Πασχαλινά διηγήματα.
ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
― Θά πανδρευθητε, παιδιά, ή νά πανδρευτω;
http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/218-02-23-h-blaxopoyla-1892
Τοιαύτην τινά νουθεσίαν μετ᾽ απειλης απηύθυνεν επανειλημμένως εις τούς δύο υιούς του ο γερο-Σαράντος, πάρεδρος του ωραίου καί μαγευτικου χωρίου, γέρων εξηνταπέντε ετων, μέ κόκκινα μάγουλα καί μέ σιδηραν υγείαν. Καί ητο ικανός, άν δέν τόν ήκουαν, νά τό κάμη. Εις τάς χωρικάς οικίας, βλέπεις, η γυνή δέν χρησιμεύει μόνον ως γυνή, ως οικοκυρά καί ως μήτηρ, αλλ᾽ ο προορισμός της ευρύνεται όσον ειναι ευρύς ο ορίζων του δροσερου χωρίου, κειμένου εις τό κέντρον γοητευτικου οροπεδίου ανάμεσα εις τέσσαρας εξεχούσας ράχεις, όπου ευωδιάζει ο θύμος, η φασκομηλιά καί τό ύσσωπον, καί όπου τά πευκα, ως χειροκρατούμενα παιδία, σείονται όλα ομου μέ μίαν ομοιόμορφον κίνησιν από τήν αυτήν ριπήν του βορρα, του καταφερομένου από του ύψους της επιβλητικης Πεντέλης. Εκει η γυνή τρέχει κατόπιν του ανδρός εις τό χωράφι, τόν βοηθει εις όλας τάς εργασίας, μέ τήν αριστεράν κρατουσα εις τήν αγκάλην τό τελευταιόν της τρίμηνον νεογνόν, μέ τήν δεξιάν συλλέγουσα χόρτα διά τήν προβατίναν ή λάχανα διά τό εσπερινόν δειπνον, καί πολλάκις αποκοιμίζουσα τό βρέφος επί της χλόης, υπό τήν αμυγδαλέαν ανθουσαν ή υπό τήν μηλέαν φυλλορροουσαν, ασχολειται αυτή νά βοτανίζη, νά σκαλίζη ή καί νά σκάπτη ενίοτε. Χωρική δέ οικία χωρίς γυναικα θά ητο ως ερημία χωρίς όασιν.
Ήκουαν τήν νουθεσίαν του γέροντος ο Στάμος καί ο Ζησος, οι δύο αδελφοί, καί δέν επίστευον ότι ητο ικανός νά πραγματοποιήση τήν απειλήν του, καί ανέβαλλον από ημέρας εις ημέραν τήν περί γάμου σκέψιν. Αλλ᾽ ο Ζησος, ο νεώτερος, εκλήθη κατά τό έτος εκεινο νά υπηρετήση εις τόν στρατόν, ο δέ Στάμος, μένων εις τό χωρίον καί γεωργων, υπέσχετο εις τόν πατέρα του ότι, άμα αφεθη ο Ζησος καί επιστρέψη, τότε αυτός θά υπανδρευθη. Αλλ᾽ ένεκα της απουσίας του Ζήσου η μοναξία της οικίας εφαίνετο μεγαλυτέρα καί η ανάγκη βοηθου ητο μαλλον επαισθητή. Κατά δέ τήν Μεγάλην Εβδομάδα, ότε λαβών άδειαν απουσίας ο Ζησος, ηλθε νά τούς ιδη, παραδόξως ο γέρων ειχε παύσει νά ομιλη περί γάμου εις τόν Στάμον.
Ο Στάμος εικοσιτετραέτης, ητο υψηλός, ευτραφής, αφρόξανθος τήν τρίχα, ήσυχος, απονήρευτος, μέ αόριστον βλέμμα καί μέ άχρουν του προσώπου τήν έκφρασιν. Ο Ζησος εικοσιδιέτης, ητο ολίγον τι βραχύτερος τό ανάστημα, λιγνός, μέ καστανήν κόμην, πονηρός τό βλέμμα, γοργός κ᾽ ευκίνητος. Τήν εσπέραν της Μεγάλης Πέμπτης, τρεις ημέρας μετά τήν άφιξιν του Ζήσου ελθόντος επ᾽ αδεία, ειχον καθίσει περί τήν τράπεζάν των, σταυροπόδι κ᾽ οι τρεις επί του εδάφους της καλύβης, του αμαυρου καί μή επιχρισθέντος πλέον μέ ασβέστην από του θανάτου της γρια-Σαράνταινας (ητον καλή νοικοκυρά καί προκομμένη πολύ, η μακαρίτισσα, Θεός σχωρέσ᾽ την!) καί συνωμίλουν περί των αγρων των, περί των τελευταίων βροχων, προμηνυουσων ευφορίαν κατά τό έτος εκεινο.
Αίφνης εισέρχεται η γραια Σιδερή, χωρική χήρα, μέ δύο υιούς εγγάμους, οίτινες τήν ειχαν αφήσει εις τήν τύχην της, καί μέ κόρην άγαμον, καί καλησπερίζει τούς τρεις άνδρας. Ο γέρων πάρεδρος της έδειξε σκαμνίον νά καθίση, καί η γραια, εξηκοντουτις, εύρωστος, μέ κολπούμενα στήθη, διατηρουσα ίχνη καλλονης, ήρχισε, θαρρετή, νά ομιλη ελληνοαλβανιστί πρός τόν μπαρμπα-Σαράντην.
