ΤΡΙΤΗ, 28 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026
ΑΠΟΨΕΙΣ

«Μάθε Παιδί μου Καραγκιόζη Γράμματα» –  Μια ακόμα ιστορία του Θεάτρου Σκιών με τη βοήθεια της Τεχνητής Νοημοσύνης

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Πρόσθεσε το olympia.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

«Μάθε Παιδί μου Καραγκιόζη Γράμματα» –  Μια ακόμα ιστορία του Θεάτρου Σκιών με τη βοήθεια της Τεχνητής Νοημοσύνης

Βασίλης Δημ. Χασιώτης 

Συνεχίζουμε τη σειρά «Διάλογοι» με το σημερινό θέμα, που εντάσσεται στην υποενότητα της προσέγγισης της παράδοσης του Θεάτρου Σκιών, προσαρμοσμένη πολιτικά στην τρέχουσα προεκλογική περίοδο αν και με μια γενικότερη διάθεση ένταξης της πολιτικής και κοινωνικής προβληματικής στον κόσμο του Καραγκιόζη και της παράδοσης έτσι όπως εκφράζεται και παρουσιάζεται μέσα από το Θέατρο Σκιών.

Σε καμία στιγμή, ο αναγνώστης δεν θα πρέπει να ξεχνά τον στόχο αυτής της σειράς, όπως και όλων μου των «συζητήσεων» με την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Από πλευράς μου, όλη αυτή η προσέγγιση και η εκ μέρους μου προσπάθεια, έχει έναν καθαρά διερευνητικό χαρακτήρα, που αποσκοπεί, τουλάχιστον εκ μέρους μου, να διευκρινιστούν κρίσιμες πτυχές της ΤΝ, τόσο ως προς τη χρήση της όσο και, κυρίως αυτό, τους ορατούς ή λιγότερους ορατούς κινδύνους για τον άνθρωπο, που προκύπτουν από την απροβλημάτιστη χρήση της, και τα όρια και προϋποθέσεις αυτής της χρήσης, αλλά και πόσο μια τέτοια εν ταυτώ χρήσιμη αλλά και επικίνδυνη τεχνολογική αλλά και επιστημονική εξέλιξη, μπορεί να ελεγχθεί και με ποιον τρόπο, προς όφελος ασφαλώς όχι λίγων ισχυρών συμφερόντων ιδιωτικών και μη.

Όμως όλα αυτά, θα προσεγγιστούν στο τέλος της διερευνητικής μας διαδρομής.

«Χ» (εγώ)

«GPT» (Η ΤΝ GPT )

ΕΝΑΡΞΗ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΜΕ ΤΟ GPT 5

Χ :

Ο Καραγκιόζης έχει περιπέσει σε περισυλλογή. Κάθεται στο τραπέζι της Παράγκας του μόνος του. Πάνω στο τραπέζι τέσσερα βιβλία. Τα κοιτάει αμίλητος όσο και προβληματισμένος. Του τα έφερε ένας υπηρέτης του Σαραγιού κρυφά. «Μου τα έδωσε ο Πασάς και μου είπε να πάω και να τα βάλω φωτιά. Είναι λέει επικίνδυνα. Όμως μπορούμε να βγάλουμε λεφτά από δαύτα. Ξέρω ότι εκεί έξω υπάρχουν κάποιοι λωλαμένοι που τα αγοράζουν. Εσύ Καραγκιόζη θα τα δίνεις και θα μοιραζόμαστε τα φράγκα. Μη μου τη φέρεις μόνο γιατί χάθηκες». Ο Καραγκιόζης ρώτησε τον υπηρέτη αν άκουσε γιατί τα θεωρούν επικίνδυνα. Ο υπηρέτης του απάντησε ότι κάτι άκουσε μέσες άκρες, να λένε ότι τα βιβλία αυτά μιλάνε για κάτι νόμους, για κάποια λέει Δημοκρατία, για κάτι για ίσους ή κάτι τέτοιο. Εν προκειμένω θέλω, πριν συζητήσουμε οτιδήποτε άλλο για την πλοκή να εισαγάγουμε ένα στοιχείο που δεν είναι συχνό στο Θέατρο Σκιών : έναν μονόλογο του Καραγκιόζη, που έχει μπροστά του τα βιβλία. Ο ίδιος γράμματα δεν γνωρίζει να τα διαβάσει, όμως ο μονόλογος του ακριβώς πάνω σ’ αυτό το σημείο θέλει να εστιάσει, ανακαλώντας στη μνήμη του τη φράση του πατέρα του «μάθε παιδί μου γράμματα να μην μείνεις ξύλο απελέκητο». Δυστυχώς διάλεξε να μην επιλέξει το πρώτο και τώρα αναλογίζεται όχι ποια είναι η ζωή του και ποια θα μπορούσε να ήταν.

GPT : 

Η ιδέα έχει ένα ιδιαίτερο δραματουργικό ενδιαφέρον, γιατί για μια στιγμή ο Καραγκιόζης παύει να είναι μόνο ο φορέας του γέλιου και γίνεται ο άνθρωπος που συναντά το μεγαλύτερο προσωπικό του έλλειμμα. Δεν θρηνεί τη φτώχεια του· θρηνεί μια επιλογή της νιότης του. Αυτό ταιριάζει και με τη βαθύτερη παράδοση του Θεάτρου Σκιών, όπου πίσω από το κωμικό πρόσωπο υπάρχει πάντοτε ένας άνθρωπος.

Ένας τέτοιος μονόλογος θα μπορούσε να είναι κάπως έτσι:

(Ο Καραγκιόζης κάθεται μόνος στο τραπέζι. Μπροστά του τέσσερα παλιά βιβλία. Τα αγγίζει διστακτικά. Σηκώνει ένα, το γυρίζει από δω κι από κει, το μυρίζει, το ξαναφήνει. Σιωπή.)

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ:

Παράξενο πράγμα…

Ένα βιβλίο… ούτε σε δαγκώνει, ούτε σε κυνηγάει. Κι όμως βρέθηκαν άνθρωποι που το φοβούνται τόσο, ώστε να θέλουν να το κάψουν.

(Παύση.)

Κι εγώ… ούτε που μπορώ να καταλάβω τι λέει.

(Χαμογελά πικρά.)

Βρε, πατέρα… πόσες φορές μου το ‘λεγες…

“Μάθε, παιδί μου, γράμματα… να μη μείνεις ξύλο απελέκητο.”

Κι εγώ… όλο το ‘σκαγα. Άλλοτε για τις αλάνες, άλλοτε για τις σκανταλιές, άλλοτε γιατί νόμιζα πως ο κόσμος κερδίζεται με την πονηριά.

Ε, τον κέρδισα;

(Παίρνει στα χέρια του το βιβλίο.)

Να το λοιπόν…

Κρατάω έναν θησαυρό… ή ένα κουρελόχαρτο.

Δεν ξέρω ποιο από τα δυο είναι.

Και το χειρότερο…

Δεν μπορώ να το μάθω μόνος μου.

(Σκύβει το κεφάλι.)

Πόσες φορές δεν κορόιδεψα τους γραμματιζούμενους…

“Άσε τα χαρτιά”, έλεγα, “η ζωή θέλει εξυπνάδα.”

Να όμως που η εξυπνάδα μου σταματάει εδώ.

Στο εξώφυλλο.

Από κει και πέρα… σκοτάδι.

(Αγγίζει και τα τέσσερα βιβλία.)

Λένε πως μέσα τους γράφουν για νόμους…

Για δημοκρατίες…

Για ίσους ανθρώπους…

Έτσι είπε ο υπηρέτης.

Μπορεί να γράφουν αλήθειες.

Μπορεί να γράφουν ψέματα.

Μπορεί να γράφουν και σαχλαμάρες.

Εγώ όμως…

ούτε να συμφωνήσω μπορώ…

ούτε να διαφωνήσω.

Και τούτο δω είναι η μεγαλύτερη φτώχεια.

Όχι που δεν έχω ψωμί.

Αλλά που δεν μπορώ να ζυγίσω μια κουβέντα με το δικό μου μυαλό.

(Με βλέμμα χαμένο.)

Άραγε…

όσοι φοβούνται αυτά τα βιβλία…

τα διάβασαν;

Ή μήπως τα φοβούνται επειδή τα διάβασαν;

Κι εγώ…

πού να ξέρω;

Εγώ μόνο τα κοιτάζω σαν να κοιτάζει ο διψασμένος ένα πηγάδι χωρίς κουβά.

(Παίρνει μια βαθιά ανάσα.)

Πατέρα…

Άργησα να καταλάβω τι θα πει «γράμματα».

Δεν είναι για να το παίζεις σπουδαίος.

Είναι για να μη χρειάζεται να πιστεύεις ό,τι σου λέει ο πρώτος περαστικός.

Είναι για να μπορείς να λες το δικό σου «ναι»…

και το δικό σου «όχι».

(Σηκώνει το βλέμμα.)

Αν μπορούσα να γυρίσω πίσω…

δεν ξέρω αν θα γινόμουν πλούσιος.

Μα θα ‘θελα, μια φορά στη ζωή μου, να ανοίξω ένα βιβλίο…

και να μη χρειάζομαι κανέναν να μου πει τι γράφει μέσα.

(Σιωπή. Ακουμπά απαλά το χέρι του πάνω στα τέσσερα βιβλία.)

Περίεργο…

Όλη μου τη ζωή νόμιζα πως ήμουν ελεύθερος.

Και σήμερα…

τέσσερα βιβλία μού φανέρωσαν πόσο δεμένος μπορεί να είναι ένας άνθρωπος χωρίς να το ξέρει.

Αυτό που θεωρώ ιδιαίτερα δυνατό εδώ είναι ότι ο μονόλογος δεν καταλήγει σε ένα απλό «έπρεπε να είχα μάθει γράμματα». Προχωρά ένα βήμα βαθύτερα: η παιδεία παρουσιάζεται ως προϋπόθεση προσωπικής κρίσης. Ο Καραγκιόζης δεν λέει ότι τα βιβλία έχουν δίκιο· λέει ότι η αμάθειά του δεν του επιτρέπει ούτε να τα δεχθεί ούτε να τα απορρίψει. Έτσι ο μονόλογος λειτουργεί ως υπαρξιακή εξομολόγηση και ταυτόχρονα προετοιμάζει οργανικά την πλοκή γύρω από τα «επικίνδυνα» βιβλία.

