταδίωξιν των Αλβανών· οι φυγάδες στρατιώται του Κιουταχή στεγνοί εκ του φόβου, επανήρχοντο εις τας τάξεις των και μόνον οι Τόσκοι μετά των κλεφτών εξηκολούθουν ακόμη λυσσωδώς αγωνιζόμενοι.

— Ορέ, Ταχίρ Γιάτση! αυτού ήσαι ορέ;… εφώναξεν αίφνης, καταφθάσας ο Ζάχος.

— Εδώ — για! απήντησε βροντώδης φωνή από του εχθρικού προχώματος.

— Έβγα, ορέ, να πολεμήσουμε οι δυο· τα παλληκάρια δεν κρύβουνται στο μετερίζι.

— Και ποιος ήσαι συ, μωρέ;

— Είμ’ ο Σπαθόγιαννος!…

Ηκούσθη βόγγος, βόγγος βαρύς ωσεί λέοντος ενοχλουμένου εν τη ραθυμία του, από του εχθρικού προχώματος. Και συγχρόνως εφάνη επ’ αυτού αρματοστόλιστος, εις την αριστεράν κρατών μακρύ καρυοφύλλι, μεγαλόσωμος ανήρ, ως ανδριάς μυθικού ήρωος εποπτεύοντος την αφιερωμένην χώραν κι έτοιμος να επέλθη εναντίον των επιδρομέων. Υπό το αβέβαιον φως της χαραυγής ο γέρων Τόσκης ισχνός, τραχύς, με πρόσωπον μακρύ, ιερακωτήν μύτη, οφθαλμούς, σπινθηρίζοντας, μακράν γενειάδα, ευρύ μέτωπον και κόμην ξυρισμένην εμπρός και πίπτουσαν εις τσαμπάν ψαρόν επί των ώμων, διεκρίνετο φέρων απαράλλακτον τον τύπον της φυλής του.

Οι χρόνοι είχον χαράξει βαθείας ρυτίδας επί του προσώπου του και οι αδιάκοποι πόλεμοι μαύρας πληγάς καθ’ όλον του το σώμα. Δεν υπέκυπτεν όμως ούτε εις τους χρόνους ούτε εις τους πολέμους αλλ’ έμενεν ακατάβλητος, ως βράχος βλέπων περιφρονητικώς τας καταιγίδας επερχομένας άνωθέν του. Η ψυχή του ήτο ακόμη γεμάτη από νεανικον σθένος· οι βραχίονές του πλήρεις ρώμης, τα νεύρα του εν αδιακόπω οργασμώ διά τον πόλεμον και την ταραχήν. Την απαράμιλλον ανδρείαν του Ταχίρ Γιάτση εξυμνούν ακόμη τ’ αλβανικά τραγούδια, παρομοιάζοντα αυτόν με τον Ισραφείλ, τον άγγελον των ψυχών του Μωαμεθανικού νεκροκόσμου.

Οι κλέφται, οι τιμώντες πάντοτε την ανδρείαν, είτε μεταξύ των ομοφύλων είτε μεταξύ των εχθρών την εύρισκον, έπαυσαν ευθύς τους πυροβολισμούς. Και οι Τόσκοι, οι άξιοι αυτών αντίπαλοι, τους εμιμήθησαν προθύμως.

Διότι κατέναντι του Ταχίρ Γιάτση, επί άλλου προχώματος, πνέων οργήν κι εκδίκησιν, ίστατο ο Ζάχος εις τα νύχια, ως πετρίτης ανυπόμονος να πετάξη εις τα ύψη κι εκείθεν να επέλθη ορμητικός κατά της λείας του. Ότε επήδησεν εκεί, τ’ αργυρά του άρματα εβρόντησαν θορυβωδώς, ως να εκινήθη ολόκληρον χαλκείον υπό σεισμού. Οι εχθροί δεν εχόρταινον καμαρώνοντες την υπερήφανον στάσιν του, το βλέμμα του, το οξύ και αλύγιστον, το μέγα και κανονικόν σώμα του. Αι ακτίνες της αυγής, παίζουσαι επί των τσαπραζίων του έκαμνον ν’ αναδίδη αίγλην πολύχρωμον, ωσάν παγώνι δροσολουσμένον επί φραγής.

