«ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ, ΕΠΙΚΑΙΡΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ»

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΣΗΜΕΙΑ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ

ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ. ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ

ΚΑΤΑ ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΜΕ ΘΕΜΑ: 

«ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ, ΕΠΙΚΑΙΡΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ»

ΣΤΟ ΙΔΡΥΜΑ ΠΕΤΡΟΥ & ΜΑΡΙΚΑΣ ΚΥΔΩΝΙΕΩΣ ΣΤΗΝ ΑΝΔΡΟ

 

Άνδρος, 27.7.2019

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: ΕΝΑΣ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ 

ΤΗΣ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΜΑΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

 

Θέλω να ξεκινήσω τον -κατ’ ανάγκην σύντομο- χαιρετισμό μου αναδεικνύοντας, με απόλυτη ειλικρίνεια, τα αισθήματα τιμής και συγκίνησης που με διακατέχουν, κατά τα εγκαίνια αυτής της, μεταφορικώς και κυριολεκτικώς, εμβληματικής έκθεσης έργων του Μεγάλου Έλληνα Γιάννη Τσαρούχη.  Και χαίρω ιδιαιτέρως διότι, υπό την ιδιότητά μου ως Προέδρου της Δημοκρατίας, μου παρέχεται η ευκαιρία να εκθέσω τις ακόλουθες λίγες σκέψεις, οι οποίες αφορούν όχι αυτό τούτο το έργο του Γιάννη Τσαρούχη -μακράν εμού τέτοια φιλοδοξία, όταν τόσοι άλλοι, κατ’ εξοχήν αρμόδιοι και γνώστες, θα το πράξουν με κύρος και αρτιότητα- αλλά την απαστράπτουσα προσωπικότητά του.  Και, συγκεκριμένα, εκείνες τις πτυχές της προσωπικότητάς του, οι οποίες τον κατατάσσουν, επαξίως, στο Πάνθεο των αυθεντικών εκπροσώπων της Κλασικής Ελληνικής Παιδείας.

I. Οφείλω λοιπόν, ευθύς εξ αρχής, να παραθέσω τα -κατά την γνώμη μου ιστορικώς και πολιτισμικώς αμάχητα- τεκμήρια, τα οποία αποδεικνύουν το γιατί ο Γιάννης Τσαρούχης υπηρέτησε, με το έργο του αλλά και με την ζωή του εν γένει, το πρότυπο της Κλασικής Ελληνικής Παιδείας. 

Α. Πριν απ’ όλα ας σκεφθούμε τι σημαίνει ο όρος Παιδεία εν γένει.  Και εδώ είναι ιδιαίτερα χρήσιμες και κρίσιμες οι θέσεις που εξέθεσε επ’ αυτού ο André Malraux, στην μνημειώδη ομιλία του της 28ης Μαΐου 1959, κατά την πρώτη φωταγώγηση της Ακρόπολης, ορίζοντας -έστω και κάπως σχηματικά- την Παιδεία ως το σύνολο των έργων της Τέχνης και του  Πνεύματος. Εν πάση περιπτώσει, η κατά τ’ ανωτέρω υφέρπουσα σχηματικότητα του ορισμού του André Malraux δεν αναιρεί, κατ’ ουδένα τρόπο, την συνολική του ακρίβεια, αν αναλογισθούμε ότι η Παιδεία, κατά την ουσία της αλλά και κατά τον προορισμό της, είναι το άθροισμα των έργων που παράγει ο Άνθρωπος, είτε μέσω της Τέχνης είτε μέσω του Πνεύματος, υπό τον απαράβατο όμως όρο ότι τα έργα αυτά ανταποκρίνονται στα κριτήρια εκείνα, τα οποία θέτουν, αντιστοίχως, η Τέχνη και το Πνεύμα ως πηγές δημιουργίας Παιδείας και Πολιτισμού που αναλογούν στον Άνθρωπο, κατά την ουσία του και τον προορισμό του να καταστεί εικόνα και ομοίωση του Δημιουργού του. 