Η Φλώρα της, έχει μείνει ορφανή εις ηλικίαν οκτώ ετων, καί ο μεγάλος ο γυιός της, διά νά τήν ξεφορτωθη, χωρίς νά ερωτήση τήν μητέρα του, τήν έδωκεν ως ψυχοπαίδαν, τάχα, πράγματι ως δούλαν εις ένα σπίτι, μέσα εις τάς Αθήνας. Εκει επολιτίσθη καί άλλαξε τήν φορεσιά της (ντήοϊ φορεσές) κ᾽ εξέχασε νά ομιλη αλμπιρίστι* κ᾽ έμαθε νά ομιλη σκληρίστι*. Εις τά χέρια εκείνης της οικογενείας, εμεγάλωσε, κ᾽ έγινε δεκαεπτά χρονων, καί τότε απέθανεν η κυρά της. Σάν απέθανεν η κυρά της, καί ειχε μεγαλώσει κι αυτή, δέν ημπορουσε «νά κάμη χωριό» μέ τόν αφέντη της, γιατί δέν ητον, άν καί μέ κατάλαβες, από ᾽κεινες πού ξέρεις (αγιό σ᾽ ίστεν νκάτο τσεντή) κ᾽ έτσι ένα πρωί, σηκώνεται καί παίρνει τά ρουχαλάκια της, καί φεύγει. Της ειπαν νά πάη σ᾽ ένα άλλο σπίτι τίμιο, νά υπηρετη, μά αυτή δέν έστρεξε, κ᾽ έβαλε τά πράματά της μέσα εις τό πρωτο κάρο, πού έφευγε γιά τά Μεσόγεια, εμβηκε κι αυτή μέσα, κ᾽ επηγε στό Χαλάνδρι, πού ητον πανδρεμένος ο μικρότερος αδελφός της, ο άλλος, όχι εκεινος πού τήν έβαλε ψυχοπαίδα στ᾽ Αθηναίικο σπίτι. Γιατί πρωτα, όσο ητον ανύπανδρος ο δεύτερος ο γυιός της, τά ειχαν κ᾽ οι δύο αμοίραστα, τά †πατροδικά† τους, κ᾽ εμάλωναν κάθε μέρα, ώς πού τό ᾽ριξαν έξω, καί δέν τά εκοίταζαν καλά, κ᾽ έτσι τ᾽ αμπέλια απόμειναν κλάρες, κ᾽ εχέρσωσαν, καί δέν έκαναν πλιά ούτε γιά «μισόν καιρό» τό κρασί της χρονιας τους. Καί τά ποτιστικά πάλι τά μοίρασαν κ᾽ ειχαν συμφωνία γιά τό νερό, «ήλιο-μπήλιο»* ο ένας, «ήλιο-μπήλιο» ο άλλος. Κι ύστερα, σάν υπανδρεύθη ο δεύτερος ο γυιός της στό Χαλάνδρι, ετράβηξε χέρι, καί τά μοίρασαν όλα κ᾽ έτσι ηυρε κι αυτή τήν ησυχία της, οπού δέν επρόκανε πρωτα νά τούς μονοιάζη, πού μάλωναν κάθε λίγο. Τώρα, σάν επηγε η Φλώρα στό Χαλάνδρι, έμεινε στό σπίτι του αδερφου της δυό-τρεις ᾽βδομάδες, ώς πού τά χάλασαν μέ τή νύφη της ―νύφη κι ανδραδέλφη δέν κάνουν, βλέπεις, σ᾽ ένα σπίτι― κ᾽ έτσι η Φλώρα εσηκώθη, κ᾽ επηρε τά ρουχάκια της, καί τά εφόρτωσε σ᾽ ένα κάρο, κι ανέβηκε κι αυτή απάνου στό κάρο, κι ηρθε στό χωριό, στή μητέρα της. Ειναι τρεις ᾽βδομάδες πού ηρθε, μά κρύβεται μές στό σπιτάκι, καί κανείς δέν τήν ειδε. Μόνον μιά φορά τήν ειχε καταφέρει, εψές, νά βγη νά πάρη λίγο τόν αέρα της, καί τήν έστειλε ν᾽ αλλάξη τήν προβατίνα, πού τήν ειχε δεμένη έξω στό χωράφι.
«Ειναι μιά κοπέλα ώς κει επάνου, (νι βάζ εγγλιάτ ίστ ελάρτ) καί δέ θά τήν αφήση μέ τίς φουστες, πού φορει. Θά τήν φορέση “τσεμπέρ έ ποδέ έδε γγουνε εδέ κεμίσι νέ κεντήμ εδέ πεσκούλια”*. Έχει αυτή μπόλιες νά της φορέση. Ειναι απ᾽ τά μικρά της χρόνια δουλευτάρισσα, καί γλήγορα πάλι θά συνηθίση στά όξου. Ο μεγάλος ο γυιός της εδέχθηκε νά της δώση τρία στρέμματα χωράφι καί δυό προβατίνες, καί τόν άλλον τόν μικρό, αυτή, η γριά Σιδερή, θά τόν καταφέρη νά της δώση κάτι τι, της Φλώρας, γιά νά τήν πανδρέψουνε. Ο άνδρας της ο συχωρεμένος (τόν θυμαται καλά ο κύρ Σαράντης) δέν ητον ζευγολάτης σάν τούς γυιούς του, ητον Βλάχος, τσοπάνης στό βουνό, καί της βρίσκονται ακόμη κάτι φλωριά γιά νά στολίση τήν ποδιά της Φλώρας. Κάνει νά της δίνη κι ο αφεντικός της, στήν Αθήνα, απάνου από πεντακόσιες δραχμές γιά τούς μισθούς της, καί στό δικαστήριο, άν χρειασθη, θά πανε γιά νά βρουν τό δίκιο τους. Πιστεύει πώς η Φλώρα της θά γίνη καλή νοικοκυρά, γιατί εφύλαξε τήν τιμή της, καί κοντά στίς δουλειές του χωραφιου, έμαθε, μές στήν Αθήνα, καί τίς δουλειές του σπιτιου καλύτερ᾽ από κάθε μία. Αυτά ειχε νά πη.»
* * *
Ο γερο-Σαράντης ήκουσε ψυχρως τήν εξήγησιν ταύτην της γραίας Σιδερης,
εις τό τέλος της οποίας, υπενοειτο πρότασις περί γάμου. Ο Στάμος ήκουε σχεδόν αλλόφρων, ως νά μή ενόει τί ήθελε νά είπη η γραια χωρική. Μόνος ο Ζησος ήκουσε μετά προσοχης, κ᾽ έδειξέ τινα συγκίνησιν όταν ήκουσε τό όνομα της ηρωίδος, ως καί τόν υπαινιγμόν, όν έκαμεν η γραια ομιλουσα περί της φυγης της κόρης της εκ της αθηναϊκης οικίας, μετά τόν θάνατον της κυρίας της.
Εις τήν πρότασιν απήντησεν ο γέρων πάρεδρος δι᾽ αοριστιων καί δι᾽ αναβολων, λέγων ότι δέν έκαμεν ακόμη σκέψιν μέ τούς υιούς του περί γάμου (ενταυθα ο Ζησος εστράφη κ᾽ εκοίταξεν επιτιμητικως τόν πατέρα του) ότι τά παιδιά του ειν᾽ ελεύθερα νά νυμφευθωσιν ή όχι καί ότι έχουν καιρόν. Η γραια Σιδερή εξηλθε μέ μαραμμένον τό ηθος.
Μόλις εκρύβη αύτη κάμψασα τήν πρός τά δεξιά πρώτην γωνίαν, καί όπισθεν του φράκτου αριστερόθεν, ενω ενύκτωνεν ήδη, εξηλθεν η γειτόνισσα η Γιωργούλα. Αύτη ειχεν ιδει τήν γραιαν εισερχομένην εις τόν οικίσκον του μπαρμπα-Σαράντου, καί οκλάζουσα όπισθεν του φράκτου, επαραμόνευεν εκει εις τό προαύλιον. Ίσως νά ηκροατο, τί έλεγαν μέσα εις τήν καλύβην.