Οι δύο αντίπαλοι ανεμέτρησαν ο ένας τον άλλον από κεφαλής μέχρι ποδών. Το βλέμμα των διεσταυρώθη πλήρες μίσους· δι’ ενός κινήματος ύψωσαν τα καρυοφύλλια κι επυροβόλησαν. Αλλά μόνον από του όπλου του Ταχίρ Γιάτση εξήλθε μετά συριγμού η σφαίρα γλείψασα ελαφρά τον αριστερόν ώμον του αρματολού και ματώσασα το υποκάμισον. Το καρυοφύλλι του Ζάχου έδωκε ξηρόν μόνον κρότον και δεν εξεπυρσοκρότησε. Μέσα εις την τόσην λύσσαν επί τη όψει του ασπόνδου φονιά δεν ενθυμήθη το παλληκάρι ότι από της αρχής της συμπλοκής δεν είχε γεμίσει πλέον το όπλον του.

— Ρίξε πάλε, μπρε!… εφώναξε προς αυτόν ο Ταχίρ, ακίνητος εις την θέσιν του, προτείνων τα στήθη ως σημάδι του αντιπάλου του.

— Όχι· απήντησε μανιώδης ο Ζάχος.

Κι έρριψε το καρυοφύλλι μακράν, προς τους συντρόφους του. Έσυρον τότε τα γιαταγάνια κι εβάδισαν εναντίον αλλήλων με αργόν βήμα, με μάτι σταθερόν, παίζοντες τας λαμπράς λεπίδας εμπρός, κατά μέτωπον ο ένας τ’ αλλουνού. Ο Ταχίρ έκυπτεν· ο Ζάχος ορθόνετο· έκυπτεν ο Ζάχος, ορθόνετο ο Ταχίρ. Έκλινεν ο ένας αριστερά· επήρχετο ο άλλος δεξιά τρομερός, ακράτητος. Αι λεπίδες έθιγον την γην κι αίφνης επέτων άνω, ως σαϊτόφιδα λαμποκοπούσαι και μανιωδώς συρίζουσαι, ανυπόμονοι, και αύται να κόψουν κρέας, να λιανίσουν κόκκαλα.

Οι δύο μονομάχοι εβόγγουν, ήσθμαινον, υβρίζοντο, εκάγχαζον ως δύο λυσσασμένοι σκύλοι οι οποίοι μη έχοντες άλλους να τους ερεθίσουν φροντίζουν διά γκρινιασμάτων να ερεθισθούν μεταξύ των.

— Πού ‘ς το Σαϊτάνι φύτρωσες, μπρε! έλεγεν ο Ταχίρ εμπαικτικώς.

— Εκεί που δεν έσπειρες· απήντα ο Ζάχος βράζων από τον θυμόν.

— Τώχει, μπρε, η μάνα σου;

— Τώχει μα δε ‘ς το δίνει.

— Έμεινε κι’ άλλος από σας να με σκοτώση;

— Θα σε σκοτώσω ατός μου!

— Εσύ δε φελάς…

Και με τον λόγον ο Ταχίρ έφερεν από τα δεξιά διά χαμηλής, ισογείου σχεδόν κλίσεως εις τ’ αριστερά το γιαταγάνι και αναταθείς κατέφερεν αυτό αστραπιαίως επί της κεφαλής του Ζάχου. Αλλ’ όσον επιτηδείως, όσον υπούλως και ταχέως ενήργησεν ο αλβανός, το παλληκάρι εμάντευσεν ευθύς εξ αρχής τον σκοπόν του κι αι δύο λεπίδες συνηντήθησαν υψηλά άγριαι, φοβεραί, λυσσασμέναι. Ωχροκίτρινοι σπινθήρες ανεπήδησαν μετά φλογός εις τον σκιερόν αέρα, θλιβερόν κλάγκασμα αντήχησε και οι μονομάχοι κατέβασαν τα ξίφη των ελεεινά, κατεστραμμένα, ανίκανα διά την πάλην πλέον.

