Η προδοσία έριξε το Μεσολόγγι. Μέρος Α’
Γράφει ο Γιώργος Βενετσάνος
Η ηρωική έξοδος του Μεσολογγίου ήταν το γεγονός που συγκλόνισε την Ευρώπη. Το γεγονός που απέδειξε στην παγκόσμια κοινότητα ότι οι αγωνιζόμενοι Έλληνες εννοούσαν οταν βροντοφώναξαν το «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ή ΘΑΝΑΤΟΣ».
Αιώνια Τιμή και Μνήμη στους ήρωες νεκρούς τους οποίους οφείλουμε να τους τιμήσουμε αποκαλύπτοντας και αποδεχόμενοι την ιστορική αλήθεια. Το Μεσολόγγι δεν έπεσε κάτω από τις υπέρτερες αριθμητικά ορδές, ούτε από τα κανόνια των Οθωμανών.
Το Μεσολόγγι προδόθηκε.
Η πτώση του Μεσολογγίου δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της πολιορκίας, αλλά και μιας προδοσίας. Ακολουθούν τα στοιχεία και οι μαρτυρίες που στηρίζουν και τεκμηριώνουν αυτή την άποψη. Παρά το γεγονός ότι το Μεσολόγγι είχε αποκρούσει νικηφόρα δύο προηγούμενες επιθέσεις, η τρίτη πολιορκία του 1826 έμελλε να είναι η τελευταία.
«Η πρώτη πολιορκία (Οκτώβριος–Δεκέμβριος 1822) έληξε άδοξα για τον Ομέρ Βρυώνη, καθώς η αποτυχημένη τελική έφοδος της 31ης Δεκεμβρίου ανάγκασε τους Οθωμανούς σε υποχώρηση. Παρόμοια τύχη είχε και η δεύτερη απόπειρα το 1823 υπό τον Μουσταφά Πασά, πιο γνωστή και ως πολιορκία του Αιτωλικού, η οποία κατέληξε επίσης σε αποτυχία. Ωστόσο, στην τρίτη και καθοριστική πολιορκία (1825–1826), οι ισορροπίες ανατράπηκαν δραματικά: απέναντι στις συνασπισμένες δυνάμεις του Κιουταχή και του Ιμπραήμ, που αριθμούσαν συνολικά 45.000 άνδρες, οχυρώθηκαν μόλις 3.000 Ρουμελιώτες και Σουλιώτες.»
Τελικά, το Μεσολόγγι δεν λύγισε από τα εχθρικά πυρά, αλλά από την ανίκητη πολιορκία της πείνας και των ασθενειών. Ο λιμός και ο λοιμός υπήρξαν οι πραγματικοί κατακτητές που καθυπέταξαν την πόλη, εκεί όπου ο εχθρικός στρατός είχε αποτύχει. Η επισιτιστική κρίση που ξέσπασε στα τέλη του 1825 υπήρξε ο καθοριστικός παράγοντας για την πτώση της πόλης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος ο Ιμπραήμ ομολόγησε πως η νίκη του δεν οφειλόταν στη στρατιωτική του υπεροχή, αλλά στην εξαθλίωση των αγωνιστών από την έλλειψη τροφίμων, δηλώνοντας ουσιαστικά πως το Μεσολόγγι νικήθηκε από την πείνα.
Κατά τον ιστορικό Σπυρίδωνα Τρικούπη, ο Ιμπραήμ, συνομιλώντας με τον ναύαρχο Δεριγνύ στο Νεόκαστρο, παραδέχθηκε με αφοπλιστική ειλικρίνεια:
– «Βλέπεις εκείνο το χιόνι; Αν εκείνο το χιόνι ήταν ψωμί, το Μεσολόγγι θα ήταν ακόμα δικό τους». Αυτή η ομολογία του Ιμπραήμ αναδεικνύει το μέγεθος της τραγωδίας: Η πόλη ήταν απόρθητη όσο υπήρχαν τρόφιμα. Όταν ο λιμός δάμασε τους αμυνόμενους ήρθε το τελειωτικό χτύπημα σε έναν λαό που είχε ήδη νικήσει τον εχθρό στο πεδίο της μάχης, αλλά έχανε τη μάχη με την επιβίωση.