Εισηλθεν εξυπόλυτη, μέ τήν μπόλιαν της ανεμίζουσαν, ορμητική, ως άελλα, καί ευθύς μετά τήν καλησπέραν, ήρχισε, χωρίς νά παίρνη ανασασμόν, νά λέγη:
― Τί σας ειπ᾽ αυτή; Μήν ηρθε νά σας φορτώση τήν τσούπα της; Τά μάτια σου τέσσερα, Στάμο! Τήν ξέρετε τί παστρικιά ειναι η κόρη της; Η πομπιωμένη*, πού κυλιότανε τόσα χρόνια στά ξένα σπίτια, μές στήν Αθήνα, καί ποιός ξέρει τί μπομπές, τί ρεζιλίκια έπαθε, πού τήν έκαναν καί τήν έδειχναν τ᾽ αφεντικά της ώς πού τήν έδιωξαν απ᾽ τό σπίτι (ποιός ξέρει άν δέν τήν έπιασαν κλέφτρα;) καί τώρα θέλει νά μας κάμη τήν τίμια, νά νοικοκυρευτη, κιόλας! Τό νου σου, Στάμο! Κοίταξε, μή σέ καταφέρουν καί σου τήνε φορτώσουνε! Δέν έχουμε τάχα κορίτσια νά σου δώσουμε, κ᾽ ειναι καμμιά ανάγκη νά ξεπέσης σ᾽ αυτή; Νά σέ ιδω, Στάμο!
Αυτά καί πολλά άλλα ειπε μετά βίας καί ορμης παραφόρου η Γιωργούλα, ως νά επήδων αι λέξεις συνωθούμεναι καί διαγκωνιζόμεναι από τό στόμα της. Ο γέρων πάρεδρος έκαμνε νεύματα απελπιστικά, μή δυνάμενος ν᾽ ανακόψη τόν χείμαρρον των λόγων της, θέλων νά βεβαιώση ότι η γραια Σιδερή ουδέν τοιουτον επρότεινε, καί μή ευρίσκων στιγμήν διά νά τό παρενείρη. Τέλος ο ρους των λόγων έγινε βραδύτερος, καί ο γέρων επρόφθασε νά είπη:
― Δέν ειναι τίποτε, κυρα-Γιωργούλα, ησύχασε. Ξέρω εγώ τί θά κάμω.
― Άν ητον καθαρή, επανέλαβε μέ νέαν ορμήν η Γιωργούλα, χωρίς νά δώση προσοχήν εις τήν διακοπήν του γερο-Σαράντου, έπρεπε νά βγαίνη στόν κόσμο νά τήνε βλέπουνε. Γιατί κρύβεται, καί δέ βγαίνει από τό σπίτι, καί ψυχή δέν τήν ειδε, πού έχει ένα μηνα στό χωριό; Άνθρωπος πού τό έχει καθαρό αυτό (τύψασα τό μέτωπον) δέ φοβαται, δέν κρύβεται. Έχει μπομπές καμωμένες, καί γιά δαυτο κρύβεται καί δέ βγαίνει στόν κόσμο.
Επρόσθεσε πολλά άλλα η Γιωργούλα καί ειτα, μ᾽ ελαφρόν βημα, τρέχουσα, ξυπόλυτη, μέ τήν ποδιάν ανεμίζουσαν, εξηλθεν ειπουσα: «έχω τίς αυγοκουλουρες φουρνισμένες, καί πάω νά ξεφουρνίσω. Νά μέ συμπαθατε γιά τό θάρρος!»
Μετά τό δειπνον εξηλθεν ο Ζησος καί μετέβη εις τό μαγαζειον του χωριου, όπου εντάμωσε δύο ή τρεις φίλους του, κ᾽ εξετάσας αυτούς μ᾽ επιτήδειον τρόπον, έμαθε διατί η Γιωργούλα ωμίλει μέ τόσον θάρρος εις τόν πατέρα του, καί διατί ο γέρων έπαυσε νά κάμνη λόγον εις τόν Στάμον περί γάμου. Η Γιωργούλα ειχε μίαν αδελφήν χήραν, ήτις, μετά τόν θάνατον του συζύγου της, επισυμβάντα πρό ολίγων μηνων, ηλθε καί κατῴκησεν εις τό χωρίον της γεννήσεώς της, πλησίον της αδελφης της. Τήν χήραν ταύτην αδελφήν, μεσόκοπην, καλοκαμωμένην, επροξένευεν η Γιωργούλα εις τόν μπαρμπα-Σαράντον τόν ίδιον. Καί εις τόν γέροντα φαίνεται ότι δέν απήρεσκον αι προτάσεις.
Η Γιωργούλα ευλόγως εσκέπτετο, ότι εν όσω έμενον άγαμοι οι δύο νέοι, ευκολώτερον θά ητο νά καταφέρη τόν γέροντα νά νυμφευθη αυτός. Καί διά τουτο αντέπραττεν εις πασαν πρότασιν γινομένην διά τόν Στάμον, κ᾽ έτρεχε νά «βάλη μαναφούκια*» οσάκις προξενιά τις διά τόν νέον επαρουσιάζετο.
Ο Στάμος, καίτοι μένων διαρκως εις τό χωρίον, εφαίνετο πλέων εις μακαρίαν άγνοιαν ως πρός παν τό συμβαινον πέριξ της πατρικης οικίας. Ο Ζησος όμως τά ανεκάλυψεν όλα «μονοβραδιά».
* * *
Ο Πάνος ο Δημούλης εκοιματο ακόμη επί της παχείας στρωμνης της αναπαυτικης κλίνης, εις ένα θάλαμον του εξοχικου μεγάρου, μετά ραστώνης ηδυπαθους, κ᾽ εφαίνετο ότι δέν ειχε κοιμηθη ποτέ του επί παρομοίας κλίνης. Ειχε καταβιβάσει τά αμπαζούρια καί τά παραπετάσματα των παραθύρων, καί ειχε σχηματίσει τεχνητήν νύκτα, διά νά παρατείνη επί τινας ακόμη ώρας τήν εν μακαριότητι καί ονείροις εντρύφησιν. Ο ήλιος ητο ήδη δύο κοντάρια υψηλά εις τόν ορίζοντα. Ο Πάνος ο Δημούλης τό ήξευρεν, αλλ᾽ επροσποιειτο εις τόν εαυτόν του ότι δέν τό ηξεύρει. Ειχεν απόφασιν νά ψευσθη περί τούτου καί πρός τόν εαυτόν του καί πρός τούς άλλους, καί ησθάνετο κρυφίαν χαράν, διότι η συντροφιά του ειχεν εξέλθει εις πρωινήν εκδρομήν πέριξ του χωρίου, χωρίς αυτόν. Εις εκ της συντροφίας, ο οικειότερος πρός αυτόν, ειχε τολμήσει νά εισέλθη τήν αυγήν εις τόν κοιτωνα, προσπαθων νά τόν εξυπνίση. Ητο ο σπουδαστής της φιλολογίας, ο Παυλος ο Βαλέντιος, όστις έτρεφεν ιδιάζουσαν στοργήν πρός τήν αλβανικήν γλωσσαν, καί ισχυρίζετο ότι όλαι αι ρίζαι των αλβανικων λέξεων ανευρίσκονται εις τάς αρχαίας ελληνικάς λέξεις.