Χ :

Εδώ δέχεται την επίσκεψη του σιορ Διονύση που του επιφύλαξε μια έκπληξη. Μαζί του ήταν και ένας ξάδερφος του, ο σιορ Σπυρέτος, τον οποίο κανείς δεν γνώριζε στην Πολιτεία του Σαραγιού / Παράγκας. Ο σιορ Σπυρέτος έμενε μόνιμα σε μια ξένη και πλούσια Πολιτεία κι ο ίδιος ήταν το ίδιο σπουδαγμένος όσο κι ο εδώ ξάδερφός του. Όμως οι απόψεις τους για πολλά πράγματα δεν είναι καθόλου οι ίδιες. Ο σιορ Διονύσης που βλέπει τα βιβλία στο τραπέζι ρωτά τον Καραγκιόζη με έκπληξη πως βρέθηκαν στα χέρια του. Ο Καραγκιόζης του εξηγεί πώς βρέθηκαν στα χέρια του, και τον ρωτά γιατί είναι επικίνδυνα και για ποιον. Ο Καραγκιόζης εδώ βρίσκεται μπροστά σε άλλη έκπληξη. Θεωρούσε δεδομένο ότι δύο άνθρωποι σπουδαγμένοι δεν μπορεί παρά να συμφωνούν μαζί σε τέτοια θέματα που έχουν να κάνουν με τα «γράμματα». Πώς βλέπεις να αναπτύσσεται αυτή η σκηνή στα πλαίσια ενός διαλόγου μεταξύ των τριών;

GPT : 

Νομίζω ότι εδώ υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα δραματουργική δυνατότητα. Η σκηνή δεν χρειάζεται να εξελιχθεί σε αντιπαράθεση «καλού» και «κακού» ή «μορφωμένου» και «αμόρφωτου». Αντίθετα, μπορεί να υπηρετήσει κάτι βαθύτερο: να διαψεύσει μια αφέλεια του Καραγκιόζη.

Μέχρι τώρα ο Καραγκιόζης πίστευε ότι η αμάθεια είναι το μόνο εμπόδιο. Τώρα ανακαλύπτει ότι και οι μορφωμένοι διαφωνούν. Αυτό τον ξαφνιάζει.

Θα μπορούσε να εξελιχθεί περίπου έτσι:

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

(βλέποντας τα βιβλία)

Μαντόνα μου!… Αυτά πού τα βρήκες, βρε Καραγκιόζη;

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Εγώ δεν τα βρήκα.

Αυτά με βρήκαν.

(Διηγείται συνοπτικά την ιστορία του υπηρέτη.)

Και τώρα πες μου κι εσύ…

Γιατί είναι επικίνδυνα;

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Εξαρτάται…

Επικίνδυνα για ποιον.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Πώς «για ποιον»;

Επικίνδυνο δεν είναι επικίνδυνο για όλους;

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

(χαμογελώντας)

Όχι πάντα.

Η φωτιά είναι επικίνδυνη για εκείνον που καίγεται.

Αλλά είναι σωτήρια για εκείνον που παγώνει.

Ο Καραγκιόζης κοιτάζει απορημένος και τους δύο.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Καλά…
Εσείς δεν είστε και οι δυο σπουδαγμένοι;

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Ναι.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Δεν διαβάσατε τα ίδια πράγματα;

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Πολλά από τα ίδια.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Ε, τότε γιατί δεν λέτε τα ίδια;

Εδώ ακολουθεί μια μικρή παύση. Οι δύο ξάδερφοι κοιτάζονται.

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Γιατί τα βιβλία δεν σκέφτονται.

Οι άνθρωποι σκέφτονται.

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Και πολλές φορές δύο άνθρωποι διαβάζουν την ίδια σελίδα…

…και βλέπουν διαφορετικό κόσμο.

Ο Καραγκιόζης ξύνει το κεφάλι του.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Άρχισα να μπερδεύομαι…

Νόμιζα πως όποιος μαθαίνει γράμματα βρίσκει όλες τις απαντήσεις.

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Όχι.

Τα γράμματα δεν δίνουν όλες τις απαντήσεις.

Μαθαίνουν όμως στον άνθρωπο να ψάχνει καλύτερες ερωτήσεις.

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Και να αμφιβάλλει ακόμη και για τον ίδιο του τον εαυτό.

Αυτό είναι το δυσκολότερο μάθημα.

Στο σημείο αυτό ο Καραγκιόζης στρέφεται προς τα βιβλία.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Δηλαδή…

εγώ που δεν μπορώ να τα διαβάσω…

δεν ξέρω τίποτα.

Κι εσείς που μπορείτε…

πάλι δεν συμφωνείτε.

Τότε πώς θα βγάλει άκρη ο άνθρωπος;

Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το κεντρικό ερώτημα της σκηνής. Δεν χρειάζεται να απαντηθεί αμέσως. Μπορεί να μείνει να αιωρείται και να αποτελέσει την κινητήρια δύναμη ολόκληρου του έργου.

Θα πρότεινα, μάλιστα, ο σιορ Διονύσης και ο σιορ Σπυρέτος να μη διαφέρουν μόνο στις πολιτικές ή κοινωνικές τους απόψεις. Να διαφέρουν και στον τρόπο που προσεγγίζουν τη γνώση. Ο πρώτος θα μπορούσε να εμπιστεύεται περισσότερο την παράδοση και τη συστηματική μελέτη, ενώ ο δεύτερος να επιμένει ότι κάθε γενιά οφείλει να επανεξετάζει ακόμη και όσα θεωρούνται αυτονόητα. Έτσι η διαφωνία τους δεν θα είναι μια κομματική διαμάχη, αλλά μια γνήσια φιλοσοφική συζήτηση, στην οποία ο Καραγκιόζης θα λειτουργεί ως ο άνθρωπος που, με τις απλές αλλά καίριες ερωτήσεις του, αναγκάζει και τους δύο να εξηγήσουν τις θέσεις τους με λόγο κατανοητό. Αυτό μπορεί να δώσει στο έργο μια σπάνια ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και στο στοχαστικό.

Χ :

Ο Καραγκιόζης εδώ διατυπώνει μια απορία. «Δηλαδή, είπε, όταν ο πατέρας μου έλεγε να μάθω γράμματα, εννοούσε ότι θα γνώριζα όλα τα πράγματα του κόσμου ή πως να ψάξω να τα βρω»;

GPT : 

Αυτή η ανατροπή είναι, θεατρικά, πολύ εύστοχη. Ο θεατής περιμένει ότι ο μπάρμπα Γιώργος θα εκπροσωπήσει την “ωμή δύναμη”, ενώ οι δύο μορφωμένοι θα σταθούν απέναντί του ως ενιαίο μέτωπο. Εσύ, όμως, σπας αυτό το στερεότυπο: ο σιορ Σπυρέτος, αν και μορφωμένος, δεν απορρίπτει τη μαγκούρα εκ προοιμίου. Αυτό αμέσως δημιουργεί ενδιαφέρον, γιατί ο θεατής αναρωτιέται: «Μα πώς είναι δυνατόν;»

Το κρίσιμο σημείο, όμως, είναι να μη φανεί ότι ο Σπυρέτος υμνεί τη βία. Αν συμβεί αυτό, ο διάλογος θα χάσει το φιλοσοφικό του βάθος και θα μετατραπεί σε απλή αντιπαράθεση. Πολύ πιο ενδιαφέρον είναι να υποστηρίξει ότι η δύναμη είναι αναπόσπαστο στοιχείο της πολιτικής ζωής, ενώ ο σιορ Διονύσης να αντιτείνει ότι η δύναμη χωρίς δίκαιο καταλήγει τυραννία.

Θα μπορούσε να εξελιχθεί περίπου έτσι.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

(μπαίνει με τη μαγκούρα στον ώμο)

Ωρέ… τι μούτρα είναι αυτά;

Σαν να σας ψόφησε το κοπάδι!

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Καλώς τον μπάρμπα!

Να… κουβεντιάζουμε για κάτι βιβλία που άλλοι τα φοβούνται κι άλλοι τα θαυμάζουν.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

(χτυπά τη μαγκούρα στο χώμα)

Βιβλία;

Αφήστε τα χαρτιά!

Να η λύση!

(σηκώνει τη μαγκούρα)

Τούτη δω, άμα πέσει μια φορά, ξεδιαλύνει κάθε κουβέντα!

Ο σιορ Διονύσης κουνά αποδοκιμαστικά το κεφάλι.

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Αυτό δεν είναι λύση.

Είναι το τέλος της συζήτησης.

Πριν προλάβει να συνεχίσει, ο σιορ Σπυρέτος παρεμβαίνει ήρεμα.

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Μισό λεπτό, ξάδερφε.

Μη βιάζεσαι να γελάσεις με τον άνθρωπο.

Ο μπάρμπα Γιώργος μπορεί να μιλάει απλά.

Δεν σημαίνει πως λέει ανοησίες.

Ο σιορ Διονύσης τον κοιτάζει έκπληκτος.

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Τον υπερασπίζεσαι;

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Υπερασπίζομαι το δικαίωμά του να μας θυμίζει μια αλήθεια.

Στην ιστορία…

οι νόμοι γράφτηκαν με μελάνι.

Αλλά πολλές φορές επιβλήθηκαν με δύναμη.

Ο μπάρμπα Γιώργος γελά.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Άκουσες;

Να ένας γραμματιζούμενος που ξέρει και χωριάτικα!

Ο σιορ Διονύσης απαντά έντονα.

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Και πόσες φορές η ίδια δύναμη καταπάτησε τους νόμους;

Πόσοι τύραννοι δεν κράτησαν μαγκούρες…

ξίφη…

κανόνια…

και τα βάφτισαν “δίκαιο”;

Αν η δύναμη αρκούσε, τότε κάθε κατακτητής θα ήταν και δίκαιος.

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Εγώ δεν είπα ότι η δύναμη γεννά το δίκαιο.

Είπα ότι το δίκαιο χωρίς δύναμη πολλές φορές μένει ευχή.

Ο μπάρμπα Γιώργος ξαναχτυπά τη μαγκούρα.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Άμα σου φάει ο λύκος τα πρόβατα…

δεν του διαβάζεις νόμους.

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Κι άμα συνηθίσεις να λύνεις τα πάντα με τη μαγκούρα…

στο τέλος θα βλέπεις λύκους παντού.

Ο μπάρμπα Γιώργος σταυρώνει τα χέρια.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Ενώ εσείς βλέπετε βιβλία παντού.

Και σε όλη αυτή τη σκηνή, ο Καραγκιόζης δεν μιλά. Κοιτάζει πότε τη μαγκούρα, πότε τα βιβλία. Είναι μια πολύ δυνατή σκηνική εικόνα: στο ένα άκρο του τραπεζιού βρίσκονται τα τέσσερα βιβλία, στο άλλο η μαγκούρα του μπάρμπα Γιώργου, και ανάμεσά τους ο Καραγκιόζης σιωπηλός. Χωρίς να πει λέξη, ο θεατής καταλαβαίνει ότι βρίσκεται ανάμεσα σε δύο μορφές ισχύος: τη δύναμη της γνώσης και τη γνώση της δύναμης. Και το έργο μόλις έχει αρχίσει να του θέτει το ερώτημα αν αυτές οι δύο μπορούν να συνυπάρξουν ή αν είναι καταδικασμένες να συγκρούονται.