Ο Σπυρίδων Τρικούπης, παρά την πολιτική του ιδιότητα, δεν χαρίζεται στην τότε ελληνική διοίκηση. Στην «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» (Τόμος Γ’, σελ. 286-287), εξαπολύει έναν δριμύτατο έλεγχο, υποστηρίζοντας ότι η πείνα δεν ήταν μοιραία, αλλά αποτέλεσμα εγκληματικής αμέλειας: «Ήτον άρα ανάγκη να πέση το Μεσολόγγι; Ουχί, αν η κυβέρνησης έπραττε το καθήκον της· αλλά το εγκατέλειψεν.». Κατηγορεί τους υπεύθυνους ότι δεν φρόντισαν για τον συνεχή εφοδιασμό της πόλης από τη θάλασσα, ενώ υπήρχαν τα μέσα, επίσης σημειώνει πως η κυβέρνηση αναλώθηκε σε εσωτερικές διαμάχες, αφήνοντας τους πολιορκημένους «θύματα της πείνας και των ασθενειών» και τονίζοντας την τεράστια ηθική τους ευθύνη, τονίζοντας πως η ανδρεία των Μεσολογγιτών ήταν τέτοια, που μόνο η πλήρης στέρηση τροφής (λιμός), η οποία μπορούσε να είχε προληφθεί, κατάφερε να τους κάμψει.
Η πτώση του Μεσολογγίου, σύμφωνα με τον Τρικούπη, ήταν ένα «οικονομικό και διοικητικό έγκλημα». Καταγγέλλει ότι η κυβέρνηση ξόδεψε άσκοπα πόρους σε τρεις διαδοχικές αλλά αποσπασματικές προσπάθειες βοήθειας, αντί να μεριμνήσει για έναν έγκαιρο και μαζικό εφοδιασμό. Η εκτίμηση του ιστορικού είναι συγκλονιστική: Αν η Διοίκηση είχε πράξει το καθήκον της την πρώτη φορά, ο Ιμπραήμ και ο Κιουταχής θα είχαν ηττηθεί ταπεινωτικά έξω από τις πύλες της πόλης.
Ο Γερμανός ιστορικός Karl Mendelssohn-Bartholdy, στην «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», συμπλέει απόλυτα με τον Τρικούπη, προσθέτοντας όμως μια ακόμα πιο σκληρή ηθική διάσταση, τη διαφθορά και την ιδιοτέλεια της εξουσίας: «Δεν δύναταί τις δυστυχώς νά άρνηθή ότι ό Κουντουριώτης καί οι όπαδοί αύτοϋ κατώρθωσαν νά σπαταλήσωσι τά άπό των άγγλικών δανείων είσπραχθέντα ολίγα χρήματα εις δεύτερον έμφύλιον πόλεμον ενώ ή Κρήτη, ή Κάσσος καί τά Ψαρρά, έρμαιον εις τόν έθνικόν εχθρόν άφιέμεναι κατεβάλλοντο, οϊ δέ Αιγύπτιοι παρε- σκευάΖοντο νά κατενέγκωσι όλεθρίαν πληγήν κατά τής Πελοπόννησου».
Η καταγγελία του Karl Mendelssohn-Bartholdy υποστηρίζει ότι η «έλλειψη πόρων» στο Μεσολόγγι ήταν κατασκευασμένο πρόσχημα για την εκποίηση εθνικής γης σε ημετέρους. Ο ιστορικός καταδεικνύει την αισχροκέρδεια πάνω στην τραγωδία των πολιορκημένων, παρουσιάζοντας την πείνα ως μοχλό πίεσης για τον πλουτισμό της πολιτικής ελίτ. Αυτή η λεπτομέρεια αναδεικνύει το μέγεθος του πολιτικού κυνισμού της εποχής. Ουσιαστικά, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε την αγωνία των πολιορκημένων ως πρόσχημα για να νομιμοποιήσει την αρπαγή της εθνικής γης από ισχυρούς παράγοντες, έτσι στις 16 Φεβρουαρίου του 1826 εκδόθηκε νόμος για την εκποίηση εθνικών γαιών, αμπελώνων, κήπων, ελαιώνων κλπ. για τη συγκέντρωση της βοήθειας προς το Μεσολόγγι που αναφέρεται στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως 13/2/1826. Νομος που ενώ κρίθηκε αντισυνταγματικός τέθηκε σε ισχύ. Όμως οι τρόποι πληρωμής που χρησιμοποιήθηκαν δεν επέτρεψαν τη συγκέντρωση σοβαρών ποσών. Ο αναγκαστικός έρανος, που επίσης χρησιμοποιήθηκε, επίσης δεν απέδωσε ουσιαστικά.