― Γκρού*, ρέ Πάνο! του εφώναξεν αλβανίζων. Πάνο, γκρού!
Καί ειτα προσέθηκε:
― Δέν ξέρεις, καημένε, ότι τό γκρού (σηκώσου) ειναι τό ομηρικόν έγρεο;
Ο Πάνος ειχε μεγάλην διάθεσιν νά τόν στείλη εις τόν διάβολον, καί αυτόν καί τά ομηρικά του καί τήν γλωσσολογίαν του. Αλλ᾽ ως ο μετά τήν ητταν τραυματίας, ο έχων συμφέρον νά κάμνη τόν ψόφιον, διά νά μήν τόν αποτελειώσωσιν οι εχθροί, ειχε καί αυτός συμφέρον νά κάμνη τόν κοιμώμενον, διά νά μήν αναγκασθη νά χάση όλην τήν γλύκαν του πρωινου ύπνου. Εγύρισε λοιπόν από τό άλλο πλευρόν, ξηροτανυσθείς καί ψελλίσας ακατανοήτους συλλαβάς πρός τόν Παυλον τόν Βαλέντιον, όστις τόν άφησεν ήσυχον καί απηλθε.
Κατά τήν εκ του περιπάτου όμως επιστροφήν, ο Παυλος μετέβη κατ᾽ ευθειαν εις τόν θάλαμον όπου εκοιματο ο Δημούλης. Τότε ο νέος ηγέρθη, ενίφθη, ενεδύθη, κ᾽ εμέμφετο τόν υπηρέτην ότι του ειχε κλείσει όλα τά παράθυρα, καί ούτω «εβγηκε ο ήλιος, χωρίς νά τό καταλάβη».
Επρογευμάτισαν μέ καφέν, μέ βρουβες, σπαράγγια, εκλεκτάς ελαίας καί μαυρον οινον, κ᾽ εσχεδίαζαν νά εξέλθουν όλοι εις μακρινήν εκδρομήν, μέ τά δίκαννά των, αλλ᾽ ο Πάνος ο Δημούλης, όστις εβαρύνετο καί τάς εκδρομάς καί τάς θορυβώδεις κοινοτοπίας των συντρόφων του, «ξεκλέφθηκε» κ᾽ εβγηκε μόνος, χωρίς νά τόν παρατηρήση κανείς. Εξηλθεν έξω της αρχοντικης επαύλεως, της ανηκούσης εις πλούσιον κτηματίαν, όπου εφιλοξενειτο χάριν των εορτων του Πάσχα, καί ανηλθεν εις τόν λόφον πατων επί του άκρου όχθου του χωραφίου καί ως νά μή ειχε χορτάσει τόν ύπνον, εκάθισεν επί της χλόης, κι εξηπλώθη εκει εις τό προσήλιον. Τό κατωφερές χωράφιον ητο εσπαρμένον κριθήν, καί οι στάχυες (ητο περί τάς 20 Απριλίου), υψηλοί ήδη έως τό γόνυ, εκυμάτιζον υπό τήν πνοήν της αύρας του βουνου, μέ χρυσοπρασίνους εναλλαγάς γλυκυτάτων αποχρώσεων υπό τάς ακτινας του ηλίου. Τό οροπέδιον όλον ηλιοφεγγές ευωδίαζεν άνοιξιν καί ζωήν, τά δένδρα όλα καί οι θάμνοι ανθουντα εστεφάνουν λόφους καί κοιλάδας, τό χόρτον ηύξανεν εις τόν ήλιον, τά αρνάκια περιχαρη έτρεχον χαριέντως ακούοντα τούς βελασμούς των αμνάδων, καί μυριάδες στρουθίων εκελάδουν χαρμονικως εις τά δάση. Ο Πάνος ο Δημούλης ειχε τόν σχοινον ως προσκέφαλον, τήν χλόην ως στρωμα κ᾽ έλεγε: «Τί γλυκά ημπορει νά κοιμηθη κανείς εδω!»
Εκείνην τήν στιγμήν εφάνη εις τήν άλλην άκραν του αγρου μία κόρη ανερχομένη τόν όχθον, δι᾽ ου καί αυτός ειχεν ανέλθει εις τό ύψος του λόφου. Ητο χωριατοπούλα, φορουσε τήν μπόλια, τήν ποδιάν καί τήν μανδήλαν της, μέ τάς πλεξίδας μακράς κρεμαμένας έως τήν μέσην, συμπεπλεγμένας μέ ταινίαν κοκκίνην μεταξωτήν, μέ τά στέρνα εύκολπα σχηματισμένα όπισθεν της εμπροσθέλας της της λευκης. Έβαινε μέ ελαφρόν αλλά καί δειλόν βημα, ως κόρη ήτις ειχεν απομάθει πρό πολλου τήν έξιν του νά βαδίζη εις τά λιβάδια, καί δέν ειχε παρατηρήσει τόν Πάνον τόν Δημούλην, του οποίου η κεφαλή επεπροσθειτο υπό τινος θάμνου, τό δέ σωμα ητο ανακεκλιμένον επί της χλόης. Ητο υψηλή, λιγνή, καί καθ᾽ όσον ανήρχετο τόν λόφον, ο Πάνος ο Δημούλης έβλεπε τό πρόσωπόν της ως σύνολον, χωρίς νά διακρίνη τούς χαρακτηρας, λάμπον ώς τινα αίγλην, κ᾽ εμάντευεν ότι ητο ωραία. Ά! οποία ποιητική εμφάνισις!
Ο Πάνος ο Δημούλης ησθάνετο τήν στιγμήν εκείνην επανερχόμενα εις τήν μνήμην του όλα τά όνειρα, όλας τάς μυστηριώδεις τέρψεις, όλας τάς ανεξηγήτους φρικιάσεις της πρώτης νεότητος, της ώρας καθ᾽ ήν εξεγείρεται τό πρωτον η καρδία, καί η ζωή γίνεται έν μέ τόν έρωτα, καί η ποίησις υποκαθιστα τήν πραγματικότητα εις τό πνευμα. Ά! περικαλλής μορφή! Ά! όνειρον! Ά! οπτασία! Ώ! καλλίμορφος χωριατοπούλα.