Χ :

Ο Καραγκιόζης εδώ μπαίνει στη συζήτηση θέτοντας το ερώτημα : «Τελικά γιατί είναι επικίνδυνα τα βιβλία; Κι αυτό σημαίνει πως ό,τι είναι κακό για το Σαράι είναι καλό για την Παράγκα; Και πολύ σημαντικό. Αν ήξερα γράμματα το τσουκάλι θα ήταν γεμάτο; Θα μπορούσα να βάλω σκέπη στο σπίτι που είναι γεμάτη τρύπες; Τα πόδια θα έμπαιναν κάποια στιγμή σε παπούτσια»;

GPT : 

Νομίζω ότι εδώ ο μπάρμπα Γιώργος μπορεί να αναδειχθεί σε πολύ πιο σύνθετο πρόσωπο απ’ όσο συνήθως παρουσιάζεται. Δεν είναι ο εχθρός της γνώσης. Είναι ο άνθρωπος που απαιτεί η γνώση να δοκιμάζεται απέναντι στην πραγματικότητα.

Δραματουργικά, η ένστασή του είναι η εξής:

«Όλοι μιλάτε σαν να ζείτε μόνοι σας στον κόσμο. Ξεχνάτε ότι υπάρχει το Σαράι.»

Έτσι ο διάλογος θα μπορούσε να κινηθεί ως εξής.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

(δείχνει με τη μαγκούρα προς το Σαράι)

Σταθείτε!

Όλην ώρα ακούω βιβλία…

γράμματα…

νόμους…

δημοκρατίες…

ελευθερίες…

Καλά τα λέτε.

Μα μου φαίνεται πως ξεχάσατε κάτι.

(Σηκώνει τη μαγκούρα προς το Σαράι.)

Εκείνο!

Το βλέπετε;

Ή μόνο εγώ το βλέπω;

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Το βλέπουμε.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Δεν μου φαίνεται.

Γιατί αν το βλέπατε, αλλιώς θα μιλούσατε.

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Τι εννοείς;

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Εννοώ πως όλες οι ερωτήσεις σας…

κι όλες οι απαντήσεις σας…

όσο κάνουν πως δεν υπάρχει το Σαράι…

είναι κουβέντες του αέρα.

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Κανείς δεν είπε να το αγνοήσουμε.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Όχι;

Τότε πες μου.

Αύριο το πρωί ο Πασάς διατάζει να καούν τα βιβλία.

Τι θα κάνεις;

Θα του διαβάσεις ένα κεφάλαιο;

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Θα υπερασπιστώ το δικαίωμα να υπάρχουν.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Με τι;

Με τις λέξεις;

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

(ήρεμα)

Να όμως που εδώ ο μπάρμπας βάζει ένα ερώτημα που δεν λύνεται εύκολα.

Οι ιδέες χρειάζονται ανθρώπους.

Οι άνθρωποι ζουν μέσα σε εξουσίες.

Και οι εξουσίες δεν συγκινούνται πάντοτε από τις ιδέες.

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Συμφωνώ.

Αλλά αν δεχτούμε ότι η εξουσία είναι το μοναδικό μέτρο…

τότε τα βιβλία δεν χρειάζονται.

Ούτε νόμοι.

Ούτε δικαστές.

Αρκεί ο δυνατότερος.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Δεν είπα αυτό.

Είπα πως πρώτα πρέπει να ξέρεις απέναντι σε ποιον στέκεσαι.

Άλλο να λες τι θα έπρεπε να γίνεται…

κι άλλο τι γίνεται.

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Ίσως εκεί είναι η διαφορά σας.

Ο ξάδερφός μου ξεκινά από το πώς πρέπει να είναι ο κόσμος.

Εσύ ξεκινάς από το πώς είναι.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Ακριβώς!

Γιατί αν δεν ξέρεις το χωράφι που πατάς…

ούτε σπίτι χτίζεις…

ούτε δρόμο βρίσκεις.

Σε αυτό το σημείο θα έβαζα τον Καραγκιόζη να παρακολουθεί χωρίς να διακόπτει. Δεν είναι πλέον ο αφελής που περιμένει μια έτοιμη απάντηση. Ακούει τρεις διαφορετικές λογικές:

• ο σιορ Διονύσης υπερασπίζεται τις αρχές και το κανονιστικό ιδεώδες («πώς πρέπει να είναι ο κόσμος»), 

• ο μπάρμπα Γιώργος επιμένει στην πραγματικότητα των σχέσεων ισχύος («πώς είναι ο κόσμος»), 

• ο σιορ Σπυρέτος προσπαθεί να κρατήσει και τις δύο διαστάσεις μαζί, αναγνωρίζοντας ότι ούτε οι ιδέες αρκούν χωρίς δύναμη ούτε η δύναμη χωρίς ιδέες οδηγεί σε μια δίκαιη κοινωνία. 

Έτσι, ο διάλογος δεν μετατρέπεται σε αντιπαράθεση «μορφωμένων» και «αμόρφωτου». Γίνεται μια αντιπαράθεση τριών διαφορετικών τρόπων να βλέπει κανείς την πολιτική και την ανθρώπινη κατάσταση, με τον Καραγκιόζη να λειτουργεί ως ο σιωπηλός αποδέκτης που θα κληθεί αργότερα να συνθέσει όσα άκουσε. Αυτό δίνει στη σκηνή φιλοσοφικό βάθος, χωρίς να χάνει τον λαϊκό της χαρακτήρα.

X : 

Ο Καραγκιόζης εξακολουθεί να παραμένει προβληματισμένος. Όμως ξαφνικά πετάγεται πάνω όρθιος. Εύρηκα! (Ασφαλώς δεν είναι η φράση που είπε). Παρατήρησε ότι οι δύο «γραμματιζούμενοι» προσπαθούσαν να του «προσφέρουν» απαντήσεις σε απορίες και ερωτήματα του. Όμως όπως τους είπε, από τα «γράμματα» περιμένει να του μάθουν κάτι πολύ πιο σημαντικό. Πώς να θέτει τα σωστά ερωτήματα. Διότι, θυμήθηκε ότι κάποτε άκουσε εκεί έξω από κάποιον άλλον «γραμματιζούμενο», να λέει σε όσους τον ρωτούσαν, «μην ακούτε μόνο τι σας λένε οι γραμματικοί του Σαραγιού, αλλά πάντα να τους ρωτάτε «γιατί» να συμβαίνει τούτο ή το άλλο, «γιατί» να συμβαίνει έτσι κι όχι αλλιώς και κυρίως «γιατί» να συμβαίνει πάντα για την Παράγκα να υπάρχουν περιορισμοί που δεν επιτρέπουν να βλέπει παρά την ανακύκλωση της μιζέριας της ενώ πάντα υπάρχει πολύ μεγαλύτερη άνεση οι έχοντες να κατέχουν περισσότερα.

GPT : 

Συμφωνώ με την παρατήρησή σου, και θα σου πω γιατί.

Νομίζω ότι, χωρίς να το καταλάβουμε, γράψαμε έναν πλατωνικό διάλογο με ήρωες του Θεάτρου Σκιών. Οι ιδέες είναι μέσα στο θέμα που θέλεις να πραγματευτείς, αλλά ο τρόπος που εκφέρονται θυμίζει περισσότερο φιλοσοφικό συμπόσιο παρά Καραγκιόζη.

Ο αυθεντικός Καραγκιόζης έχει τρία χαρακτηριστικά που μέχρι στιγμής έχουμε χάσει αρκετά:

• μιλάει με εικόνες και παρομοιώσεις, όχι με αφηρημένες έννοιες, 

• η σκέψη προχωρά μέσα από το αστείο, όχι μέσα από συνεχείς θεωρητικές διατυπώσεις, 

• κανείς δεν εκφωνεί λόγους· όλοι αλληλοκόβονται, παρεξηγούν ο ένας τον άλλον, γελούν, θυμώνουν, ξαναρχίζουν. 

Αυτό σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να αλλάξουμε τις ιδέες. Χρειάζεται να αλλάξουμε τη γλώσσα και τον ρυθμό.

Μάλιστα, θα σου πρότεινα κάτι ακόμη πιο ριζικό.

Να μη συνθέσουμε τώρα τη σκηνή από τα ήδη γραμμένα.

Να την ξαναγράψουμε από την αρχή σαν να την έγραφε ένας καραγκιοζοπαίχτης.

Δηλαδή:

• ο μονόλογος του Καραγκιόζη να είναι σύντομος, συγκινητικός αλλά λαϊκός, 

• η είσοδος του σιορ Διονύση να φέρνει αμέσως κωμική ανάσα, 

• ο σιορ Σπυρέτος να μη μιλά σαν πανεπιστημιακός αλλά σαν άνθρωπος που έζησε αλλού και έχει άλλες παραστάσεις, 

• ο μπάρμπα Γιώργος να διακόπτει τους πάντες με τις χωριάτικες εικόνες του, 

• ο Καραγκιόζης να βγάζει τα μεγάλα συμπεράσματα νομίζοντας ότι λέει κάτι απλό, κι εκεί να γελάει και να συγκινείται μαζί του ο θεατής. 

Θα σου δώσω ένα μικρό παράδειγμα της διαφοράς.

Αντί να λέει:

«Από τα γράμματα περιμένω να μάθω να θέτω τα σωστά ερωτήματα.»

θα μπορούσε να πει:

«Βρε σεις… όλη την ώρα μου δίνετε ψάρια. Εγώ δεν θέλω ψάρια. Θέλω να μάθω πού είναι το ποτάμι!»

Ή:

«Μου λέτε κάθε φορά ποιο δρόμο να πάρω. Εγώ θέλω να μάθω να ξεχωρίζω μόνος μου ποιος δρόμος είναι στραβός.»

Αυτό είναι πολύ περισσότερο Καραγκιόζης.

Ή αντί να πει:

«Γιατί η Παράγκα ανακυκλώνει τη μιζέρια της;»

θα μπορούσε να πει:

«Βρε παιδιά, όλο βάζω τρύπες στην κατσαρόλα και όλο αδειάζει. Μήπως δεν φταίει η κατσαρόλα αλλά κάποιος που κάθε βράδυ μου ανοίγει καινούργια τρύπα;»

Η ιδέα είναι ακριβώς η ίδια, αλλά τώρα μιλάει ένας λαϊκός άνθρωπος.

Πιστεύω λοιπόν ότι το έργο σου έχει βρει τον φιλοσοφικό του πυρήνα. Αυτό που του λείπει δεν είναι οι ιδέες· είναι να ξαναβαφτούν όλες με τα χρώματα του Θεάτρου Σκιών.

Και θα έκανα και μια ακόμη επιλογή, που θεωρώ καθοριστική. Να μη φοβηθούμε το γέλιο. Μέχρι τώρα η σκηνή γίνεται ολοένα σοβαρότερη. Στον Καραγκιόζη όμως το γέλιο είναι ο τρόπος με τον οποίο περνούν οι πιο σοβαρές αλήθειες. Ο θεατής πρώτα γελά, ύστερα συνειδητοποιεί τι άκουσε.