Β. Υπό το δεδομένο αυτό σίγουρα ο Γιάννης Τσαρούχης είναι αυθεντικός εκπρόσωπος της Κλασικής Ελληνικής Παιδείας, τουλάχιστον για τους εξής λόγους:

1. Το συνολικό έργο του Γιάννη Τσαρούχη διαγράφει ένα τόσο πολυπρισματικό διάνυσμα, ώστε θα ήταν μεγάλο λάθος να το περιορίσει κανείς στην ζωγραφική, είτε  με την μορφή του πίνακα είτε με την μορφή της σκηνογραφίας.  Πέραν της Τέχνης του, ο Γιάννης Τσαρούχης υπηρέτησε την Παιδεία με το πνεύμα του, και ειδικότερα με τον λόγο του, γραπτό και προφορικό.  Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό σύνθεσης των δύο αυτών συνιστωσών της δημιουργίας του, ώστε πολλές φορές είναι δύσκολο ν’ αποφανθούμε με ακρίβεια αν ήταν ένας μεγάλος ζωγράφος που κάθε έργο του απαθανάτιζε όψεις του Πνεύματος, ή αν ήταν ένας άνθρωπος του Πνεύματος που εκφραζόταν ιδίως μέσω της Τέχνης του, της ζωγραφικής.

2. Κατά δεύτερο λόγο, το συνολικό έργο του Γιάννη Τσαρούχη είναι αμιγώς και αυθεντικώς Ελληνικό, πράγμα που αιτιολογεί την κατάταξή του στους μεγάλους εκπροσώπους της Ελληνικής Παιδείας. 

α) Την Ελληνικότητα του έργου του Τσαρούχη αποδεικνύει μ’ ενάργεια το ότι αφενός πηγή έμπνευσής του υπήρξεν, αποκλειστικώς, η Ελλάδα.  Και, αφετέρου, το έργο αυτό εξέφρασε και εκφράζει πάντα την Ελλάδα, στην διαχρονία της, και ως τέτοιο «ταξίδεψε» και «ταξιδεύει» την Ελλάδα εκτός συνόρων, κυρίως δε στην Ευρώπη, αποτελώντας έτσι πολύτιμο συστατικό στοιχείο της Ευρωπαϊκής Παιδείας και του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού. 

β) Κάπως έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι ο Γιάννης Τσαρούχης ταξίδεψε συχνά -ιδίως κατά την διάρκεια της σκοτεινής και στυγνής εφτάχρονης δικτατορίας- εκτός Ελλάδας, με κύριο προορισμό την Ευρώπη, ήλθε σ’ επαφή με τα ρεύματα της Αναγέννησης και του Ιμπρεσιονισμού, γνώρισε κορυφαίους ζωγράφους όπως ο Henri Matisse  και ο Alberto Giacometti, πλην όμως ουδέποτε ενέδωσε στον «πειρασμό» της στείρας μίμησης.  Κάθε άλλο.  Αυτή του η εμπειρία τον ενέπνευσε από την μια πλευρά να εμπεδώσει την Ελληνικότητα της δημιουργίας του και, από την άλλη πλευρά, να εμπλουτίσει την δημιουργία του αυτή με τα στοιχεία εκείνα, τα οποία της επέτρεψαν να ξεπεράσει τα σύνορα της Ελλάδας, μπολιάζοντας γόνιμα τον Ευρωπαϊκό -κυρίως αυτόν- Πολιτισμό με πολύτιμους βλαστούς της Ελληνικής Παιδείας. 

3. Τέλος, το συνολικό έργο του Γιάννη Τσαρούχη εκπροσωπεί, στον υψηλότερο βαθμό, τον κλασικισμό της Ελληνικής Παιδείας διότι στηρίζεται στις ρίζες αυτού του κλασικισμού.  Και, συγκεκριμένα, στην Ελληνική Παράδοση, όπως αυτή δομείται αυθεντικώς στο διάβα της Ιστορίας μας και στο πλαίσιο της συλλογικής δημιουργίας του Λαού μας και του Έθνους μας. 

II. Επιτρέψατέ μου στο σημείο αυτό να μείνω κάπως περισσότερο στον κλασικισμό του έργου του Γιάννη Τσαρούχη, όπως πηγάζει μέσ’ από την Παράδοσή μας, καθώς προείπα. 

Α. Στο έργο του Γιάννη Τσαρούχη εκφράζεται, υπό όρους «αισθητικής ευφροσύνης», ιδίως το θαύμα και η χαρά της ζωής.  

1. Για να το πετύχει αυτό το Γιάννης Τσαρούχης ξεκινούσε πάντα από την πηγή μιας τέτοιας έμπνευσης, που δεν ήταν άλλη από την Ελληνική Παράδοση.  Την Ελληνική Παράδοση ως το τελευταίο της κύτταρο, αν θυμηθούμε μάλιστα ότι ο Γιάννης Τσαρούχης αναζήτησε την έμπνευση ακόμη και στο Θέατρο Σκιών του Καραγκιόζη, ως αποδεικτικού στοιχείου της λαϊκής ζωής και της λαϊκής θυμοσοφίας. 