Η νεανις ανέβη έως τό ήμισυ του ανωφερους όχθου, ειτα έκυψε κατά γης. Εκει, πλησίον της αποσκαφης, εις τό σύνορον τό χωρίζον τό μέγα κριθόσπαρτον χωράφιον από άλλους εγγύς αγρούς, ητο δεμένη μία αμνάς μέ τό αρνίον κ᾽ έβοσκε. Φαίνεται ότι η χωρική νεανις ειχεν έλθει «διά ν᾽ αλλάξη τήν προβατίνα». Έκυψεν, εξέχωσε τόν πάλον, καί σύρουσα διά του σχοινίου τήν αμνάδα, τήν μετέφερεν ολίγον απωτέρω, όπισθεν των θάμνων, κ᾽ εκει εκ νέου έκυψεν, ενέπηξε, κτυπωσα διά λίθου, τόν πάλον εις τήν γην, κ᾽ εκει τήν άφησε νά βόσκη. Ά! η προβατίνα! Ά! τό μικρόν αρνάκι! Τί τρυφερόν, τί λευκόμαλλον πού ητο, καί πόσον γλυκά εβέλαζε! Τί ηλθες, ω Βλαχοπούλα! Τί θέλεις από εμέ; (έλεγε καθ᾽ εαυτόν εν εξάρσει ο Πάνος ο Δημούλης). Φύγε, ω Βλαχοπούλα. Μή μέ κολάζης χωρίς νά μέ συμπονης! Μή μέ ενοχλης, χωρίς νά μέ γνωρίζης! Πως νά καταπραύνω τήν φαντασίαν μου, σήμερον, Μέγα Σάββατον; Πως νά υπάγω νά μεταλάβω, τήν νύκτα, εις τήν Ανάστασιν, ω Βλαχοπούλα; Αλλ᾽ εγώ διά τουτο ηλθα εις τό χωρίον, αφου εξωμολογήθην, χθές, διά νά μή προλάβω νά κάμω άλλα «κρίματα» έως ου αξιωθω νά μεταλάβω αύριον. Καί τώρα, πως νά μεταλάβω, ω Βλαχοπούλα!
Η νεανις, αφου ήλλαξε τήν προβατίναν, εστάθη ορθία επί τινας στιγμάς, ρίπτουσα βλέμματα τριγύρω εις τούς λόφους. Τί εσκέπτετο αρα; Ησθάνετο πόσον ισχυρά ειναι η φύσις, ήτις δέν εξαντλειται από καταβολης κόσμου μετά τόσην καί τόσην παραγωγην, καί πόσον ευμενής η άνοιξις, ήτις δέν εβαρύνθη νά επανέρχεται κανονικως κατ᾽ έτος, μέ τόσην μονοτονίαν καί μέ τόσην καλλονήν; Ή ενόει τί θά ειπη τό «ως εμεγαλύνθη τά έργα σου, Κύριε!» καί ειχεν ακούσει ποτέ τό «ουκ ελάτρευσαν τη κτίσει παρά τόν Κτίσαντα»; Ητο χριστιανή; Ητο ειδωλολάτρις; Τί ητο;
Τίποτε απ᾽ όλα αυτά. Ητο Βλαχοπούλα.
Τήν στιγμήν εκείνην, ενω ο Πάνος ο Δημούλης έκαμνε τάς ακαίρους καί υπερβολικάς ταύτας σκέψεις, καί η νεανις ίστατο βλέπουσα αορίστως εις τά πέριξ, τρίτον πρόσωπον ενεφανίσθη εις τήν σκηνήν. Ητο στρατιώτης του πεζικου, λιγνός, καλοκαμωμένος, μέ καστανήν κόμην καί λεπτόν μύστακα. Επλησίασεν εις τήν νέαν, ήτις κατ᾽ αρχάς ηθέλησε νά τραπη εις φυγήν, ειτα αφηκε κραυγήν εκπλήξεως αναγνωρίσασα αυτόν.
― Σύ εισαι, Φλώρα! ανέκραξεν ο στρατιώτης.
Ά! η Βλαχοπούλα έχασε διά μιας όλην τήν ποίησίν της διά τόν Πάνον τόν Δημούλην. Ητο λοιπόν ανάγκη νά κάμη εξοχικήν εκδρομήν, νά δεχθη τήν φιλοξενίαν του πλουσίου ιδιοκτήτου της επαύλεως, νά έλθη νά κάμη Πάσχα εις τό χωρίον, νά κοιμηθη σχεδόν ώς τό μεσημέρι τό Μέγα Σάββατον, διατί; διά νά γίνη μάρτυς των ερώτων ενός στρατιώτου; Αλλά δέν συνήντα καθ᾽ εκάστην εις τήν λεωφόρον του Πανεπιστημίου καί εις τήν πλατειαν του Συντάγματος τόσους καί τόσους φαντάρους, ή καί σκαπανεις, ή καί ελάτας, παρακολουθουντας βημα πρός βημα τάς τροφούς μέ τά λευκόπεπλα βρέφη των κυριων των, μετ᾽ ακκισμων στρεφομένας οπίσω καί ανταλλασσούσας φιλικάς λέξεις, ή πυροσβέστας εντρυφωντας εις ατελεύτητον συνδιάλεξιν μέ τάς μαγειρίσσας, εις τό παράθυρον του ισογείου, εις όλας τάς συνοικίας των Αθηνων; Καί οι φαντάροι δέν ηρκουντο λοιπόν πλέον εις τές παραμάννες καί εις τά δουλικά της πρωτευούσης, αλλ᾽ εξήρχοντο καί εις τά χωρία θηρεύοντες χωριατοπούλας;
* * *