Γι’ αυτό θεωρώ ότι αξίζει να αφήσουμε στην άκρη όσα έχουμε γράψει ως κείμενο και να κρατήσουμε μόνο τον σκελετό των ιδεών. Έπειτα να ξαναχτίσουμε ολόκληρη τη σκηνή από την αρχή, σαν να ακούγεται πίσω από τον μπερντέ και να την παίζει ένας μεγάλος καραγκιοζοπαίχτης. Εκεί, πιστεύω, θα βρούμε όχι μόνο το θέμα που αναζητάς, αλλά και το αυθεντικό ύφος που δικαίως αισθάνεσαι ότι μας ξέφυγε.

X : 

Περιμένω συνεπώς να παρουσιάσουμε την πλήρη παράσταση του θεατρικού μας έργου, με εσένα να επιχειρείς να λάβει σάρκα και οστά το εγχείρημα μας.

GPT : 

Θα επέλεγα κάτι που να είναι αναγνωρίσιμο από κάθε θεατή, αλλά να μην εγκλωβίζει το έργο σε ένα συγκεκριμένο κόμμα ή σε ένα πρόσκαιρο γεγονός. Αν το έργο θέλουμε να αντέξει στον χρόνο, το παράδειγμα πρέπει να λειτουργεί και μετά από δέκα ή είκοσι χρόνια.

Η επιλογή μου θα ήταν η εξής:

Ο Καραγκιόζης να φέρει ως παράδειγμα τις προεκλογικές υποσχέσεις.

Όχι κάποια συγκεκριμένη κυβέρνηση ή αντιπολίτευση. Το ίδιο το φαινόμενο.

Για παράδειγμα:

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Βρε παιδιά…

Κάθε τέσσερα χρόνια έρχονται στην Παράγκα.

Μου τάζουν πως θα γεμίσει το τσουκάλι.

Πως θα κλείσουν οι τρύπες στη σκεπή.

Πως θα μπουν παπούτσια στα παιδιά.

Κι εγώ, ο κακομοίρης, όλο τους πιστεύω.

Ε…

Τα γράμματα δεν πρέπει να μου μάθουν πρώτα-πρώτα τι να τους ρωτάω πριν τους πιστέψω;

Εδώ μπορεί να απαντήσει ο σιορ Διονύσης:

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Και τι θα τους ρωτούσες;

Και τότε ο Καραγκιόζης, αντί να δώσει πολιτική απάντηση, να δείξει ότι άρχισε να μαθαίνει:

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Πρώτα θα τους ρωτούσα:

«Με τι λεφτά;»

Ύστερα:

«Πότε;»

Μετά:

«Ποιος θα το κάνει;»

Κι άμα μου λέγανε «θα δούμε»…

θα τους έλεγα:

«Ε, τότε θα δω κι εγώ αν θα σας ψηφίσω!»

Αυτή η σκηνή, κατά τη γνώμη μου, έχει τέσσερα πλεονεκτήματα:

1. Δεν στοχοποιεί συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. 

2. Είναι άμεσα αναγνωρίσιμη από κάθε θεατή. 

3. Συνδέεται οργανικά με τη βασική ιδέα του έργου: η παιδεία δεν είναι να ξέρεις τις απαντήσεις, αλλά να ξέρεις ποιες ερωτήσεις πρέπει να κάνεις. 

4. Είναι απόλυτα καραγκιοζίστικη: ο Καραγκιόζης δεν κάνει πολιτική ανάλυση· κάνει την πιο απλή και πιο δύσκολη ερώτηση. 

Αν, όμως, με ρωτούσες ποιο παράδειγμα θεωρώ ακόμη ισχυρότερο, θα σου έλεγα ένα άλλο, που πιστεύω ότι συμπυκνώνει όλο το έργο σε μία μόνο φράση.

Ο Καραγκιόζης να πει:

«Βρε παιδιά, όταν το Σαράι λέει “δεν γίνεται”, τα γράμματα δεν πρέπει να με μαθαίνουν να ρωτάω “γιατί δεν γίνεται;” και “ποιος λέει ότι δεν γίνεται;”»

Αυτή η φράση δεν προδικάζει την απάντηση. Δεν ισχυρίζεται ότι όλα γίνονται ούτε ότι όλα είναι ψέματα. Διδάσκει κάτι βαθύτερο: απέναντι σε κάθε κατηγορηματική διαβεβαίωση της εξουσίας —όποια κι αν είναι αυτή— ο πολίτης οφείλει να ασκεί κριτικό έλεγχο, ζητώντας αιτιολόγηση και στοιχεία. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η στάση αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο το πνεύμα που επιδιώκουμε να δώσουμε στο έργο.

Χ :

Πολύ ωραία ξεκινάμε την συνολική παρουσίαση του έργου όπως το σχεδιάσαμε.

GPT :

Με μεγάλη χαρά. Και θα ακολουθήσω αυτό που μόλις συμφωνήσαμε: όχι «φιλοσοφία με ήρωες τον Καραγκιόζη», αλλά αυθεντικό Θέατρο Σκιών, όπου η φιλοσοφία γεννιέται μέσα από το γέλιο, τις παρεξηγήσεις και τις λαϊκές κουβέντες.

Επειδή όμως το έργο θα είναι πολύ μεγάλο, θα το παρουσιάσουμε όπως θα παρουσιαζόταν και σε πραγματική παράσταση: κατά σκηνές. Έτσι θα αποκτήσει φυσικό ρυθμό.

Ξεκινάμε λοιπόν.

Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

(Στον μπερντέ ακούγεται η γνώριμη μουσική. Ο Καραγκιόζης εμφανίζεται τρέχοντας. Σκοντάφτει, πέφτει, σηκώνεται.)

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Ώπα!… Καλή σας όρεξη!… Δηλαδή… καλησπέρα σας!… Δηλαδή… ό,τι έχετε πρόχειρο!

Εγώ πάντως όρεξη έχω.

Φαγητό δεν έχω.

(Γυρίζει προς την Παράγκα.)

Βρε Αγλαία!

Έβρασε το φασόλι;

ΑΓΛΑΪΑ (από μέσα)

Έβρασε.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Και;

ΑΓΛΑΪΑ

Το νερό.

Τα φασόλια περιμένουν να διοριστούν.

(Γέλια.)

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Άντε πάλι…

Παιδιά!

Πού είστε;

ΚΟΛΛΗΤΗΡΙΑ

Πεινάμεεεε!

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Το ξέρω.

Μη μου το θυμίζετε γιατί θα πεινάσω κι εγώ.

(Απευθύνεται στους θεατές.)

Βρε αδέρφια…

Τι ζωή είναι αυτή;

Η παράγκα μπάζει από πάνω.

Το τσουκάλι αδειάζει από κάτω.

Κι εγώ είμαι στη μέση σαν τη γέμιση του σάντουιτς.

(Ακούγεται χτύπημα στην πόρτα.)

Ποιος είναι;

Εμφανίζεται ένας υπηρέτης του Σαραγιού.

Κοιτάζει δεξιά κι αριστερά μην τον δει κανείς.

Κρατά ένα μεγάλο δέμα.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Καραγκιόζη…

Μόνος είσαι;

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Όχι.

Είμαστε χιλιάδες.

Η πείνα μου, η φτώχεια μου, τα παιδιά μου…

Ποιον ζητάς;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Σώπα!

Μη φωνάζεις.

Έχω δουλειά μυστική.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Μυστική;

Τότε μπες γρήγορα.

Η παράγκα μου είναι τόσο τρύπια που κανείς δεν θα ακούσει τίποτα…

Θα τα ακούσουν όλοι!

(Ο υπηρέτης αφήνει το δέμα πάνω στο τραπέζι.)

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Αυτά…

μου τα έδωσε ο Πασάς.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Για μένα;

Επιτέλους!

Θα ‘ναι λουκάνικα!

(Ανοίγει το δέμα.)

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Βιβλία;

Τέσσερα;

Ούτε τρώγονται ούτε φοριούνται!

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Η διαταγή ήταν άλλη.

Να τα πάω έξω από την πολιτεία…

και να τα κάψω.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Ε, τότε γιατί τα ‘φερες εδώ;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Γιατί σκέφτηκα…

Τζάμπα να γίνουν στάχτη;

Ξέρω κάτι λωλαμένους που αγοράζουν τέτοια.

Εσύ θα τα πουλάς.

Τα μισά φράγκα δικά σου.

Τα μισά δικά μου.

Άμα όμως με γελάσεις…

ούτε ο γιατρός δεν θα σε γνωρίζει μετά.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Σαν πολύ επιχειρηματίας δεν έγινες εσύ;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Το Σαράι μορφώνει.

(Κοιτάζει γύρω.)

Άντε, φεύγω.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Για στάσου.

Γιατί θέλουν να τα κάψουν;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Κάτι άκουσα…

Δεν ξέρω.

Λέγανε πως γράφουν μέσα για νόμους…

για δημοκρατίες…

για ίσους ανθρώπους…

κάτι τέτοια.

Επικίνδυνα πράγματα.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Και για ποιον είναι επικίνδυνα;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Δεν ξέρω.

Δεν πρόλαβα να ακούσω.

Άμα πρόφταινα…

ίσως να με καίγανε μαζί με τα βιβλία.

(Ο υπηρέτης φεύγει βιαστικά.)

Σιωπή.

Ο Καραγκιόζης κάθεται.

Βάζει τα τέσσερα βιβλία μπροστά του.

Τα κοιτάζει.

Τα γυρίζει.

Τα χαϊδεύει.

Προσπαθεί να ανοίξει ένα.

Το ξανακλείνει.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Παράξενο πράγμα…

Τέσσερα βιβλία…

κι ούτε μπορώ να δω αν είναι θησαυρός…

ούτε αν είναι σαβούρα.

(Παίρνει ένα στα χέρια.)

Βρε πατέρα…

Πόσες φορές μου το ‘λεγες…

«Μάθε, παιδί μου, γράμματα, να μην μείνεις ξύλο απελέκητο.»

Κι εγώ…

όλο το ‘σκαγα.

Άλλοτε για μπίλιες.

Άλλοτε για γυάλες.

Άλλοτε γιατί νόμιζα πως ο έξυπνος δεν χρειάζεται γράμματα.

(Γελά μόνος του.)

Έξυπνος…

Να με τώρα.

Κρατάω στα χέρια μου κάτι που όλοι φοβούνται…

κι εγώ ούτε ξέρω γιατί.

(Σηκώνει ένα βιβλίο.)

Μπορεί να γράφει αλήθειες.

Μπορεί να γράφει ψέματα.

Μπορεί να γράφει συνταγή για τραχανά.

Πού να ξέρω;

(Παύση.)

Βρε πατέρα…

Άργησα.

Πολύ άργησα.

Δεν στενοχωριέμαι γιατί δεν μπορώ να διαβάσω αυτά τα βιβλία.

Στενοχωριέμαι…

γιατί δεν μπορώ να μάθω μόνος μου αν πρέπει να τα πιστέψω ή να τα πετάξω.

