Πως το αμερικανικό όχι για Λήμνο, Σκύρο, Κάρπαθο έφερε στα μέτρα της Άγκυρας την ελληνοαμερικανική συμφωνία

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Οι ΗΠΑ τροποποίησαν τις προβλέψεις της MDCA του 1990 και του 1996, χωρίς αποτελεσματική αντίδραση της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζουν τον ζωτικής σημασίας ρόλο της Δραστηριότητας Ναυτικής Υποστήριξης (Naval Support Activity, NSA) στη βάση της Σούδας και άλλες ελληνικές εγκαταστάσεις, στις οποίες οι ΗΠΑ ενδεχομένως να πραγματοποιούν εκπαιδευτικές ασκήσεις ή επιχειρήσεις στην ηπειρωτική Ελλάδα ή σε νησιά» αναφέρει στην επιστολή του προς τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Άντονι Μπλίνκεν.

Από την Κύρα Αδάμ

Η φράση αυτή αναφέρεται μόνον στην επιστολή Μπλίνκεν, αλλά δεν περιλαμβάνεται στο κείμενο της αμυντικής συμφωνίας Ελλάδας – ΗΠΑ, επομένως δεν αποτελεί μόνιμη, σταθερή δέσμευση των αμερικανικών κυβερνήσεων για ενδεχόμενη, στο μέλλον, δημιουργία αμερικανικών εγκαταστάσεων σε ελληνικά νησιά.

Αυτή η αναφορά του Αμερικανού ΥΠΕΞ ήταν το ελάχιστο που μπορούσε να κάνει η κυβέρνηση Μπάιντεν, για να «χρυσώσει το χάπι» απέναντι στην Ελλάδα, όταν αρνήθηκε την ελληνική πρόταση να συμπεριληφθούν στις νέες αμερικανικές εγκαταστάσεις στην Ελλάδα τα νησιά Λήμνος – Σκύρος – Κάρπαθος.

Η Σκύρος είναι απαλλαγμένη από οποιεσδήποτε δεσμεύσεις συνθηκών (Λωζάννης, Παρισίων), αφού δεν συμπεριλαμβάνεται σε καμία από τις δύο συνθήκες. Οι περιορισμοί που επιβάλλουν οι δύο συνθήκες (Λωζάννης για τη Λήμνο και Παρισίων για την Κάρπαθο) δεν αφορούν σε τρίτες χώρες (ΗΠΑ), αφορούν μόνον στην Ελλάδα.

Παρότι η «προσφορά» των τριών αυτών ελληνικών νησιών προς χρήση από τις αμερικανικές δυνάμεις ήταν επωφελής για τις επιχειρησιακές ανάγκες των ΗΠΑ προς ανατολάς και βορρά, εντούτοις η Ουάσινγκτον την αρνήθηκε σθεναρά. Προσμετρώντας τις αντιδράσεις (άμεσες και μακροπρόθεσμες) τής -πάντα καλά και σε βάθος ενημερωμένης για τις ελληνικές κινήσεις- Άγκυρας.

Στις προηγούμενες διαπραγματεύσεις για την αμυντική συμφωνία του 1990 και του 1996, οι τότε αμερικανικές κυβερνήσεις ζητούσαν επιμόνως τη χρήση ελληνικών αεροδρομίων σε νησιά του Αιγαίου. Οι προβλέψεις αυτές είχαν ενσωματωθεί στην MDCA του 1990 και του 1996.

Εντούτοις, η κυβέρνηση Μπάιντεν τροποποίησε αυτές τις προβλέψεις στην παρούσα συμφωνία, αφαιρώντας τη χρήση των αεροδρομίων νήσων του Αιγαίου, χωρίς αποτελεσματική αντίδραση της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη υπαναχώρησε πλήρως στην παρούσα αμυντική συμφωνία, η οποία είναι πενταετούς διάρκειας και στη συνέχεια μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου. Επομένως πετιούνται έξω από τη συμφωνία όλες οι προβλέψεις αμερικανικής χρήσης αεροδρομίων σε ελληνικά νησιά, προς μεγάλη τέρψη της Τουρκίας.

Το κείμενο της ανανεωμένης συμφωνίας αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας – ΗΠΑ (MDCA) προσφέρει αρκετές ηχηρές λεκτικές δεσμεύσεις (σ.σ.: όχι περισσότερες, ούτε καλύτερες από τις προηγούμενες συμφωνίες του 1990 και το 1996) περί αμοιβαίας προστασίας της ασφάλειας, εδαφικής ακεραιότητας, κυριαρχίας – πάντα μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο του ΝΑΤΟ.

Αυτές επιτρέπουν στην κυβέρνηση Μητσοτάκη να διαφημίσει για μία ακόμα φορά το υπό κατασκευή «εθνικό δόγμα» της, ότι την κυριαρχία, εδαφική ακεραιότητα, ασφάλεια της χώρας από τυχόν επίθεση ή απειλή χρήσης βίας «τη διασφαλίζουν» οι ΗΠΑ, όπως και πριν από λίγες ημέρες η Γαλλία με την ελληνογαλλική αμυντική συμφωνία.

Προσγείωση…

Όμως, η προσγείωση στην πραγματικότητα για το Μέγαρο Μαξίμου γίνεται στην τελευταία παράγραφο της επιστολής Μπλίνκεν προς Μητσοτάκη, η οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων: «Εκτιμούμε βαθιά τη σταθερή δέσμευση της ελληνικής κυβέρνησης στον διάλογο με τους γείτονες και την προσήλωσή της στην ειρηνική επίλυση διαφορών μέσω της διπλωματίας και σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο. Μακροχρόνια είναι η πεποίθησή μας ότι η ανάπτυξη των πόρων στην ανατολικά Μεσόγειο θα προωθούσε τη συνεργασία και θα παρείχε τη βάση για μια διαρκή ενεργειακή ασφάλεια και οικονομική ευημερία σε όλη την περιοχή σύμφωνα με το Διεθνείς Δίκαιο. Πιστεύουμε ακόμα στον σεβασμό της κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας, καθώς και στα κυριαρχικά δικαιώματα και τη δικαιοδοσία σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας».

Η ακροτελεύτια παράγραφος της επιστολής Μπλίνκεν πληροφορεί την ελληνική κυβέρνηση ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν αφήνει τους ενδιαφερόμενους στην περιοχή (π.χ. Ελλάδα – Τουρκία) να λύσουν μόνοι τους «τις διαφορές τους», ενώ εμμέσως πλην σαφώς ο κ. Μπλίνκεν υποστηρίζει την τουρκική πρόταση για τη «Διάσκεψη των χωρών της Μεσογείου».

ΔΗΜΟΦΙΛΗ