2. Και για να είμαι πιο δίκαιος, από πολιτισμική άποψη, ως προς την διαδρομή της σύνδεσης του έργου του Γιάννη Τσαρούχη με την Ελληνική Παράδοση, έχω χρέος να επισημάνω ότι η σύνδεση αυτή βρίσκει έρεισμα στις σταθερές και αταλάντευτες μέσα στον χρόνο αξίες, που γεννά αδιαλείπτως η ως άνω Παράδοση.  Και η προαναφερόμενη σύνδεση καταλαμβάνει το σύνολο του έργου του Γιάννη Τσαρούχη, ήτοι τους πίνακες, την σκηνογραφική του δημιουργία και τον λόγο του, σ’ όλες τις εκφάνσεις του και επόψεις του. 

Β. Και είναι ακριβώς η σύνδεση αυτή του έργου του Γιάννη Τσαρούχη με την Ελληνική Παράδοση, η οποία του αποδίδει, όπως του αρμόζει, ορισμένα χαρακτηριστικά, που έχει εξάρει ο Οδυσσέας Ελύτης και τα οποία κορυφώνουν το τεράστιο μέγεθος της συμβολής του και της «θυσίας» του στον «βωμό» της Κλασικής Ελληνικής Παιδείας.  Και για να γίνω σαφέστερος:

1. Από τον Οδυσσέα Ελύτη -σ’ έναν κατάλογο για την αναδρομική έκθεση του Γιάννη Τσαρούχη στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, το 1981, που εμπεριέχει ένα κείμενο του μεγάλου μας Ποιητή από το 1952- ανακαλύπτουμε τον «επαναστατικό κλασικισμό», ας μου επιτραπεί η έκφραση, του έργου του Γιάννη Τσαρούχη.  Συγκεκριμένα, γράφει εκεί, μεταξύ άλλων, ο Οδυσσέας Ελύτης: «Ένας επαναστάτης δεν γίνεται νάναι συνάμα και κλασικός.  Αλλά με τον Τσαρούχη γίνεται…. Στο μέτρο που ο Τσαρούχης φάνηκε άξιος να καθαρίσει το εικόνισμα του Ελληνισμού από τα περίσσια μαλάματα, είναι ένας επαναστάτης που δεν πήγε να καταλύσει αλλά να ανακαλύψει μια παράδοση.  Στο μέτρο όμως που επέτυχε να αξιοποιήσει τα κρυφά της διδάγματα είναι ένας κλασικός». 

2. Οι αδρές σκέψεις, με τις οποίες περιγράφει ο Οδυσσέας Ελύτης δωρικά τον δισυπόστατο Γιάννη Τσαρούχη, τον άνθρωπο της Παιδείας που είναι, ταυτοχρόνως, επαναστάτης και κλασικός, ισχύουν στο ακέραιο και, επιπλέον, αιτιολογούν ευγλώττως αυτή την οιονεί μοναδικότητά του.  Δηλαδή, όπως προεξέθεσα, τον «επαναστατικό κλασικισμό» του Γιάννη Τσαρούχη.  Και να γιατί:

α) Κατ’ αρχάς, το να σκύψεις πάνω στην, σχεδόν απερινόητη και λόγω της αδιάλειπτης μακραίωνης διαχρονίας της, Ελληνική Παράδοση για ν’ ανακαλύψεις την αυθεντική της υπόσταση -κατά τον Ελύτη, όπως προεκτέθηκε, να την καθαρίσεις «από τα περίσσια μαλάματα»- είναι, πραγματικά, μια αποστολή ουσιωδώς «επαναστατική», κυρίως με την έννοια της πνευματικής γενναιότητας και της αντίστοιχης επίγνωσης πως ένα τέτοιο εγχείρημα είναι, από την φύση του, αν όχι ανέφικτο σχεδόν οριακό. 

α1) Σε αυτό το πλαίσιο ο Γιάννης Τσαρούχης γίνεται «επαναστάτης» μέσ’ από την τόλμη και το θάρρος του πνευματικού ανθρώπου, ο οποίος, εν τέλει, βάλθηκε ν’ αποκαλύψει και ν’ αναστηλώσει την Ελληνική Παράδοση, και όχι βεβαίως να την κατεδαφίσει για να την χτίσει από την αρχή, κάτι το οποίο, άλλωστε, θα ήταν και ουτοπικό και, κυρίως, καταστροφικό για τον ίδιο τον πνευματικό δημιουργό. 