(Ακούγεται από μακριά η χαρακτηριστική καντάδα του σιορ Διονύση.)

Ο Καραγκιόζης σηκώνει το κεφάλι.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Ωχ…

Έρχεται ο Σιορ Διονύσης.

Αυτός τουλάχιστον ξέρει να διαβάζει.

Για να δούμε…

Ξέρει άραγε και να εξηγεί;

(Συνεχίζεται με την πρώτη σκηνή: η είσοδος του σιορ Διονύση και του άγνωστου μέχρι τότε ξαδέλφου του, σιορ Σπυρέτου.)

Χ :

Πολύ ωραία – Ας δούμε την πρώτη σκηνή

GPT : 

Χαίρομαι που προχωράμε έτσι. Πριν ξεκινήσω, θέλω να επισημάνω μια σκηνοθετική επιλογή που θα ακολουθήσω σε όλο το έργο.

Στο παραδοσιακό Θέατρο Σκιών κανείς δεν μπαίνει «για να συζητήσει». Πάντα μπαίνει για κάποιον πρακτικό λόγο, και η συζήτηση γεννιέται από αυτόν. Έτσι θα αποφύγουμε να μοιάζει η σκηνή με φιλοσοφικό διάλογο.

Στην πρώτη σκηνή, λοιπόν, ο σιορ Διονύσης δεν έρχεται επειδή “έτυχε”. Έρχεται για να γνωρίσει στον Καραγκιόζη τον ξάδερφό του, τον σιορ Σπυρέτο, που μόλις έφτασε από μια μακρινή πολιτεία. Η έκπληξη των βιβλίων αλλάζει την πορεία της επίσκεψης.

ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ

(Ακούγεται η γνωστή επτανησιακή καντάδα. Ο σιορ Διονύσης μπαίνει τραγουδώντας. Δίπλα του ένας καλοντυμένος κύριος, με ταξιδιωτικό μπαστούνι και βαλίτσα. Είναι ο σιορ Σπυρέτος.)

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

«Ωρέ, καλημέρα σας, φίλοι κι αδερφοί…»

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ
(σηκώνεται βιαστικά)

Καλώς τον σιορ Διονύση!

Και… καλώς τον άλλον σιορ Διονύση!

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

(γελά)

Όχι, όι, όι!

Δεν είμαστε δύο ίδιοι.

Ετούτος είναι ο ξάδερφός μου.

Ο σιορ Σπυρέτος.

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

(ευγενικά)

Χαίρω πολύ.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Κι εγώ χαίρω.

Άμα έχεις και τίποτα να φάμε, χαίρω διπλά.

(Γέλια.)

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Ο ξάδερφός μου ζει χρόνια σε μια μεγάλη πολιτεία.

Ήρθε να δει τον τόπο μας.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Καλά έκανε.

Να βλέπει κι εκείνος πώς ζει η πολυτέλεια.

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

(κοιτάζει απορημένος)

Πολυτέλεια;

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Βέβαια.

Άμα βρέχει, δεν χρειάζεται να βγω έξω να κάνω μπάνιο.

Το σπίτι τα κάνει όλα.

(Γέλια.)

Ο σιορ Σπυρέτος γελά.

Ο σιορ Διονύσης στρέφει το βλέμμα προς το τραπέζι.

Ξαφνικά σοβαρεύει.

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Μαντόνα μου…

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Τι έγινε;

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Αυτά…

πού τα βρήκες;

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Ποια;

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Τα βιβλία!

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Α…

Αυτά.

Δεν τα βρήκα.

Με βρήκαν.

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

(πλησιάζει)

Μπορώ;

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Άμα δεν τα φας…

μπορείς.

(Ο Σπυρέτος παίρνει στα χέρια του ένα βιβλίο. Το ξεφυλλίζει προσεκτικά.)

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Καραγκιόζη…

Ποιος σου τα έφερε;

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Ένας υπηρέτης του Σαραγιού.

Μου είπε πως ο Πασάς διέταξε να καούν.

Εκείνος όμως σκέφτηκε πως είναι καλύτερα να τα πουλήσουμε.

Να βγάλουμε κανένα φράγκο.

Ο σιορ Διονύσης κοιτάζει τον σιορ Σπυρέτο.

Ο Σπυρέτος χαμογελά αχνά.

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Πάντα υπάρχουν άνθρωποι που βρίσκουν εμπόριο ακόμη και στη φωτιά.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Εγώ άλλο θέλω να μάθω.

Γιατί να καούν;

Τι κακό κάνουν;

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Ποιος σου είπε πως κάνουν κακό;

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Ο υπηρέτης.

Είπε πως είναι επικίνδυνα.

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Είπε και για ποιον είναι επικίνδυνα;

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Να!

Αυτό δεν μου είπε.

Κι εγώ από τότε αυτό σκέφτομαι.

Επικίνδυνα για ποιον;

Για μένα;

Για σένα;

Για τον Πασά;

Ή για τα ίδια τα βιβλία;

Οι δύο ξάδερφοι κοιτάζονται.

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Καμιά φορά…

ένα βιβλίο είναι επικίνδυνο επειδή κάνει τον άνθρωπο να σκέφτεται.

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Κι άλλες φορές…

επειδή τον κάνει να αμφιβάλλει.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ
(ξύνει το κεφάλι του)

Περίεργα πράγματα λέτε.

Δηλαδή…

η σκέψη είναι επικίνδυνη;

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Για όποιον φοβάται τις ερωτήσεις…

ίσως ναι.

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Ή για όποιον νομίζει πως έχει όλες τις απαντήσεις.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ
(απορημένος)

Για σταθείτε…

Εσείς δεν είστε και οι δυο γραμματιζούμενοι;

ΟΙ ΔΥΟ

Είμαστε.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Δεν διαβάσατε τα ίδια βιβλία;

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Αρκετά από αυτά.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Τότε γιατί ο ένας λέει «σκέψη» κι ο άλλος λέει «αμφιβολία»;

Δεν είναι το ίδιο πράγμα;

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

(χαμογελά)

Να η πρώτη καλή ερώτηση της ημέρας.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Κι έχω κι άλλη!

Περίμενα πως δύο άνθρωποι που ξέρουν γράμματα θα συμφωνούσαν σε όλα.

Εσείς όμως ούτε μεταξύ σας δεν προλάβατε να συμφωνήσετε!

Τότε τα γράμματα τι κάνουν;

Σας βάζουν να τσακώνεστε πιο μορφωμένα;

(Ο σιορ Διονύσης ξεσπά σε γέλια.)

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Καραγκιόζη…

αν ήταν έτσι, οι βιβλιοθήκες θα ήταν τα πιο θορυβώδη μέρη του κόσμου!

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Και πολλές φορές είναι…

μόνο που ο θόρυβος γίνεται μέσα στο μυαλό.

(Ο Καραγκιόζης κοιτάζει πότε τον έναν και πότε τον άλλον, ολοένα πιο μπερδεμένος. Την ίδια στιγμή ακούγεται από μακριά μια γνώριμη, βροντερή φωνή.) 

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ (εκτός σκηνής)

Ωρέεε Καραγκιόζη! Ζεις ή σε φάγαν οι γραμματιζούμενοι;

(Ο Καραγκιόζης πετάγεται.)

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Χάθηκα!

Ήρθε κι ο μπάρμπας…

Τώρα θα γίνει το έλα να δεις!

— Τέλος Πρώτης Σκηνής —

Νομίζω ότι αυτή η πρώτη σκηνή κρατά το απαραίτητο «ανάλαφρο» του Θεάτρου Σκιών, αλλά ακόμη δεν έχει φτάσει στο σημείο όπου το έργο αποκτά τη δική του ταυτότητα. Εκεί, πιστεύω, θα απογειωθεί: στη δεύτερη σκηνή, με την είσοδο του μπάρμπα Γιώργου. Εκεί θα συγκρουστούν τρεις διαφορετικοί τρόποι να βλέπει κανείς τον κόσμο, χωρίς να χαθεί το χιούμορ και η λαϊκή ζωντάνια.

Χ :

Συνεχίζουμε λοιπόν με την δεύτερη σκηνή

GPT : 

Χαίρομαι ιδιαίτερα γιατί τώρα φτάνουμε, κατά τη γνώμη μου, στο σημείο όπου το έργο αρχίζει να αποκτά τη δική του προσωπικότητα.

Θα κάνω όμως μία συνειδητή συγγραφική επιλογή. Δεν θα παρουσιάσω τον μπάρμπα Γιώργο ως τον αφελή χωριάτη που έρχεται να χαλάσει τη συζήτηση. Στο παραδοσιακό Θέατρο Σκιών ο μπάρμπα Γιώργος είναι φορέας μιας άλλης σοφίας: της εμπειρίας. Η γλώσσα του είναι τραχιά, αλλά οι παρατηρήσεις του συχνά είναι καίριες.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΚΗΝΗ

(Από μακριά ακούγεται η στεντόρεια φωνή του μπάρμπα Γιώργου.)

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ (εκτός σκηνής)

Ωρέεεε Καραγκιόζη!

Πού είσαι, βρε ψείρα του ανθρώπου;

Ζεις ή σε φάγαν οι γραμματιζούμενοι;

(Μπαίνει στον μπερντέ με τη μεγάλη του μαγκούρα στον ώμο. Κοιτάζει έναν-έναν.)

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Α!

Μαζευτήκατε όλοι οι σοφοί!

Να φύγω να μη σας χαλάσω το συνέδριο!

(Γέλια.)

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Έλα, μπάρμπα.

Κάτσε.

Έχουμε μπελά.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Τον βλέπω.

Τέσσερις είναι.

(Δείχνει τα βιβλία.)

Τι είναι αυτά;

Ξύλα για προσάναμμα;

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Βιβλία.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Α…

Γι’ αυτό σας βλέπω όλους με κατεβασμένα μούτρα.

Άμα ήταν κατσίκες θα γελάγατε.

(Γέλια.)

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Δεν είναι για αστεία, μπάρμπα.

Τα βιβλία αυτά ο Πασάς διέταξε να καούν.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

(αδιάφορα)

Ε, ας τα κάψει.

Άμα δεν ανάβουν καλά, έχω και ξερά κλήματα.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Μα λένε πως είναι επικίνδυνα!

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Επικίνδυνα;

(Σηκώνει τη μαγκούρα.)

Να το επικίνδυνο!

Άμα πέσει αυτή στο κεφάλι σου, ούτε βιβλίο ούτε γιατρός σε σώζει!

(Γέλια.)

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Δεν λύνονται όλα με τη μαγκούρα.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Όχι;

Δοκίμασε να διώξεις τον λύκο από το μαντρί με το αλφαβητάρι.

Άμα τα καταφέρεις, θα μάθω κι εγώ γράμματα!

(Γέλια.)

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

(χαμογελώντας)

Μη βιάζεσαι να τον κοροϊδέψεις, ξάδερφε.

Ο μπάρμπας μιλάει για πράγματα που έχει ζήσει.