— Έχεις τύχη, τσογλάνι!… εφώναξεν εμπαικτικώς ο αλβανός, ρίπτων μακράν το γιαταγάνι του.

— Κι’ αν δεν έχω την κερδίζω! απήντησε με αυτοπεποίθησιν ο αρματολός.

— Φαίνεσαι νηστικός, δόλιε…

— Θα φάγω εσένα… κερατά!…

Και ορμήσας λυσαλέος ο Ζάχος συνέσφιγξεν εις τους βραχίονας του τον Ταχίρ. Τότε ήρχισε μεταξύ των ο πεισματωδέστερος αγών. Ο Χάρος και ο Τσοπάνης δεν επάλαισαν τόσον σφοδρώς εις το μαρμαρένιο αλώνι, ούτε οι σαράντα δράκοι μετά τόσου θορύβου εις το τρίστρατο διά τα γλυκά μάτια της Πεντάμορφης. Εμάζευον τους βραχίονας και συνεσφίγγοντο ως διά σιδηρών ζωνών μέχρις αποπνιγμού. Τα μακρά υπόκυρτα κοντάκια των ασημοπιστολών, αι κοκκάλιναι λαβαί των μαχαιρών κι αι σφαιροειδείς των χαρμπίων, ανορθωμέναι επί των σελαχίων κατέτρωγον και ηπείλουν να τρυπήσουν τα στήθη των. Εις το αντιπάτημά των η γη ανετάραζεν υποκώφως δουπούσα· το διακοπτόμενον άσθμα, τας ανακραυγάς και τους βόγγους των διετράνουν τα γειτονικά βουνά εις ήχους κανονίου· αι θήκαι των γιαταγανιών των πλήρεις μεταλλίνων κοσμημάτων, αναπαλλόμεναι και κτυπώσαι εδώ κι εκεί επί των τσαπραζίων και των αρμάτων των εκλάγγαζον θορυβωδώς.

Οι κλέφται και οι Τόσκοι, στηριζόμενοι επί των όπλων των, παρηκολούθουν σκεπτικοί την πάλην. Ως να είχον συνομολογήση επισήμως ανακωχήν, συνωμίλουν ήδη φιλίως και αντήλλασσον τας καπνοσύριγγας και τας κρίσεις των επί των κινήσεων των δύο μονομάχων.

— Είνε ασλάνι ο Ταχίρ· έλεγον οι Τόσκοι.