Τήν νύκτα εκείνην της Μεγάλης Πέμπτης, η Φλώρα, η πτωχή κόρη, χωρίς νά υποπτεύη τό διάβημα εις τό οποιον ειχε προβη η μήτηρ της πλησίον του μπαρμπα-Σαράντου, μήτε τά «μαναφούκια» τά οποια έσπευσε νά βάλη η φουρνάρισσα η Γιωργούλα εις τήν οικίαν του παρέδρου, ειχε ζαρώσει, κατά τό σύνηθες, εις μίαν γωνίαν του πτωχου οικίσκου, μεταξύ δέσμης καυσοξύλων καί της γάττας, ήτις εκοιματο παραπλεύρως, χωμένη εις τό πενιχρόν σκέπασμα δι᾽ ου ητο τυλιγμένη η νεανις. Η μάννα της έρρεγχεν εξηπλωμένη εκειθεν της εστίας, όπου καί άνδρες ακόμη ολίγοι δύνανται νά ρέγχωσιν. Η απλοϊκή γυνή εφαντάζετο ότι η Φλώρα της, μόλις επιστρέψασα εις τό χωρίον, θά εύρισκε πολλούς καί προθύμους γαμβρούς. Καί ουδ᾽ ησθάνθη κάν απογοήτευσιν μετά δύο ή τρία ανωφελη διαβήματα, όσα ειχε κάμει πλησίον είς τινας οικογενείας, καί σήμερον ακόμη πλησίον του μπαρμπα-Σαράντου. Η φήμη, προδραμουσα εις τό χωρίον, έλεγεν ότι η Φλώρα εδιώχθη, όχι ότι έφυγεν οικειοθελως από τήν εν Αθήναις οικίαν, καί καλοθελήτριαι χωρικαί δέν έλειπαν πρόθυμοι νά ρίπτωσιν εναύσματα εις τήν φλόγα της δυσφημίας, μετά της αυτης ευκολίας, μεθ᾽ ης έρριπτον ξηρά κλαδιά εις τόν φουρνον, όν ήθελον ν᾽ ανάψωσιν. Η γραια εκοιματο καί ωνειρεύετο τήν Φλώραν της στολισμένην κι εύμορφην νύμφην, φορουσαν «τσεμπέρι καί ποδιάν καί σιγούνι καί υποκάμισον κεντητόν καί πεσκούλια* καί κολλαίναν* μέ φλωριά». Καί ομιλουσα εις τόν ύπνον της υπεψιθύριζε: «Τσεμπέρ έ ποδέ εδέ γγουνε εδέ κεμίσι νέ κεντήμ εδέ φλουρέ!»*
Η Φλώρα όμως δέν ειχεν ύπνον, κ᾽ εσυλλογίζετο πικρως τήν φτώχειαν της, τήν κακομοιριάν της, τήν ατυχίαν της. Καί η ζωή της όλη επανήρχετο εις τήν μνήμην της πένθιμος, θλιβερά, ως ερημία άβατος καί άνυδρος, ως εσχατιά πλήρης ερειπίων καπνιζόντων καί αποτεφρωμένων κορμων. Οκταέτις, χάσασα τόν πατέρα της, εδόθη, χάρις εις τήν σκληρότητα του αδελφου της, ως θεραπαινίς εις ξένον οικον. Καί κατ᾽ αρχάς επερνουσε καλά, διότι η κυρία της έτυχε νά ειναι διακριτική καί φιλάνθρωπος. Εις τάς χειρας αυτης εμεγάλωσε, κ᾽ εγκαρδίως επόνεσε τό σπίτι. Αλλ᾽ όταν ήρχισε νά μεγαλώνη, ο αφέντης της, πλούσιος ιδιοκτήτης εν Αθήναις, πεντηκοντούτης, υψηλός, ευτραφής, μελαψός τό πρόσωπον, μαυρος τά χείλη, ήρχισε νά της ρίπτη ερωτικά βλέμματα καί άπαξ ή δίς εζήτησε νά τήν θωπεύση. Αύτη αντεστάθη αγρίως, τόν ηπείλησεν ότι θά τόν καταγγείλη εις τήν κυρίαν της. Εκεινος τότε περιεμαζεύθη, καί της ωρκίσθη ότι δέν θά τό ξανακάμη. Καί άλλως η κόρη εσυστέλλετο νά ομιλήση περί τοιούτου πράγματος εις τήν κυρίαν της. Αλλ᾽ όταν, μετά τινα χρόνον, η δυστυχής γυνή απέθανεν, η Φλώρα, καταληφθεισα υπό αορίστου φόβου, ητοιμάζετο νά φύγη αυθημερόν από τήν οικίαν. Αλλ᾽ η αδελφή της θανούσης, σύζυγος λοχαγου, κατοικουσα παρακειμένην οικίαν (αι δύο οικίαι δίδυμοι, απαράλλακτοι τήν αρχιτεκτονικήν, ηυλίζοντο από τόν αυτόν περίβολον καί ειχον τήν αυτήν είσοδον εκ του δρόμου) τήν ικέτευσεν εξορκίσασα αυτήν εις τήν προσφιλη μνήμην της νεκρας, χάριν των ορφανων της, τεσσάρων τόν αριθμόν, όλων μικροτέρων της δεκαετους ηλικίας, νά μείνη επί τινα χρόνον. Η Φλώρα πιεσθεισα υπήκουσε.
Κατά τόν αυτόν χρόνον, ο λοχαγός ειχε προσλάβει κατ᾽ οικον ως υπηρέτην στρατιώτην τινά του λόχου του, ονόματι Ζησον. Ο νέος εφαίνετο χωρικός, καί ητο αφελής τούς τρόπους. Δέν εκοίταζε τήν Φλώραν (ήτις ειχε γίνει ωραιοτάτη κοπέλα πράγματι, μέ ροδίνας παρειάς, μέ γλυκύτατον ηθος καί μέ λιγυρόν ανάστημα), καθώς κοιτάζουσιν άλλοι, προπετως, αναιδως, επιμόνως. Τήν εκοίταζε κρυφά, γλυκά, ήσυχα, καί η κόρη ήρχισε νά συγκινηται. Ο νέος δέν της ειπε ποτέ απρεπη λόγον, δέν της έκαμεν άσχημον κίνημα. Όταν δέ τυχόν τά βλέμματά των συνηντωντο, ο Ζησος εταπείνου τό ιδικόν του.
Μια των ημερων, ένα μηνα μετά τόν θάνατον της κυρίας της, ενω ο χηρεύσας κτηματίας ανέβαινε διά νά γευματίση, κατέλαβε τόν Ζησον κατοπτεύοντα τήν Φλώραν από του ιδικου του παραθύρου εις τό ιδικόν της, καί του εφάνη ότι η Φλώρα απήντα μειδιωσα εις τά βλέμματά του. Τότε, ο άνθρωπος μέ τά μαυρα χείλη, όστις ειχεν αφήσει νά κοιμηθη πρός καιρόν τό πρός τήν χωριατοπούλαν πάθος του, τό ησθάνθη αποτόμως εξυπνουν. Εις τήν καρδίαν του ο έρως εζευγαρώθη μέ τήν ζηλοτυπίαν. Εμελέτησε δέ νά μεταχειρισθη τήν ανταλλαγήν των βλεμμάτων, τήν οποίαν του εφάνη ότι ειδεν, ως όπλον κατά της Φλώρας.