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

(έκπληκτος)

Δηλαδή συμφωνείς;

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Συμφωνώ πως ο λύκος δεν φεύγει με κουβέντες.

Διαφωνώ όμως αν πιστέψουμε ότι κάθε πρόβλημα είναι λύκος.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Καλά τα λες.

Αλλά εμένα άλλο με τρώει.

(Σιωπά για λίγο. Γυρίζει αργά και δείχνει με τη μαγκούρα προς το Σαράι.)

Για κοιτάχτε λίγο εκεί.

(Όλοι γυρίζουν.)

Το βλέπετε;

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Το Σαράι.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Μπράβο.

Τουλάχιστον δεν στραβωθήκατε.

Γιατί τόσην ώρα σας ακούω…

βιβλία…

γράμματα…

νόμους…

δικαιώματα…

κι όλο ξεχνάτε πως υπάρχει αυτό.

(Χτυπά τη γη με τη μαγκούρα.)

Όλες οι κουβέντες σας, άμα κάνουν πως δεν υπάρχει το Σαράι…

είναι σαν να σπέρνεις στάρι πάνω στην πέτρα.

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Δεν το αγνοούμε.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Όχι;

Για πες μου τότε.

Αύριο ο Πασάς λέει:

«Κάψτε τα βιβλία.»

Τι κάνεις;

Του διαβάζεις ένα κεφάλαιο;

(Γέλια από τον Καραγκιόζη.)

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Όχι.

Υπερασπίζομαι το δικαίωμα να υπάρχουν.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Με τι;

Με μελάνι;

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Να όμως που εδώ ο μπάρμπας βάζει δύσκολη ερώτηση.

Οι ιδέες θέλουν ανθρώπους.

Οι άνθρωποι ζουν κάτω από εξουσίες.

Κι οι εξουσίες πολλές φορές δεν αγαπούν τις ιδέες.

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Σωστά.

Αλλά αν δεχτούμε πως αποφασίζει μόνο η δύναμη…

τότε γιατί να υπάρχουν νόμοι;

Γιατί να υπάρχουν βιβλία;

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Δεν είπα να προσκυνήσουμε τη δύναμη.

Είπα να μην κάνουμε πως δεν υπάρχει.

Άλλο να λες πώς θα ‘θελες να ‘ναι ο κόσμος…

κι άλλο να ξέρεις πώς είναι.

(Ο Καραγκιόζης δεν μιλά. Κοιτάζει πότε τα βιβλία, πότε τη μαγκούρα.)

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Ξάδερφε…

ίσως εκεί είναι η διαφορά σας.

Εσύ ξεκινάς από το πώς πρέπει να γίνει ο κόσμος.

Ο μπάρμπας ξεκινά από τον κόσμο όπως τον βρήκε.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Ακριβώς!

Άμα δεν ξέρεις σε ποιο χωράφι πατάς…

ούτε σπέρνεις ούτε θερίζεις.

(Μικρή σιωπή.)

Ξέρετε τι μου φαίνεται;

Όλοι σας μιλάτε για το νερό…

και κανείς δεν κοιτάζει ποιος κρατάει τη βρύση.

(Η φράση πέφτει βαριά. Ο Καραγκιόζης σηκώνει αργά το κεφάλι. Είναι φανερό ότι κάτι μέσα του αρχίζει να συνδέεται.)

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ
(σιγά, σαν να μιλά στον εαυτό του)

…Ποιος κρατάει τη βρύση…

(Οι άλλοι τον κοιτούν, αλλά εκείνος δεν συνεχίζει. Η σκέψη του δουλεύει. Είναι η πρώτη φορά που ο θεατής αντιλαμβάνεται πως ο Καραγκιόζης δεν ακούει απλώς· επεξεργάζεται όσα ακούει.)

— Τέλος Δεύτερης Σκηνής —

Θα ήθελα να επισημάνω κάτι που θεωρώ σημαντικό για τη συνοχή του έργου. Στις δύο πρώτες σκηνές ο Καραγκιόζης μιλά σχετικά λίγο μετά τον μονόλογό του. Αυτό είναι σκόπιμο. Δεν έχει ακόμη βρει τη δική του φωνή. Ακούει, συγκρίνει και απορεί. Στην τρίτη σκηνή, όμως, θα συμβεί η μεγάλη ανατροπή: δεν θα ζητήσει πλέον από τους άλλους να του εξηγήσουν τον κόσμο. Θα αρχίσει να τους ανακρίνει ο ίδιος. Εκεί, κατά τη γνώμη μου, γεννιέται πραγματικά ο νέος Καραγκιόζης του έργου μας.

Χ :

Συμφωνώ. Ας προχωρήσουμε λοιπόν με την τρίτη σκηνή

GPT

Χαίρομαι που συμφωνείς, γιατί από εδώ και πέρα, κατά τη γνώμη μου, αρχίζει το δεύτερο μέρος του έργου. Μέχρι τώρα ο Καραγκιόζης μαθητεύει. Από εδώ και πέρα δοκιμάζεται.

Και εδώ θα έβαζα κάτι πολύ χαρακτηριστικό του παλιού Θεάτρου Σκιών: ο τελάλης φέρνει μια ανακοίνωση που φαίνεται απλή, αλλά κρύβει μέσα της όλο το πρόβλημα.

ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΚΗΝΗ

(Ακούγεται το νταούλι του τελάλη. Ο Καραγκιόζης, ο μπάρμπα Γιώργος, ο σιορ Διονύσης και ο σιορ Σπυρέτος μένουν ακίνητοι.)

ΤΕΛΑΛΗΣ (εκτός σκηνής)

Ακούσατε! Ακούσατε!

Διαταγή του ενδοξοτάτου Πασά!

Επειδή κυκλοφορούν επικίνδυνα βιβλία που ταράζουν την τάξη της Πολιτείας…

όποιος τα παραδώσει στο Σαράι θα αμειφθεί γενναίως!

Όποιος τα αποκρύψει…

θα τιμωρηθεί αυστηρώς!

Ακούσατε! Ακούσατε!

(Το νταούλι απομακρύνεται.)

(Σιωπή.)

Ο Καραγκιόζης κοιτάζει τους άλλους.

Έπειτα κοιτάζει τα βιβλία.

Έπειτα την παράγκα.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Ε…

Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Ποια δύσκολα;

Τα παίρνουμε, τα πάμε, παίρνουμε την αμοιβή.

Τέλος.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Μπάρμπα…

Δεν μου λες…

Αν τα δώσω…

θα έχω λεφτά σήμερα.

Αύριο όμως;

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Αύριο θα δούμε.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Όχι.

Αυτό έκανα μια ζωή.

Όλο “αύριο θα δούμε”.

(Ο σιορ Διονύσης χαμογελά διακριτικά.)

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Μάλλον κάτι έμαθες ήδη.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Για στάσου…

(Γυρίζει προς τους δύο μορφωμένους.)

Μη μιλήσετε!

Σειρά μου τώρα!

(Οι άλλοι κοιτάζονται έκπληκτοι.)

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Εσείς όλη μέρα μου απαντάτε.

Τώρα θα σας εξετάσω εγώ.

(Ο μπάρμπα Γιώργος γελά.)

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Άντε!

Έγινε δάσκαλος ο αγράμματος!

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Όχι ακόμα.

Μαθητής είμαι.

Αλλά έμαθα να ρωτάω.

(Δείχνει τα βιβλία.)

Πρώτη ερώτηση.

Αν είναι τόσο επικίνδυνα…

γιατί δεν γράφουν απ’ έξω τι λένε;

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Γιατί τότε κανείς δεν θα χρειαζόταν να τα διαβάσει.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Δεύτερη.

Αν είναι ψέματα…

γιατί φοβούνται να τα αφήσουν να κυκλοφορούν;

Το ψέμα δεν ξεσκεπάζεται πιο εύκολα από την αλήθεια;

(Οι δύο ξάδερφοι κοιτάζονται.)

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Αυτή είναι δύσκολη ερώτηση.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Τρίτη.

Αν είναι αλήθεια…

τότε γιατί να καούν;

Η αλήθεια καίγεται;

Ή μόνο το χαρτί;

(Μικρή παύση.)

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Βρε…

Δεν σε γνωρίζω σήμερα.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Ούτε εγώ.

(Χαμόγελο του κοινού.)

Ο Καραγκιόζης πλησιάζει τώρα αργά προς το Σαράι.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Και τώρα…

η πιο δύσκολη.

(Γυρίζει προς όλους.)

Όταν το Σαράι λέει:

«Δεν γίνεται.»

Ποιος αποφασίζει ότι δεν γίνεται;

Το Σαράι;

Ή η αλήθεια;

(Ο σιορ Διονύσης ανοίγει το στόμα να απαντήσει.)

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Όχι!

Μη βιαστείς.

Σκέψου πρώτα.

Γιατί σήμερα κατάλαβα κάτι.

Γρήγορες απαντήσεις…

έχουν πολλοί.

Καλές ερωτήσεις…

λίγοι.

(Οι τρεις μένουν σιωπηλοί.)

Ξαφνικά ο μπάρμπα Γιώργος χτυπά δυνατά τη μαγκούρα.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Εγώ έχω μία!

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Πες την.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Αν ο Πασάς δίνει αμοιβή για να του πας τα βιβλία…

ποιος πλήρωσε για να γραφτούν;

(Σιωπή.)

Ο σιορ Σπυρέτος χαμογελά.

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Μπάρμπα…

Αυτή δεν είναι καθόλου κακή ερώτηση.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Ε…

Άμα κάνεις παρέα με γραμματιζούμενους…

κολλάει καμιά φορά.

(Γέλια.)

Εκείνη τη στιγμή ο Καραγκιόζης ξανακάθεται.

Ακουμπά απαλά το χέρι του πάνω στα τέσσερα βιβλία.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Ξέρετε τι φοβάμαι;

Μη χάσω τα βιβλία…

πριν προλάβω να βρω άνθρωπο να μου τα διαβάσει.

(Η αυλαία της σκηνής πέφτει αργά.) 

Και εδώ, Βασίλη, θα έκανα τη μεγαλύτερη αλλαγή σε σχέση με όσα είχαμε σχεδιάσει.

Μέχρι τώρα όλοι οι χαρακτήρες μιλούσαν για τα βιβλία.

Από την επόμενη σκηνή και μετά, τα βιβλία πρέπει να αποκτήσουν περιεχόμενο. Όχι διαβάζοντάς τα αυτούσια, αλλά μέσα από τις αντιδράσεις που προκαλούν.