Οι απεσταλμένοι του Μεσολογγίου, έχοντας περάσει τέσσερις μήνες σε έναν εξαντλητικό και άκαρπο αγώνα στο Ναύπλιο, την Ύδρα και το Άργος, έφτασαν στα όρια της απελπισίας. Όπως χαρακτηριστικά έγραψε ο Σπυρομήλιος, μέλος της αντιπροσωπείας, έβλεπαν πλέον καθαρά πως η πόλη τους είχε εγκαταλειφθεί στη μοίρα της. Συνειδητοποιούσαν με οδύνη ότι, ενώ ενώ οι ίδιοι ικέτευαν για ψωμί και πολεμοφόδια, οι κυβερνώντες αναλώνονταν σε πολιτικές ίντριγκες και οικονομικά παζάρια, αφήνοντας τους αδελφούς τους να πεθαίνουν από την πείνα.
Οι μαρτυρίες των αυτοπτών μαρτύρων περιγράφουν μια κατάσταση που ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης αντοχής, επιβεβαιώνοντας πως η πτώση του Μεσολογγίου ήταν αποτέλεσμα μιας άνισης μάχης με τη φύση και την πείνα:
Ο Νικόλαος Σπυρομήλιος: εστιάζει στις σωματικές επιπτώσεις του λιμού και του λοιμού: Σημειώνει ότι η διατροφή με φύκια και καβούρια προκαλούσε πρήξιμο και αδυναμία στα πόδια των στρατιωτών, ενώ πολλοί έφταναν στο σημείο να «τρελαίνονται» για μερικές ημέρες από την ασιτία. Περιγράφει τους Μεσολογγίτες ως σκιές του εαυτού τους, που όμως αρνούνταν πεισματικά να παραδοθούν, επιλέγοντας τον θάνατο από την ατίμωση.
Οδυσσέας Μαρούλης: «Τελευταία πολιορκία του Μεσολογγίου» 1926. Οι δε κάτοικοι: «Πεινώντες, γυμνητεύοντες, νοσούντες, χλομοί και λιπόσαρκοι εσύροντο ανά τας οδούς της χειμαζομένης πόλεως φασμάτων σκιαί»
Ι.Ι. Μάγερ: Ο Ελβετός και εκδότης των «Ελληνικών Χρονικών», λίγο πριν το τέλος, έγραψε: «Τα βάσανα που υποφέραμε και μία πληγή που έλαβα εις το σώμα μου, δεν μου επιτρέπουν να σας γράψω πλέον… Καταντήσαμε εις τοιαύτην ανάγκην, ώστε να τρεφόμεθα από τα πλέον ακάθαρτα ζώα».
Πέτρος Στεφανίτζης: ο γιατρός της φρουράς του Μεσολογγίου αποκαλύπτει την ιατρική τραγωδία στο ημερολογιο του γράφοντας ότι: Οι τραυματίες πέθαιναν όχι μόνο από τις πληγές τους, αλλά από τη γάγγραινα και τις ασθένειες που θέριζαν λόγω της πλήρους έλλειψης φαρμακευτικού υλικού και καθαρού νερού, ενώ παρουσιάστηκαν και μεμονωμένα περιστατικά νεκροφαγίας από την άκρα απελπισία.
Αρτέμιος Μίχος: ο νεαρός Γιαννιώτης αγωνιστής που ήταν παρών στην πολιορκία του Μεσολογγίου περιγράφει ένα συγκλονιστικό γεγονός στα «Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου», όπου καταθέτει μια από τις πιο συγκλονιστικές και ωμές μαρτυρίες για το δράμα των πολιορκημένων, εστιάζοντας στην πλήρη κατάρρευση του οργανισμού από την ασιτία.
