Στην Τραπεζούντα και την ευρύτερη περιοχή του Πόντου, η ποντιακή διάλεκτος παραμένει ζωντανή
Γράφει ο Γιώργος Βενετσανος
με την αλήθεια για την ελληνική παρουσία στην Τουρκία να έρχεται ολοένα και περισσότερο στο φως. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ρεπορτάζ του σταθμού Secim Ozel, που το είδαμε και στο ελληνικό διαδίκτυο όπου κάτοικοι σε κεντρικά σημεία της Τραπεζούντας μιλούν με άνεση τη γλώσσα, επιβεβαιώνοντας τη διατήρηση της πολιτισμικής αυτής κληρονομιάς στο χρόνο, ενώ κατά τη διάρκεια της συζήτησης με δύο ηλικιωμένους κατοίκους, ένας από αυτούς κάνει κάτι συγκλονιστικό, προχωρά σε μια απερίφραστη ομολογία, δηλώνοντας: «Η καταγωγή μας είναι ελληνική (Ρουμ), είμαστε Ρωμιοί. Δεν το αρνούμαστε, είμαστε Έλληνες».
Η τοποθέτηση αυτή, που καταγράφηκε από την κάμερα του Secim Ozel, αποτυπώνει το βάθος της ιστορικής μνήμης που επιβιώνει στον Πόντο παρά τις δεκαετίες πολιτικών πιέσεων. Ανάλογα περιστατικά συχνά προκαλούν έντονες συζητήσεις στην Τουρκία, καθώς αναδεικνύουν την επιβίωση της ποντιακής διαλέκτου (Romeika) και την ύπαρξη πληθυσμών που διατηρούν ζωντανή τη συνείδηση της ρωμαίικης τους ταυτότητας.
Είναι αλήθεια ότι η ακριβής εκτίμηση του αριθμού των πολιτών ελληνικής καταγωγής στον Πόντο είναι δύσκολη, καθώς δεν υπάρχουν επίσημα κρατικά στοιχεία που να βασίζονται σε εθνική ή γλωσσική ταυτότητα. Ωστόσο, διάφορες πηγές και μελέτες παρέχουν κάποιες εκτιμήσεις.
Ενώ ο αριθμός των ατόμων που ενεργά αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες (Ρωμιοί) και μιλούν τη γλώσσα είναι σχετικά μικρός, ο αριθμός των ανθρώπων που έχουν μακρινή ή άμεση ελληνική καταγωγή στην ευρύτερη περιοχή του Πόντου εκτιμάται σε χιλιάδες ή ακόμη και εκατοντάδες χιλιάδες, αν και ο ακριβής αριθμός παραμένει άγνωστος λόγω της έλλειψης επίσημων στοιχείων και της ευαίσθητης φύσης του θέματος. Πράγματι, υπάρχει η παρουσία τεσσάρων ελληνόφωνων ομάδων στην Τουρκία που λειτουργεί ως ένας ζωντανός καθρέφτης ο οποίος αποδομεί το μοντέλο της «εθνικής ομοιογένειας» που επιβλήθηκε επί δεκαετίες.
Η δημόσια έκφραση των κοινοτήτων αυτών αναδεικνύει μια συναρπαστική ανθρωπογεωγραφία:
Κρητικοί της Τουρκίας: Πρόκειται κυρίως για μουσουλμάνους που μετακινήθηκαν κατά την Ανταλλαγή Πληθυσμών του 1923 και εγκαταστάθηκαν στα παράλια του Αιγαίου (όπως το Αϊβαλί και η Σμύρνη), διατηρώντας την Κρητική διάλεκτο και τα έθιμά τους.
Πόντιοι: Οι ομιλητές των Ρωμαίικων, που αποτελούν την πιο συμπαγή και γλωσσικά αρχαϊκή ομάδα στον Εύξεινο Πόντο.
Μακεδόνες και Κύπριοι: Μικρότερες αλλά υπαρκτές ομάδες που βρέθηκαν στην Τουρκία λόγω ιστορικών συγκυριών ή μεταναστευτικών ροών, μεταφέροντας τις δικές τους ιδιαιτερότητες.
Αυτή η ανάδυση των ταυτοτήτων «ραγίζει» τους εθνογενετικούς μύθους της Τουρκίας, καθώς οι πολίτες αρχίζουν να αναζητούν τις ρίζες τους μέσω εργαλείων όπως τα τεστ DNA και τα κρατικά αρχεία γενεαλογίας που άνοιξαν πρόσφατα. Η διαδικασία αυτή δεν είναι απλώς ιστορική, αλλά βαθιά πολιτική, καθώς αμφισβητεί το δόγμα «ένα έθνος, μία γλώσσα».
Αντί όμως η Άγκυρα να δει αυτούς τους πληθυσμούς ως πολιτισμικό κεφάλαιο και γέφυρα φιλίας που θα μπορούσε να εξομαλύνει τις σχέσεις με την Ελλάδα, επέλεξε ιστορικά την οδό της αφομοίωσης ή της καχυποψίας.
Η μετατροπή αυτών των κοινοτήτων σε «διπλωματικό εργαλείο» ειρήνης θα απαιτούσε μια ριζική αλλαγή στο δόγμα του τουρκικού κράτους. Στις σύγχρονες επαφές μεταξύ του Έλληνα Πρωθυπουργού και του Τούρκου Προέδρου, η ατζέντα συνήθως μονοπωλείται από τα Ελληνοτουρκικά (Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειος), ενώ τα θέματα των μειονοτήτων συζητούνται συχνά μόνο στο πλαίσιο της Συνθήκης της Λωζάνης.
Ωστόσο, η ανάδειξη αυτών των θεμάτων από την κοινωνία των πολιτών και τα διεθνή μέσα ασκεί πίεση ώστε:
Να υπάρξει προστασία της ποντιακής διαλέκτου ως παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
Να σταματήσει η στοχοποίηση πολιτών με βάση την καταγωγή τους.
Να διευκολυνθούν οι πολιτιστικές ανταλλαγές μεταξύ των δύο λαών, πέρα από τους επίσημους κρατικούς περιορισμούς.
Αυτά είναι πράξεις που θα βοηθήσουν τους δύο λαούς να κάνουν την μετάβαση από την καχυποψία στη συνεργασία, η οποία περνάει μέσα από την αποδοχή της κοινής ιστορίας και των ανθρώπινων δεσμών που δεν έσβησαν ποτέ. Η αναγνώριση αυτών των πληθυσμών όχι ως «εσωτερική απειλή» αλλά ως κοινή κληρονομιά θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά το κλίμα στο Αιγαίο.
Και βεβαίως εδώ θα παίξει ενεργό ρόλο η «διπλωματία των ανθρώπων» με πράξεις όπως η διοργάνωση κοινών πολιτιστικών φεστιβάλ, η ακαδημαϊκή έρευνα για τα Ρωμαίικα και η διευκόλυνση των επισκέψεων στις πατρογονικές εστίες, είναι τα «δομικά υλικά» για μια πραγματική Ελληνοτουρκική προσέγγιση. Όταν οι άνθρωποι ανακαλύπτουν ότι μοιράζονται την ίδια γλώσσα, τα ίδια τραγούδια και την ίδια καταγωγή, τα πολιτικά σύνορα γίνονται λιγότερο «αιχμηρά».
Αυτού του είδους η «διπλωματία» είναι συχνά πολύ πιο ισχυρή από την επίσημη διπλωματία των κρατών, καθώς χτίζει εμπιστοσύνη από τη βάση προς την κορυφή.