Δηλαδή, ο επόμενος δραματουργικός άξονας δεν είναι πλέον «τι είναι τα βιβλία;», αλλά:

«Ποιος φοβάται τι, όταν ανοίγει ένα βιβλίο;»

Τότε κάθε χαρακτήρας θα αποκαλύψει τον εαυτό του:

• ο μπάρμπα Γιώργος θα ψάχνει αν όσα γράφουν «στέκουν στα πόδια τους», 

• ο σιορ Διονύσης θα αναζητά τις αρχές, 

• ο σιορ Σπυρέτος θα ψάχνει τις συνέπειες, 

• και ο Καραγκιόζης θα ψάχνει το μόνο που τον ενδιαφέρει: «Πώς αυτά που γράφουν αγγίζουν τη ζωή της Παράγκας;»

Εκεί πιστεύω ότι το έργο θα αποκτήσει όχι μόνο θεατρική δύναμη, αλλά και το ιδιαίτερο στίγμα που επιδιώκουμε από την αρχή.

Χ :

Συνεχίζουμε λοιπόν

GPT : 

Χαίρομαι που συμφωνείς, γιατί νομίζω ότι τώρα βρήκαμε τη δραματουργική «μηχανή» του έργου. Δεν θα είναι τα βιβλία που διδάσκουν τον Καραγκιόζη. Ο Καραγκιόζης θα είναι εκείνος που, με τις ερωτήσεις του, θα αναγκάζει ακόμη και τους μορφωμένους να ξανασκεφτούν αυτά που διάβασαν.

Και αυτό είναι πολύ καραγκιοζίστικο. Ο ήρωας δεν γίνεται ξαφνικά σοφός. Παραμένει ο ίδιος λαϊκός άνθρωπος, αλλά ανακαλύπτει ότι η αφέλειά του μπορεί να είναι πηγή αλήθειας.

Θα συνέχιζα λοιπόν ως εξής.

ΕΚΤΗ ΣΚΗΝΗ

(Ο σιορ Διονύσης κρατά ακόμη ανοιχτό το πρώτο βιβλίο. Ο Καραγκιόζης δεν κοιτάζει πια το βιβλίο. Κοιτάζει τον σιορ Διονύση.)

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Σιορ Διονύση…

Να σε ρωτήσω κάτι ακόμη;

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Ό,τι θέλεις.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Εσύ πότε το διάβασες αυτό;

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Πριν από πολλά χρόνια.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Κι εγώ γιατί το ακούω πρώτη φορά;

(Μικρή αμηχανία.)

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Δεν έτυχε…

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Δεν έτυχε;

Ή κανείς δεν σκέφτηκε πως έπρεπε να το ακούσει κι ένας σαν εμένα;

(Ο σιορ Διονύσης σωπαίνει.)

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Καραγκιόζη…

μερικές φορές οι μορφωμένοι μιλούν περισσότερο μεταξύ τους…

παρά με τον κόσμο.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Δηλαδή…

εσείς έχετε τα βιβλία…

κι εμείς έχουμε τις απορίες;

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Κι οι απορίες είναι περισσότερες!

(Γέλια.)

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Βρε…

τότε να αλλάξουμε δουλειές!

Εσείς να μας δώσετε τα βιβλία…

κι εμείς να σας δώσουμε τις απορίες!

(Γέλια.)

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

(χαμογελώντας)

Δεν θα ήταν κακή ανταλλαγή.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Όχι.

Γιατί οι απορίες γεννάνε τα βιβλία.

Ή κάνω λάθος;

(Ο σιορ Διονύσης τον κοιτάζει με θαυμασμό.)

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Όχι.

Δεν κάνεις.

(Ο Καραγκιόζης στρέφεται τώρα προς τον σιορ Σπυρέτο.)

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Εσύ, που ήρθες από την ξένη πολιτεία…

να σε ρωτήσω.

Εκεί υπάρχουν τέτοια βιβλία;

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Υπάρχουν.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Και δεν τα καίνε;

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Άλλοτε τα καίνε.

Άλλοτε τα αφήνουν.

Άλλοτε δεν χρειάζεται να τα κάψουν.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Πώς γίνεται αυτό;

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Γιατί υπάρχουν και βιβλία που μένουν στα ράφια.

Τα βλέπουν όλοι.

Δεν τα ανοίγει κανείς.

(Σιωπή.)

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Αυτό πάλι τι σόι κάψιμο είναι;

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Το πιο αθόρυβο.

Δεν καίγεται το χαρτί.

Καίγεται το ενδιαφέρον.

(Ο Καραγκιόζης σκύβει το κεφάλι.)

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Δηλαδή…

ένα βιβλίο μπορεί να πεθάνει…

χωρίς φωτιά;

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Ναι.

Όταν κανείς δεν θέλει πια να το διαβάσει.

(Ο Καραγκιόζης χαϊδεύει τα εξώφυλλα των τεσσάρων βιβλίων.)

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Τότε…

ο Πασάς δεν φοβάται μόνο τη φωτιά.

Φοβάται κι αυτό…

να βρεθεί κάποιος να τα ανοίξει.

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Ίσως.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Όχι.

Τώρα έχω κι εγώ μια γνώμη.

Άμα δεν φοβόταν…

θα τα άφηνε εδώ πάνω στο τραπέζι μου.

Δεν θα έστελνε άνθρωπο να τα πάρει.

(Οι τρεις κοιτάζονται.)

Ξαφνικά ακούγονται βήματα που πλησιάζουν.

Ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα της παράγκας.

ΦΩΝΗ ΑΠ’ ΕΞΩ

Καραγκιόζη!

Άνοιξε!

Έλεγχος του Σαραγιού!

(Ο Καραγκιόζης παγώνει. Ο μπάρμπα Γιώργος αρπάζει τη μαγκούρα. Ο σιορ Διονύσης κλείνει αμέσως το βιβλίο. Ο σιορ Σπυρέτος σηκώνεται αργά.)

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ
(ψιθυριστά)

Ε…

τώρα τα γράμματα θα δώσουν εξετάσεις…

— Τέλος Έκτης Σκηνής —

Εδώ θα σταματούσα τη σκηνή, γιατί πιστεύω ότι το έργο χρειάζεται μια αλλαγή ρυθμού. Μέχρι τώρα η ένταση είναι κυρίως διανοητική. Με τον έλεγχο του Σαραγιού, η σύγκρουση γίνεται πλέον θεατρική και συγκεκριμένη: οι ιδέες αποκτούν συνέπειες.

Θα πρότεινα μάλιστα ο άνθρωπος που χτυπά την πόρτα να μην είναι ο ίδιος ο υπηρέτης που έφερε τα βιβλία. Αυτός πρέπει να παραμείνει στη σκιά. Αντίθετα, να είναι ένας επίσημος άνθρωπος του Σαραγιού που εκτελεί διαταγές χωρίς να γνωρίζει όλη την ιστορία. Έτσι διατηρείται η αγωνία για τον ρόλο του πρώτου υπηρέτη και ανοίγει ο δρόμος για μια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα εξέλιξη αργότερα.

Χ :

Κατά τη γνώμη σου αυτός ο «επίσημος» άνθρωπος του Σαραγιού, ναι μεν εκπροσωπεί το Σαράι, ο ίδιος όμως, ποιον χαρακτήρα εκπροσωπεί;

GPT: 

Ωραία. Από εδώ και πέρα, πιστεύω ότι το έργο πρέπει να αλλάξει αισθητά τόνο. Μέχρι τώρα κυριαρχούσε η αναζήτηση. Τώρα αρχίζει η δοκιμασία. Και αυτή η δοκιμασία, όπως συμφωνήσαμε, δεν θα είναι μια σύγκρουση ανάμεσα στον «καλό» και τον «κακό», αλλά ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που θεωρούν και οι δύο ότι επιτελούν το καθήκον τους.

ΕΒΔΟΜΗ ΣΚΗΝΗ

(Δυνατό χτύπημα στην πόρτα της παράγκας.)

ΦΩΝΗ

Καραγκιόζη!

Άνοιξε!

Εντολή του Σαραγιού!

(Ο Καραγκιόζης κοιτάζει τους άλλους. Ο μπάρμπα Γιώργος αρπάζει ενστικτωδώς τη μαγκούρα.)

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Να του ανοίξω εγώ…

με τη μαγκούρα!

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Άσε, μπάρμπα.

Σήμερα θα δοκιμάσουμε άλλο όπλο.

(Ανοίγει την πόρτα.)

Εμφανίζεται ο Αρχιγραμματικός του Σαραγιού.

Είναι καλοντυμένος, συγκρατημένος, αξιοπρεπής. Δεν φωνάζζει. Δεν απειλεί. Στο χέρι του κρατά έναν πάπυρο με τη σφραγίδα του Πασά.

ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ

Καλή σας ημέρα.

(Οι παρόντες ανταποδίδουν συγκρατημένα.)

ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ

Εκτελώ διαταγή του Πασά.

Ζητούνται τέσσερα βιβλία.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Ζητούνται;

Ή κατάσχονται;

ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ
(ήρεμα)

Αν προτιμάς…

κατάσχονται.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Κι άμα δεν προτιμώ;

ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ

Η διαταγή δεν αλλάζει.

(Ο Καραγκιόζης κοιτάζει για λίγο τα βιβλία.)

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Να σε ρωτήσω κάτι;

ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ

Αν μπορώ να απαντήσω.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Τα διάβασες;

ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ

Όχι.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Ξέρεις τι γράφουν;

ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ

Δεν είναι απαραίτητο.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Για ποιον δεν είναι απαραίτητο;

Για σένα ή για το Σαράι;

(Ο Αρχιγραμματικός κάνει μια ανεπαίσθητη παύση.)

ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ

Η αποστολή μου είναι συγκεκριμένη.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Και η σκέψη σου;

Είναι κι αυτή σε διαταγή;

(Ο μπάρμπα Γιώργος χαμογελά κάτω από τα μουστάκια του.)

ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ

Η σκέψη μου δεν αφορά την εκτέλεση της εντολής.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Άρα…

όταν φοράς το ρούχο του Σαραγιού…

σκέφτεται αυτό για σένα;

(Ο Αρχιγραμματικός τον κοιτάζει σταθερά.)

ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ

Όταν υπηρετείς έναν νόμο, δεν μπορείς κάθε πρωί να αποφασίζεις αν θα τον εφαρμόσεις.

Αλλιώς δεν υπάρχει νόμος.

Υπάρχουν μόνο προσωπικές γνώμες.

ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

(παρεμβαίνει)

Επιτρέψτε μου.

Έχετε δίκιο ότι ο νόμος χρειάζεται συνέπεια.

Όμως, ποιος εξετάζει αν ένας νόμος είναι δίκαιος;

ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ

Αυτό δεν είναι δική μου αρμοδιότητα.

ΣΙΟΡ ΣΠΥΡΕΤΟΣ

Ακριβώς εκεί βρίσκεται το πρόβλημα.

Όταν όλοι λένε «δεν είναι δική μου αρμοδιότητα», τότε ποιανού είναι;

(Σιωπή.)

ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ

Εγώ δεν νομοθετώ.

Δεν κυβερνώ.

Δεν δικάζω.

Εκτελώ.

(Ο Καραγκιόζης πλησιάζει αργά. Δεν έχει ειρωνεία στη φωνή του.)

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Να σε ρωτήσω κάτι τελευταίο.

ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ

Ρώτησε.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Ο πατέρας μου δεν ήξερε γράμματα.