Σύμφωνα με τον Μίχο, η κατάσταση είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο ώστε: η πείνα είχε αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους σε τέτοιο βαθμό, που «ο ένας δεν εγνώριζε τον άλλον», ενώ περιγράφει ένα ακόμη συγκλονιστικότατο γεγονός. Η ειδική επιτροπή που έκανε έρευνα για τρόφιμα βρέθηκε μπροστά σ’ ένα φρικτό θέαμα. Μια μητέρα, περιφρονημένη από την πείνα και βλέποντας τα παιδιά της να πεθαίνουν, είχε ήδη αρχίσει να τεμαχίζει το σώμα του ενός παιδιού της, το οποίο είχε μόλις πεθάνει από την πείνα, για να ταίσει τα υπόλοιπα και να κρατηθεί και η ίδια στη ζωή. Τα μέλη της επιτροπής έμειναν άφωνα και συγκλονισμένα. Δεν υπήρχαν πλέον λόγια για τιμωρία ή έρευνα, η σκηνή αυτή ήταν η απόδειξη ότι το Μεσολόγγι είχε περάσει σε μια διάσταση όπου οι ανθρώπινοι νόμοι και η λογική είχαν καταλυθεί. Αυτό το περιστατικό όμως ίσως και άλλα ήταν μεμονωμένα και κρυφά και γίνονταν εν αγνοία της φρουράς της πόλης.
Αυτές οι μαρτυρίες δικαιώνουν τον στίχο του Διονύσιου Σολωμού: «Τα μάτια η πείνα εμαύρισε», αποδεικνύοντας ότι η Έξοδος δεν ήταν μια στρατιωτική επιλογή, αλλά μια πράξη ύστατης αξιοπρέπειας απέναντι στον αργό θάνατο.
Κατά συνέπεια το Μεσολόγγι δεν νικήθηκε από τις υπέρτερες δυνάμεις των Οθωμανών. Οι ήρωες αμυνόμενοι νικήθηκαν από τον λιμό τον λοιμό και την έλλειψη πυρομαχικών.
Βέβαια υπήρξαν και παραδείγματα στήριξης του Μεσολογγίου στις τρεις ηρωικές Στον αντίποδα της κρατικής αδιαφορίας, η ιστορία καταγράφει και παραδείγματα στήριξης του Μεσολογγίου με την μεγαλειώδη προσφορά ανθρώπων όπως ο Διονύσιος Ρώμας και ο Ιωάννης-Γαβριήλ Εϋνάρδος. Ο Ρώμας, από τη Ζάκυνθο, που διέθεσε την τεράστια προσωπική του περιουσία για την αγορά τροφίμων και πολεμοφοδίων, τα οποία έστελνε κρυφά με πλοιάρια στην πολιορκημένη πόλη, παρακάμπτοντας την αγγλική ουδετερότητα των Ιονίων Νήσων, ενώ υπήρξε ο συνδετικός κρίκος μεταξύ της Φρουράς και του εξωτερικού κόσμου, εμψυχώνοντας τους οπλαρχηγούς και πιέζοντας για αποστολή βοήθειας, όταν η κεντρική διοίκηση αδρανούσε. θυσιάζοντας την περιουσία του για να μην σβήσει η φλόγα της αντίστασης. Παράλληλα, ο Ελβετός τραπεζίτης υπήρξε ίσως ο σημαντικότερος ξένος αρωγός της Επανάστασης.
Όταν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αρνούνταν να δανείσουν την Ελλάδα, ο Εϋνάρδος έστελνε τεράστια ποσά από την προσωπική του περιουσία. Συγκέντρωνε εράνους σε όλη την Ευρώπη και ναύλωνε πλοία με αλεύρι και σιτάρι ειδικά για το Μεσολόγγι. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ακόμα και μετά την πτώση, συνέχισε να εξαγοράζει Μεσολογγίτες αιχμαλώτους από τα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου. Επίσης κινητοποίησε την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και έστειλε καράβια με τρόφιμα, αποδεικνύοντας ότι το Μεσολόγγι δεν ήταν μόνο του στις καρδιές των αληθινών Φιλελλήνων, αλλά δείχνοντας και την επιρροή που ασκούσε ο Ιωάννης Καποδίστριας στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων μέσω των διεθνών του γνωριμιών.
Τα υπόλοιπα θα ακολουθήσουν στο Β’ μέρος.