α2) Ξέροντας ότι ίσως κατηγορηθώ όχι μόνο για ασέβεια αλλά και για υποβολή, τολμώ να προτείνω την ακόλουθη «αντιπαραβολή», διευκρινίζοντας ότι δεν πρόκειται για κανενός είδους σύγκριση, αλλά για μια αιτιολογημένη επεξήγηση της κατά τ’ ανωτέρω «επαναστατικής» διάστασης του Γιάννη Τσαρούχη:  Σίγουρα ο Ιησούς Χριστός δίκαια χαρακτηρίσθηκε ως «επαναστάτης», όταν αφιέρωνε, κατά την ομολογία του -Ματθ. κεφ. 5, 17- τον επί γης βίο του στην αποστολή όχι της αμφισβήτησης του «Νόμου και των Προφητών», αλλά της εκπλήρωσης του νοήματος της Παλαιάς Διαθήκης.  Αυτό ακριβώς σηματοδοτεί η ρήση του «μη νομίσητε ότι ήλθον καταλύσαι τον Νόμον ή τους Προφήτας· ουκ ήλθον καταλύσαι αλλά πληρώσαι». Με παρεμφερή προσέγγιση  -και, οπωσδήποτε, τηρουμένων όλων των προμνημονευόμενων αναλογιών- ο Γιάννης Τσαρούχης μπορεί να χαρακτηρισθεί ένας «επαναστάτης», στην προσπάθειά του να αποκαλύψει και ν’ αναστηλώσει την Ελληνική Παράδοση δίχως να την κατεδαφίσει, σύμφωνα με όσα ήδη διευκρινίσθηκαν.

β) Από την άλλη πλευρά, και στο μέτρο που ο Γιάννης Τσαρούχης δεν αρκέσθηκε στην αποκάλυψη και στην αναστήλωση της Ελληνικής Παράδοσης αλλά επιδόθηκε, μέσ’ από κάθε πτυχή του έργου του, σε μια, σισύφεια σχεδόν, προσπάθεια ανάδειξης και αξιοποίησης των κορυφαίων διδαγμάτων της, είναι αδιαμφισβήτητα ένας «κλασικός».  Και τούτο, πρωτίστως, διότι μέσ’ από αυτή την ανεκτίμητη πνευματική του συνεισφορά προσέθεσε πολλές και απαστράπτουσες ψηφίδες στον κλασικισμό του Ελληνικού Πνεύματος και του Ελληνικού Πολιτισμού, επέκεινα δε στον κλασικισμό του Ευρωπαϊκού Πνεύματος και του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού. 

Εν είδει επιλόγου, θέλω να προσθέσω δύο, μάλλον ανεκδοτολογικές πλην όμως ιστορικώς δεδομένες, αναφορές, οι οποίες, όπως νομίζω, κάτι προσθέτουν στο «δίπολο» της «επαναστατικότητας» και του «κλασικισμού» του Γιάννη Τσαρούχη.  Συγκεκριμένα, μόνον ένας πραγματικά «επαναστάτης» και «κλασικός» μαζί θα μπορούσε -όταν μάλιστα κατά κοινή γνώμη και ομολογία ήταν περιζήτητος σε όλους τους κοσμικούς και πνευματικούς κύκλους της εποχής του- να ζήσει, ως τον θάνατό του, σε μια λιτή κάμαρη, μ’ ένα σιδερένιο κρεβάτι «εκστρατείας», έχοντας γύρω του μόνο παλιές φωτογραφίες, άπειρα βιβλία και αμέτρητες σημειώσεις ζωγραφικής.  Επίσης, μόνον ένας πραγματικός «επαναστάτης» και «κλασικός» μαζί θα μπορούσε να είναι βιωματικός ρέκτης της Αριστείας, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε να καταγγείλει, μέσα στο βαθύ σκοτάδι της επτάχρονης δικτατορίας, την χαίνουσα πληγή των Ελλήνων, τον φθόνο, αποφαινόμενος ότι για τον Λαό μας και το Έθνος μας χειρότερος εχθρός από τις δικτατορίες -που κάποτε, όπως έλεγε, περνάνε και τελειώνουν- είναι «η δικτατορία των μετρίων και της μετριότητας».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