Εκτιμάται ότι η στρατηγική του Ερντογάν υπακούει σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο
το οποίο στοχεύει στη σύναψη συνεργασιών με αμερικανικούς ενεργειακούς κολοσσούς, όπως η Exxon Mobil και η Chevron, για την από κοινού διενέργεια ερευνών και γεωτρήσεων.
Γράφει ο Γιώργος Βενετσανος
Η πρόσφατη επικοινωνία μεταξύ Τραμπ και Ερντογάν, σε συνδυασμό με τις φιλοφρονήσεις του προέδρου των ΗΠΑ, επιβεβαιώνει την εξαιρετική προσωπική τους χημεία. Αυτή η στενή προσέγγιση των δύο ηγετών δημιουργεί έντονο προβληματισμό και δικαιολογημένη ανησυχία στην ελληνική πλευρά.
Στις πρόσφατες εξελίξεις του Ιανουαρίου 2026
βλέπουμε ότι επιβεβαιώνεται η αναβάθμιση του ρόλου της Άγκυρας στους σχεδιασμούς της Ουάσιγκτον, με τον Τραμπ να παραχωρεί στον Ερντογάν κεντρικό ρόλο στη διευθέτηση των μεγάλων μετώπων της Μέσης Ανατολής, εφόσον τον έχει προσκαλέσει επίσημα ως ιδρυτικό μέλος του νεοσύστατου «Συμβουλίου Ειρήνης» (Board of Peace) για τη Γάζα,
μάλιστα παρακάμπτοντας τον στενό του σύμμαχο το Ισραήλ του οποίου ο πρόεδρος Νετανιάχου έφερε αντιρρήσεις στο να συμπεριληφθούν η Τουρκία και το Κατάρ. Παράλληλα στο μέτωπο της Συρίας, η στήριξη του Τραμπ προς την Άγκυρα είναι ακόμη πιο εμφανής, με τις ΗΠΑ όχι μόνο να αποσύρουν ουσιαστικά την προστασία τους από τις κουρδικές δυνάμεις (SDF),
άλλα και τον Τομ Μπάρακ να δηλώνει ότι ο ρόλος των SDF ως αντί – ISIS δύναμη έχει «λήξει», σηματοδοτώντας το τέλος της πολυετούς μεταξύ τους συνεργασίας, κάτι που ο Τούρκος Πρόεδρος το δέχτηκε με ικανοποίησή.
Η Ουάσιγκτον σύμφωνα με τα γεγονότα φαίνεται να επενδύει στον Ερντογάν ως τον βασικό περιφερειακό εταίρο για τη σταθερότητα στη Συρία και τη Γάζα, προσφέροντάς του το γεωπολιτικό βάρος που επιδίωκε εδώ και χρόνια. Για την Ελλάδα, αυτή η «λευκή επιταγή» του Τραμπ προς την Τουρκία εντείνει την ανάγκη για προσεκτική επαναξιολόγηση των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Παρατηρώντας αυτές τις ανησυχητικές καταστάσεις για την Ελλάδα βλέπουμε ότι η Άγκυρα κλιμακώνει την τουρκική στρατηγική για την αμφισβήτηση της ελληνικής και κυπριακής ΑΟΖ, χρησιμοποιώντας πλέον ενεργειακές συμμαχίες ως μοχλό πίεσης. Όποτε σε αυτή την περίπτωση απαιτείται η αντίδραση των δυο κρατών του Ελληνισμού.
Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ έχουν υπογράψει από τον Δεκέμβριο του 2025 Τριμερές Πρόγραμμα Στρατιωτικής Συνεργασίας για το 2026, του οποίου ο σχεδιασμός αναφέρεται σε κοινές αεροναυτικές ασκήσεις, εκπαίδευση σε μη επανδρωμένα συστήματα και στον ηλεκτρονικό πόλεμο. Αυτό είναι ένα σχέδιο Στρατηγικής Αποτροπής που μπορεί να λειτουργήσει. Παράλληλα με αυτήν την αμυντική συνεργασία έχει προσκληθεI να συμμετάσχει Ινδία στο σχήμα, δημιουργώντας έτσι ένα ισχυρό αντίβαρο στην τουρκική επιρροή.
Από τον χάρτη άμυνας της Ελλάδος δεν λείπουν και οι διπλωματικού ελιγμοί μέσω της ΕΕ που την χρησιμοποιεί ως μοχλό πίεσης, απειλώντας με μπλοκάρισμα τα ευρωπαϊκά δάνεια προς την Τουρκία λόγω των εντάσεων σε Αιγαίο και Κύπρο, η επέκταση των χωρικών υδάτων κ,α. Παράλληλα χρησιμοποιείται και η ενεργειακή θωράκιση προχωρώντας σε δικές της γεωτρήσεις με την Exxon Mobil στο Ιόνιο και νότια της Κρήτης, επιδιώκοντας με αυτόν τον τρόπο να καταστήσει την αμερικανική παρουσία εγγυητή και των δικών της κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Στο τρέχον γεωπολιτικό περιβάλλον του 2026, η στρατηγική ψυχραιμία είναι το σημαντικότερο όπλο της Αθήνας και της Λευκωσίας. Το αν οι συμμαχίες και η αμυντική θωράκιση θα λειτουργήσουν ως αποτελεσματικό φρένο στις αναθεωρητικές βλέψεις, θα εξαρτηθεί από τρεις παράγοντες:
1) Να καταλάβουν οι Αμερικάνοι ότι η πλήρης ταύτιση με τις τουρκικές επιδιώξεις βλάπτει πρώτιστος τα ευρύτερα αμερικανικά συμφέροντα, γιατί μια σύγκρουση δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ θα κατέστρεφε τη σταθερότητα που ο ίδιος ο Τραμπ επιδιώκει για την περιοχή.
2) Επιτέλους οι Βρυξέλλες να αφήσουν στην άκρη τις καταδίκες στα λόγια και να περάσουν σε ουσιαστικές οικονομικές κυρώσεις, σε περίπτωση παραβίασης της κυπριακής και ελληνικής ΑΟΖ.
3) Διατήρηση της αμυντικής μας θωράκισης σε τέτοιο επίπεδο που να καθιστά το «κόστος» οποιασδήποτε επιθετικής ενέργειας πολύ μεγαλύτερο από το προσδοκώμενο «όφελος» για την Άγκυρα. Ευχόμαστε πάντως η διπλωματία και το διεθνές δίκαιο να παραμείνουν η μοναδική οδός, καθώς σε μια ενδεχόμενη σύρραξη, το τίμημα θα είναι βαρύ για όλους τους εμπλεκόμενους.