— Και ο δικός μας είνε δράκος· προσέθετον οι κλέφται,

— Και οι δύο ασλάνια φοβερά!…

Η διεξαγομένη πάλη είχε διαδοθή καθ’ όλον το αλβανικόν στρατόπεδον. Τσάμιδες, Λιάπιδες, Γκέκιδες, Σέρβοι, Βούλγαροι, άλλοι εκ θαυμασμού προς την ανδρείαν άλλοι εκ περιεργείας, συνέρρεον εκεί επί των λοφιδίων και των προχωμάτων θεώμενοι απλήστως. Το φως της ημέρας, αδιακόπως αυξάνον, εφώτιζε τώρα ευκρινώς τα δασώδη βουνά του Ζυγού, το πολύχρωμον αλβανικόν στρατόπεδον με τας σκηνάς και τας σημαίας και τα λάβαρά του, φοβεριστικώς ανακινούμενα υπό του πρωινού άνεμου, τ’ αμαυρά τείχη και τους προμαχώνας της πόλεως πλήρεις θεατών, την λιμνοθάλασσαν κατάλευκον, στιζομένην πού και πού υπό των νησιδίων κι εν τω μέσω τούτου του ήμερου πλαισίου τους δύο μονομάχους ανημέρως παλαίοντας. Δύο φοράς ο Ταχίρ Γιάτσης έσυρε τον αντίπαλον μέχρι του οχυρώματός του. Άλλας τόσας ο αρματολός πλησίον του ιδικού του. Ούτε ο ένας όμως ούτε ο άλλος επέτρεψεν εις τους συντρόφους την επέμβασιν είτε την βοήθειάν των. Και οι δύο είχον εννοήσει εξ αρχής της συμπλοκής ότι ήσαν παλληκάρια άξια εαυτών. Και με την ακριβή εκτίμησιν την οποίαν δίδουν πάντοτε προς τους ίσους των οι αληθείς μαχηταί, εσέβοντο την ανδρείαν των κι ήθελον να καταβάλη ο ένας τον άλλον μόνος, διά των ιδίων του δυνάμεων. Και ανεκινούντο και αντεπάτουν κι εβεργολυγίζοντο· επήγαινον εμπρός, επισωπάτουν ωρθούντο επί των ονύχων, εγονάτιζον μία έρριπτεν όλον τον όγκον του σώματός του ο ένας επί του άλλου, ίνα τον λυγίση· μία αίφνης τον εσήκωνε ίνα τον ελαφρώση και τον εύρη ούτως απρόσεκτον αλλά ματαίως. Και οι δύο όπως ήσαν ίσοι κατά την ανδρείαν και την ρώμην τόσον ίσοι ήσαν και εις τα πολεμικά τερτίπια. Το πολύπειρον και δόλιον πνεύμα του αλβανού ήρχετο ευθύς κι εξουδετέρου το μίσος και τη φυσική θυμοσοφία του έλληνος ώστε δεν έκαμνον άλλο παρά να συμπληρώνη ο ένας τας ελλείψεις και τα μαθήματα του άλλου. Πολλάκις προσεπάθησαν ν’ απαλλάξουν τας χείρας και ν’ αρπαχθούν πάλιν από τ’ άρματα αλλ’ η δυσπιστία είχεν εξεγερθή αυτόκλητος και εις τους δύο και καθενός οι βραχίονες εχρησίμευον ως σιδηραί λαβίδες διά τους βραχίονας του άλλου.

Αίφνης εστάθησαν εις το μέσον με ημιάνοικτα σκέλη. Οι πόδες των ακίνητοι εφαίνοντο ριζώσαντες εις την γην και μόνον οι σφικτοαγκαλιασμένοι κορμοί των, συμπαγείς εις μίαν και μόνην μάζαν ανεκινούντο μικρόν, ως δύο μεγάλοι κυπάρισσοι, σφικτοδεμένοι των οποίων μόλις κατορθόνει να κινήση τα φύλλα το ορμητικόν φύσημα.

Ούτω επάλαισαν επί πολύ ακόμη. Αι κεφαλαί των εκινούντο δεξιά και αριστερά κι εκολλώντο αι σιαγόνες των με απειλητικούς τους οδόντας επί των ώμων, επί του τραχήλου, επί του προσώπου και των βραχιόνων, ανοίγουσαι φοβερά αιμάτων λακκώματα. Το ταραμπουλούκι του αλβανού και το πόσι του κλεφτού είχον πέσει κατά γης ποδοκυλισμένα και οι πλούσιοι τσαμπάδες ανεστρέφοντο και συνεπυκνούντο επί των κεφαλών και των ώμων κι επιάνοντο επί των κιουστεκίων και συνεμίγνυντο αι αργυραί τρίχες του Τόσκη με τας μαύρας του Ζάχου, εν φοβερά κι εχθρική αδελφοποιήσει· τα ενδύματά των έπιπτον εις ράκη· το αίμα, ανάμικτον μετά ιδρώτος, έτρεχεν εις αύλακα· τα πρόσωπα είχον τελείως αλλοιωθή εκ του κόπου και της οδύνης· τα κόκκαλά των έτριζον, ως στελέχη οξυών αναρπαζομένων υπό θυέλλης.