Ητο περί τό πρωτον λάλημα του πετεινου, καί η Φλώρα εκοιματο εις τό μικρόν της δωμάτιον τό συνεχόμενον μέ τό μαγειρειον, όταν ηκούσθη σιγανόν βημα εις τόν διάδρομον καί ελαφρός τριγμός εις τήν θύραν του θαλάμου της, ως νά εδοκίμαζέ τις νά τήν ανοίξη. Η θύρα δέν έκλειε καλως μέ τό μάνδαλον καί η κόρη ειχε βάλει μίαν καρέκλαν ως στήριγμα όπισθεν καί ένα σιδηρουν μοχλόν ως αντηρίδα. Όλα ταυτα διότι, έχουσα παλαιάς αφορμάς, δέν ειχε παύσει ποτέ νά δυσπιστη πρός τόν κύριόν της. Αλλ᾽ η μία ύαλος του πρός τόν διάδρομον μικρου παραθύρου, τρεις σπιθαμάς μόλις απέχοντος της θύρας, ευρέθη τήν εσπέραν εκείνην ημίθραυστος. Η Φλώρα δέν ειχε μάθει ποτέ τίς τήν ειχε θραύσει. Ίσως ο μικρός του κυρίου της νά τήν ειχε σπάσει αυθημερόν, καί αυτή δέν τό ειχε παρατηρήσει, εκτός άν τήν έθραυσεν ο ίδιος ο αφέντης της, τίς οιδεν; Η Φλώρα δέν ήθελε νά κολασθη άδικα, καί όμως τό υπώπτευσεν.
Η χείρ του προσπαθουντος έξωθεν νά παραβιάση τήν θύραν, εισήχθη σιγά-σιγά διά του ρήγματος της υάλου. Η χείρ εστράφη πρός τό μέρος της θύρας, ειτα εσταμάτησε πάλιν, ως νά εφοβήθη τόν κρότον όν επροξένησεν. Ειτα καί πάλιν εξηπλώθη εγγύτερον πρός τήν θύραν. Η κοιμωμένη κόρη αφηκε στεναγμόν κ᾽ εκινήθη επί της κλίνης, κ᾽ επί πέντε λεπτά, ο άνθρωπος μέ τήν διά της υάλου 〈εισηγμένην〉 χειρα εστάθη, συνέχων τήν αναπνοήν του, κατοπτεύων προσεκτικως τήν καθεύδουσαν.
Ειτα μικρόν κατά μικρόν, αθορύβως, καί μετ᾽ άκρας προφυλάξεως, όλος ο πηχυς μέχρι του αγκωνος, ειτα καί ο βραχίων, εισήχθη εις τά έσω του θαλάμου. Έφθασε τήν καρέκλαν, τήν έδραξε, καί τήν ώθησεν αψοφητί πρός τά ένδον. Η καρέκλα απεμακρύνθη δύο σπιθαμάς, αλλ᾽ η θύρα δέν ενέδιδε. Τότε ο άνθρωπος μέ τήν εισηγμένην χειρα είλκυσε τήν θύραν πρός τά εντός, αλλ᾽ αύτη δέν ήνοιγεν. Εφαίνετο έχουσα καί άλλο στήριγμα εκτός της καθέκλας. Τω όντι ειχε τόν μοχλόν, τόν οποιον ο βιαστής της θύρας δέν έβλεπεν, εις τό ασθενές φως της μέ ύδωρ καί έλαιον κανδήλας, τήν οποίαν ειχεν η νεανις εις τό δωμάτιόν της. Τέλος ο σιδηρους μοχλός έπεσε μετά κρότου καί η θύρα ήνοιξεν.
Ο άνθρωπος μέ τά μελανά χείλη έσπευσε νά εισέλθη. Αλλ᾽ εκει ευρέθη αντιμέτωπος της Φλώρας, ήτις εξυπνήσασα αποτόμως, ανετινάχθη, επήδησε περίτρομος από της κλίνης, ρήξασα κραυγήν, καί κύψασα ήρπασεν από του δαπέδου τόν σιδηρουν μοχλόν…
Ο πλούσιος ιδιοκτήτης, χωρίς νά πτοηθη, ήρχισε νά ψιθυρίζη πρός τήν νέαν «άσχημα λόγια».
― Σιώπα, Φλώρα, ησύχασε, καημένη, Φλώρα!… Άχ! πως σέ λαχταρω… Φλώρα μου! Φλώρα μου!
― Φεύγ᾽ απ᾽ εδω! έκραξεν αγρίως εκείνη.
Ο μελαψός άνθρωπος ηθέλησε νά τήν περιβάλη μέ τούς βραχίονας, αλλ᾽ εκείνη επρότεινε τόν μοχλόν.
― Φεύγα! Τό βλέπεις αυτό; Θά σέ χτυπήσω… θά φωνάξω τούς γειτόνους σου… θά κράξω τό λοχαγό…
― Ξέρω γιατί θά τόν φωνάξης τό λοχαγό, ειπε μετά λύσσης ο χηρος… τά ᾽χεις φτιασμένα μέ τόν υπηρέτη του, καί καλοπερνας, σκύλα!… Σας ειδα εγώ…
― Ψέματα! Ψέματα! έκραξεν εν αγανακτήσει η Φλώρα. Εισαι ψεύτης, άτιμος!…
― Βρίσε με, Φλώρα, βρίσε με, δειρέ με, κάμε με ό,τι θέλεις… μόνον άφες με νά…
Κ᾽ εξέτεινε τήν χειρα νά τήν συλλάβη. Αλλ᾽ η Φλώρα, ταχεια ως αστραπή, ύψωσε τόν σιδηρουν μοχλόν, καί του εξήρανε τήν χειρα.
―Ώχ! σκύλα…
― Φεύγα, φεύγα! θά φας κι άλλη…
― Άχ! αθλία! βρώμα!… αλλου ξέρεις νά κάνης ψυχικά… σ᾽ εμένα, τόν αφέντη σου, πού σέ πηρα στό σπίτι μου καί σέ ανάστησα, κάνεις τήν τίμια… Ώχ! Ώχ!
Έτριβε τόν πληγέντα αριστερόν του βραχίονα μέ τήν δεξιάν του χειρα.
― Φεύγα, τώρα!
Ο άνθρωπος μέ τόν πληγέντα βραχίονα, ηρεύνησεν εις τό θυλάκιόν του, κ᾽ εξήγαγε τό ρεβόλβερ γεματον. Αλλά μόλις ύψωσε τήν παλάμην, καί η Φλώρα, αισθανθεισα αμυδρως τόν κίνδυνον, του κατέφερε διά του σιδηρου μοχλου σφοδροτάτην πληγήν εις τόν δεξιόν βραχίονα.
Η χείρ του κατέπεσεν αδρανής, καί τό ρεβόλβερ εκυλίσθη εις τούς πόδας της Φλώρας. Ο άνθρωπος έφυγε γογγύζων, ολολύζων, βλασφημων, μέ τούς δύο βραχίονας απεξηραμμένους.
Η Φλώρα εμόχλευσεν εκ νέου τήν θύραν, ωχύρωσε τό παράθυρον μέ τήν τράπεζαν, μέ τές καθέκλες, μέ προσκεφάλαια καί οθόνας, καί καταβιβάσασα τήν στρωμνήν της από της κλίνης, τάς μέν σανίδας καί τά στρίποδα έβαλεν επικουρίαν εις τήν οχύρωσιν της θύρας καί του παραθύρου, αυτή δέ κατεκλίθη κάτω εις τό πάτωμα, χωρίς νά κοιμηθη.
Άμα τη ανατολη της ημέρας, ητοίμασε τήν αποσκευήν της καί ανεχώρησε διά τό χωρίον, χωρίς νά διηγηθη ούτε εις τήν σύζυγον του λοχαγου τί ειχε συμβη. Ο άνθρωπος μέ τά μελανά χείλη ενοσηλεύθη κρυφά εις τήν οικίαν του, καί εις τήν γυναικαδέλφην του διηγήθη ότι η Φλώρα του έκλεψεν ασημένια κουτάλια καί χρήματα κ᾽ έφυγε.
* * *
― Σύ εισαι, Φλώρα, εφώνησεν ο ωραιος στρατιώτης αναγνωρίσας τήν νέαν. Καί πως εδω;
―Εδω ειναι τό χωριό μου! απήντησεν η Φλώρα.
― Δέ μου ειπες ποτέ πώς εισαι χωριανή μου, ειπεν ο στρατιώτης.
― Κ᾽ ελόγου σου δέ μου ειπες ποτέ πώς εισαι χωριανός μου. Τώρα αφέθηκες;
―Επηρα άδεια κ᾽ ηρθα. Καί σύ πως έφυγες απ᾽ τό σπίτι του αφεντικου σου, Φλώρα;
Η νεανις ηρυθρίασεν, αλλ᾽ ερύθημα οργης καί μίσους, όχι αισχύνης.
― Μήν τά ρωτας αυτά, ειπε.
― Πέ μου εμένα τήν αλήθεια, Φλώρα, γιατί σου θέλω τό καλό σου, ειπεν ο Ζησος.
― Καί τί σ᾽ έχω, νά σου τήν πω; απήντησε μειδιωσα η κόρη.
―Ήθελα νά ξέρω τά όσα έπαθες, γιατί η μάννα σου προχθές τό βράδυ μας ειπε, στό σπίτι μας, τά μισά.
― Καί πως ηρθε η μάννα μου στό σπίτι σας; ηρώτησεν ανήσυχος η νέα.
―Ηρθε νά σέ προξενέψη στόν αδερφό μου, γιά γυναικά του, μά ο Στάμος δέν σέ θέλει.
― Άς ειναι καλά τό γινάτι του, ειπεν η Φλώρα, εγώ δέν ήξερα χαμπάρι.
―Εγώ όμως σέ θέλω, Φλώρα, ειπεν αφελως ο νεαρός χωρικός. Καί άν δέν σέ θέλη ο αδελφός μου, τόσο καλύτερα, γιατί θά σέ πάρω εγώ.
Η Φλώρα υπεμειδίασεν ερυθριωσα.
― Καί γιά νά σέ πάρω, ειναι καλά νά ξέρω τό τί έτρεξε, εξηκολούθησεν ο νέος. Ο αφέντης σου όταν έφυγες, ξέρεις τί της ειπε, της γυναίκας του λοχαγου, της κυρας μου;
― Τί θά της ειπεν; ειπε πικρως μειδιωσα η Φλώρα· χωρίς άλλο θά ειπε πώς του ᾽κλεψα τίποτε.
― Αυτό· ειπεν ότι του ᾽κλεψες κάτι ασημένια, καί λεφτά.
Η Φλώρα εστέναξε καί ύψωσεν άνω τούς οφθαλμούς.
― Δέ μου λές, ειπε, τόν ειδες τόν αφέντη μου διόλου, τότε κοντά πού έφυγα;
―Όχι· ηταν άρρωστος από πυρετό, κ᾽ έμεινε ένα μηνα στά ρουχα…
― Τί πυρετό! τά μπράτσα του τά δυό τό ξέρουνε κ᾽ η βέργα η σιδερένια η χοντρή κι ο Θεός πού μας ειδε.
Καί διηγήθη εν ολίγοις πως ο κύριός της εζήτησε νά τήν βιάση, καί πως αυτή τόν εκτύπησε διά του σιδηρου μοχλου.
* * *
Όλον σχεδόν τόν ανωτέρω διάλογον, τόν ήκουεν ο Πάνος ο Δημούλης, εξηπλωμένος επί της χλόης εις τήν κορυφήν του λόφου, καί ανέχων επί των θάμνων τήν κεφαλήν.
Ως ενόησεν ο αναγνώστης, η γραια Σιδερή ειχε φορέσει εις τήν κόρην της τές μπόλιες καί τές ποδιές καί όλα όσα ωνειροπόλει, πλήν των φλωρίων, τά οποια ησαν προωρισμένα διά τάς νύμφας. Τήν ειχε καταφέρει δέ, δευτέραν ή τρίτην φοράν μετά τόν ερχομόν της, νά εξέλθη του οικίσκου καί νά υπάγη ολίγα βήματα έξω του χωρίου, διά ν᾽ αλλάξη τήν προβατίναν της. Κ᾽ εκει πού άλλαζε τήν προβατίναν, ανελπίστως συνήντησε τόν Ζησον, τόν παλαιόν γνώριμόν της εις τήν πόλιν, καί παλαιότερον χωριανόν της εις τά Μεσόγεια.
* * *
Τήν επαύριον ητο Πάσχα, μεγάλη ημέρα, καθ᾽ ήν πάμπολλαι σουβλαι περιεστρέφοντο μέ τά σφαχτά εις τό πυρ, καί αμέτρητες κανάτες μέ αφρίζοντα ρητινίτην έφεραν πολλές γυρες διά κοινου ποτηρίου, από στόματος εις στόμα, εις τάς οικίας των χωρικων. Καί περί τήν εσπέραν, ο Πάνος ο Δημούλης, μέ τόν Παυλον τόν Βαλέντιον καί μέ όλην τήν συντροφιάν του, επανηλθε μελαγχολικός εις τήν πόλιν, φθονων ολοψύχως τόν Ζησον, τόν εν αδεία στρατιώτην, τόν υιόν του παρέδρου Σαράντη, όστις έμελλε, μετά μίαν εβδομάδα, νά στεφθη εις γάμον μετά της ωραίας λιγυρας Βλαχοπούλας, αποκαθιστων, διά μιας πράξεως, τήν νέαν εις τήν υπόληψίν της, εξασφαλίζων τήν ιδίαν του ευτυχίαν, αφήνων εις τά κρύα τόν αναποφάσιστον Στάμον, ματαιων τάς ραδιουργίας της γειτόνισσας της Γιωργούλας, καί απαλλάττων τόν γέροντα πατέρα του της φροντίδος του νά ζητη εις τό γηράς του νά νυμφευθη ο ίδιος, χάριν των διπλων αναγκων της οικίας καί του αγρου.
(1892)