— Άφσε με.

— Άφσε με και συ.

— Να…

Οι δύο αντίπαλοι ωπισθοδρόμησαν αίφνης ολίγα βήματα αποχωρισθέντες. Πριν όμως οι πέριξ θεαταί προφθάσουν ν’ απορήσουν διά τούτο, είδον αυτούς πάλιν με τα μακρά χαρμπιά εις χείρας επιπίπτοντας κατ’ αλλήλων μετά τόσης σφοδρότητος, ώστε επίστευσαν ότι θα εσκορπίζοντο εις κόνιν εκ της συγκρούσεως. Ο Ταχίρ μεγαλόσωμος, υψηλά κρατών το φοβερόν χαρμπί του, έσπευδε να το κατεβάση από του ώμου μέχρι της κοιλίας κι ήδη επλάκωνεν επάνω του αρματολού ως κατάμαυρο σύγνεφο φέρον την καταιγίδα επί της αβράς χλόης λειβαδίου. Ο Ζάχος πρώτην φοράν επί της ζωής του ερρίγησεν ήδη. Από την όψιν και την φοράν του αντιπάλου του ηννόησεν ότι έφθασεν ο έσχατος κίνδυνος κι εμαζεύθη τολμηρός και άγρυπνος, κάτω κρατών την δεξιάν χείρα κι επ’ αυτής όρθιον το χαρμπί και μόλις ησθάνθη πλησίον τον αντίπαλον ανετινάχθη ολόσωμος κι εσούβλισε τον θώρακα και την καρδιά του αλβανού πέρα πέρα. Κρουνός αίματος επήδησεν από του στόματος του Ταχίρ Γιάτση και το γιγάντειον σώμα του εξηπλώθη επί της γης μετά βρόντου, ως αμάξιον φορτηγόν κατά κρημνού.

— Σκύλε! μώφαγες όλη τη γενηά! είπεν ο Ζάχος, πηδών επάνω του εν θριάμβω.

*

Η Μαλάμω παρηκολούθει από του γεωτοίχου την πάλην με αγωνίαν. Οι οφθαλμοί της καθ’ όλην την ώραν έμενον προσηλωμένοι εκεί, ακίνητοι, ως του ατενίζοντος τον Αέρα, την εκκλησιαστικήν σινδόνην, ην οι ιερείς ταλαντεύουν άνω της αγίας Τραπέζης κατά την ώραν του Πιστεύω, ίνα συγχωρηθώσι τ’ αμαρτήματά του. Εις κάθε κίνημα του Ταχίρ Γιάτση, εις κάθε κτύπημα, το οποίον ητοιμάζετο να καταφέρη ούτος κατά του Ζάχου, η Μαλάμω ερρίγει από κεφαλής μέχρι ποδών. Ενόμιζεν ότι επόνει η ιδία εκ της συσφίγξεως την οποίαν υφίστατο ούτος υπό τους ρωμαλέους βραχίονας του Ταχίρ. Τα λάμποντα ξίφη και τα χαρμπιά των παλαιόντων διεπέρων την καρδίαν της. Ότε τέλος είδε τον Ταχίρ Γιάτσην εξηπλωμένον και τον Ζάχον όρθιον άμα και λακτίζοντα αυτόν, ανέδωσε φωνήν θριάμβου, διάτορον.

— Γεια σου, μωρέ γιε!… Κι επήδησε του γεωτοίχου, σπεύδουσα προς την Πύλην.

Αλλά δεν εφώναξε μόνον αυτή. Μύριαι φωναί φρενήρεις και πυροβολισμοί ισάριθμοι ανέβρασαν από του τείχους, χαιρετώντες τον θρίαμβον του αρματολού.

Ο Ζάχος ήδη επέστρεφε μετά των συντρόφων του εις την πόλιν, φέρων το καρυοφύλλι του αρματολού, το παλλάδιον τούτο της οικογενείας του και ως λάφυρον τα τσαπράζια του Ταχίρ Γιάτση. Οι Αλβανοί, από τας τάξεις των οποίων διήρχετο, ουδ’ εσκέφθησαν καν να τον εμποδίσουν. Εθαύμαζον τόσον την ανδρείαν και την ρώμην, ώστε αν η απώλεια διακεκριμένου αρχηγού δεν τους κατέθλιβε, θα εχαιρέτων και ούτοι δι’ αλαλαγμού και πυροβολισμών τον νικητήν.

Προ της Πύλης του γεωτοίχου οι οπλαρχηγοί, η φρουρά, ο λαός όλος, κατενθουσιασμένοι, ανέμενον τους ευαρίθμους κλέφτας. Αι γυναίκες εδείκνυον εις τα τέκνα των τον Ζάχον ως πρότυπον ανδρείας και οικογενειακής τιμής· τα παλληκάρια τον εζήλευον· αι λυγεραί ησθάνοντο την καρδίαν των κάπως σπαρταρίζουσαν δι’ αυτόν οι Σουλιώται τον εφθόνουν. Η Μαλάμω εν μέσω αυτών, ασθμαίνουσα εκ της ανυπομονησίας, μόλις συνεκράτει την χαράν της. Άμα διέκρινε μακρόθεν τον Ζάχον, έτρεξε προς αυτόν και ήρπασε το καρυοφύλλι εκ των χειρών του. Ενώ δε οι άλλοι συνέρρεον περί αυτόν ερωτώντες, ψηλαφούντες και θαυμάζοντες· ενώ οι συστρατιώται του τον ησπάζοντο και οι οπλαρχηγοί του έσφιγγον φιλίως την χείρα και τον εφίλουν επί του μετώπου, η Μαλάμω εις ουδέν άλλο προσείχεν ειμή εις το καρυοφύλλι. Δι’ αυτό είχε χάση τον άνδρα και τέσσαρας υιούς, τέσσαρας λεβέντας εκεί, πανώρηα κυπαρίσσια του οίκου της· δι’ αυτό είχε μείνει άγρυπνος νύκτας ολοκλήρους, χύνουσα κρουνούς δακρύων, και είχε χάση η οικογένεια την λαμπρότητά της. Και τώρα, ότε το έβλεπεν εις τας χείρας της, ότε το απέκτα πάλιν, ενόμιζεν ότι ανεύρισκε διά μιας όλα. Το κατεφίλει παντού, επί του κοντακίου, επί της κάνης, επί του λύκου, επί των παφηλίων· το έσφιγγε σπασμωδικώς επί της καρδίας της· το εψηλάφει, απαλά απαλά, φοβουμένη μήπως πονέση, και του ωμίλει ενίοτε ως να ήτο έμψυχον.

— Δε φιλείς και τον γιο σου, κυρά; είπεν εις αυτήν ο Μακρής.

Η Μαλάμω εστάθη εις την φωνήν, ωσεί τότε εξυπνήσασα. Έστρεψε το βλέμμα πέριξ, ητένισε τον υιόν της, ο οποίος της εφάνη παραπονούμενος διά την προτίμησιν εκείνην.

— Τόρα έχω δυό γιους· είπεν υπερηφάνως.

Και περιβαλούσα διά της αριστεράς χειρός τον Ζάχον, έσφιξεν αυτόν και το καρυοφύλλι εις τον κόλπον της, φιλούσα και τα δύο μετά της αυτής ορμής.

1887

http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/karkabitsas_dihg.htm#%CE%A3%CE%A0%CE%91%CE%98%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%9F%CE%A3

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