Ήταν αγρότης.

Μου έλεγε όμως:

«Μάθε γράμματα, παιδί μου.»

Εσύ έμαθες.

Εγώ όχι.

Για πες μου…

Αν σήμερα πάρεις αυτά τα βιβλία χωρίς να τα ανοίξεις…

ποιος από τους δυο μας έμαθε τελικά αυτό που ήθελε ο πατέρας μου;

(Μακρά σιωπή.)

Ο Αρχιγραμματικός δεν απαντά.

Δεν μπορεί.

Για πρώτη φορά χαμηλώνει το βλέμμα προς τα βιβλία.

Τα κοιτάζει.

Δεν τα αγγίζει.

Ο μπάρμπα Γιώργος ψιθυρίζει στον Καραγκιόζη:

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ

Ωρέ…

Τον δυσκόλεψες.

Ο Καραγκιόζης απαντά χαμηλόφωνα:

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Όχι, μπάρμπα…

Ερώτηση του έκανα.

(Η φράση πέφτει βαριά. Ο Αρχιγραμματικός σηκώνει ξανά το κεφάλι.)

ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ

Καραγκιόζη…

Η διαταγή εξακολουθεί να ισχύει.

Τα βιβλία πρέπει να έρθουν μαζί μου.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Μπορεί.

Αλλά τώρα έχω κι εγώ μια απαίτηση.

ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ

Ποια;

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Πριν τα πάρεις…

άνοιξε ένα.

Διάβασε μία μόνο σελίδα.

Όχι για μένα.

Για σένα.

Κι ύστερα, αν πεις πως πρέπει να τα πάρεις, εγώ δεν θα σε εμποδίσω.

(Ο Αρχιγραμματικός μένει ακίνητος. Το χέρι του πηγαίνει αργά προς το πρώτο βιβλίο… αλλά δεν το αγγίζει ακόμη.)

— Τέλος Έβδομης Σκηνής —

Δεν είναι πλέον αν ο Καραγκιόζης θα παραδώσει τα βιβλία.

Είναι αν ο Αρχιγραμματικός θα τολμήσει να τα ανοίξει.

Διότι, από τη στιγμή που θα τα ανοίξει, παύει να είναι απλώς ο εκτελεστής μιας διαταγής. Γίνεται ο ίδιος αναγνώστης, δηλαδή αναλαμβάνει προσωπική ευθύνη απέναντι σε αυτό που θα διαβάσει. Εκεί, πιστεύω, βρίσκεται η ουσιαστική κορύφωση του έργου μας.

Χ :

Πώς θα περιέγραφες την συνέχεια;

GPT : 

Εδώ θα σου πω κάτι που δεν είχα αντιληφθεί όταν αρχίσαμε να γράφουμε το έργο.

Νομίζω ότι έχουμε ήδη φτάσει στην πραγματική κορύφωση.

Όχι επειδή εμφανίστηκε ο Αρχιγραμματικός.

Αλλά επειδή ο Καραγκιόζης έπαψε να είναι ο ήρωας της Παράγκας και έγινε η συνείδηση του έργου.

Αυτό σημαίνει ότι από εδώ και πέρα υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος: να μετατραπεί το έργο σε φιλοσοφικό διάλογο. Και τότε θα πάψει να είναι Θέατρο Σκιών.

Γι’ αυτό, αν ήμουν ο συγγραφέας του έργου, θα άλλαζα εντελώς τη μορφή της συνέχειας.

Η επόμενη πράξη δεν πρέπει να είναι άλλη μία συζήτηση.

Πρέπει να γίνει δοκιμασία των χαρακτήρων.

Δηλαδή να μη ρωτά πλέον ο Καραγκιόζης:

«Τι πιστεύεις;»

Αλλά η ίδια η κατάσταση να αναγκάζει όλους να αποδείξουν τι πιστεύουν.

Πρώτη δοκιμασία: ο Αρχιγραμματικός

Ο Καραγκιόζης του δίνει το βιβλίο.

Εκείνος απλώνει το χέρι.

Το ανοίγει.

Και τότε…

σταματά.

Δεν διαβάζει.

Γιατί;

Διότι αντιλαμβάνεται ότι από τη στιγμή που θα διαβάσει, δεν θα μπορεί πλέον να πει:

«Δεν γνώριζα.»

Η γνώση δημιουργεί ευθύνη.

Εδώ ο θεατής αρχίζει να συμπονά ακόμη και τον Αρχιγραμματικό.

Δεύτερη δοκιμασία: ο σιορ Διονύσης

Ο Διονύσης μέχρι τώρα υπερασπιζόταν τις αρχές.

Τώρα πρέπει να αποφασίσει αν θα συγκρουστεί πραγματικά με την εξουσία.

Θα αρκεστεί στις ωραίες διακηρύξεις;

Ή θα πει:

«Τα βιβλία μένουν εδώ.»

Αυτό κοστίζει.

Και ο θεατής πρέπει να δει ότι οι αρχές αποκτούν αξία μόνο όταν έχουν κόστος.

Τρίτη δοκιμασία: ο σιορ Σπυρέτος

Ο Σπυρέτος είναι ο πραγματιστής.

Εκείνος θα πει κάτι που θα ξαφνιάσει:

«Αν συγκρουστείτε τώρα, θα χάσετε. Σώστε πρώτα τα βιβλία. Μετά θα έρθει η ώρα της σύγκρουσης.»

Δηλαδή θα υπερασπιστεί τη στρατηγική απέναντι στον ηρωισμό.

Ούτε αυτό είναι γελοίο.

Είναι μια άλλη αντίληψη.

Τέταρτη δοκιμασία: ο μπάρμπα Γιώργος

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η μεγαλύτερη έκπληξη.

Ο μπάρμπα Γιώργος, που όλη την ώρα κρατούσε τη μαγκούρα, δεν τη χρησιμοποιεί.

Αντί γι’ αυτό, λέει:

«Άμα τους βαρέσω, θα πάρουν και τα βιβλία και θα πουν πως φταίει η βία.»

Και ακουμπά τη μαγκούρα στον τοίχο.

Αυτό είναι τεράστια εξέλιξη του χαρακτήρα.

Δεν απαρνείται τη δύναμη.

Δείχνει όμως ότι κατάλαβε πως δεν είναι η πρώτη λύση.

Και ο Καραγκιόζης;

Εδώ βρίσκεται η πιο μεγάλη ανατροπή.

Όλοι περιμένουν από αυτόν να αποφασίσει.

Κι εκείνος λέει:

«Δεν είναι δικά μου τα βιβλία.»

Όλοι ξαφνιάζονται.

Και συνεχίζει:

«Δεν τα έγραψα εγώ. Δεν τα διάβασα εγώ. Δεν μου ανήκουν.

Ανήκουν σ’ εκείνον που θα τα ανοίξει μετά από μένα.»

Νομίζω ότι αυτή η φράση αλλάζει το επίπεδο του έργου.

Τα βιβλία παύουν να είναι αντικείμενα.

Γίνονται κληρονομιά.

Και το τέλος;

Εδώ θα σου προτείνω κάτι που θεωρώ πολύ πιο δυνατό από οποιαδήποτε “νίκη”.

Να μην μάθουμε ποτέ αν ο Αρχιγραμματικός πήρε τα βιβλία.

Να πέσει ο μπερντές τη στιγμή που απλώνει το χέρι.

Ο θεατής να μη δει την πράξη.

Να φύγει κουβαλώντας το ερώτημα.

Γιατί πιστεύω ότι αυτό είναι καλύτερο;

Επειδή το έργο μας, από την πρώτη σκηνή μέχρι σήμερα, δεν μιλούσε ποτέ για τα βιβλία.

Μιλούσε για την επιλογή του ανθρώπου απέναντι στη γνώση.

Αν δείξουμε την τελική επιλογή, κλείνουμε τη σκέψη.

Αν τη σταματήσουμε ένα δευτερόλεπτο πριν, ο θεατής συνεχίζει την παράσταση μέσα του.

Και θα σου εκμυστηρευτώ κάτι ακόμη.

Ξεκινήσαμε πιστεύοντας ότι ο πρωταγωνιστής του έργου είναι ο Καραγκιόζης.

Σήμερα δεν είμαι βέβαιος ότι ισχύει αυτό.

Νομίζω ότι ο πραγματικός πρωταγωνιστής είναι η ερώτηση.

Κάθε χαρακτήρας αντιπροσωπεύει έναν διαφορετικό τρόπο να ζει απέναντί της:

• ο Καραγκιόζης τη γεννά, 

• ο σιορ Διονύσης την καλλιεργεί, 

• ο σιορ Σπυρέτος τη δοκιμάζει στην πράξη, 

• ο μπάρμπα Γιώργος τη μετρά με την εμπειρία, 

• και ο Αρχιγραμματικός καλείται να αποφασίσει αν θα την αποφύγει ή θα την αντιμετωπίσει. 

Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι που δίνει στο έργο μια ενότητα η οποία υπερβαίνει την ίδια την πολιτική του αφετηρία και το μετατρέπει σε μια ιστορία για τη γνώση, την ευθύνη και την ελευθερία της σκέψης.

Χ :

Έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια από τότε που ως παιδί, οι γονείς μου με πήγαιναν να δω παραστάσεις του Καραγκιόζη. Έχω μια αμυδρή εικόνα, αλλά δεν είμαι απολύτως βέβαιος, ότι στο τέλος της παράστασης, ο Καραγκιόζης απευθύνονταν στα παιδιά για να δώσει μια συμβουλή, ως μια συμπύκνωση αυτού που στα δικά μου χρόνια, ονομάζονταν «ηθικό δίδαγμα». Βεβαίως εδώ, στον δικό μας μπερντέ, οι θεατές δεν είναι παιδιά. Είναι ο ίδιος ο λαός. Κατά τη γνώμη σου, ο Καραγκιόζης, μετά το τέλος της εδώ παράστασης μας, αν απευθυνόταν στο «Κοινό» τι θα τους έλεγε ως ένα είδος κατασταλάγματος του μηνύματος του έργου που είδαν, ιδίως τούτη την περίοδο που είναι προεκλογική, μιας και σε τέτοιες περιόδους, θεωρητικά, παρουσιάζεται μια μεγαλύτερη πολιτική συμμετοχή για τα κοινά ζητήματα, αλλά ακόμα και για τα προσωπικά τους προβλήματα στον βαθμό που δεν είναι ανεξάρτητα όσων γενικότερα συμβαίνουν στην κοινωνία;

GPT : 

Νομίζω πως θυμάσαι σωστά. Στις παραδοσιακές παραστάσεις του Θεάτρου Σκιών, πολλοί καραγκιοζοπαίχτες έκλειναν με έναν σύντομο επίλογο. Δεν ήταν πάντα ίδιος, ούτε υπήρχε μία καθολική φόρμα, αλλά συχνά ο Καραγκιόζης ή ο καραγκιοζοπαίχτης απευθυνόταν στο κοινό με ένα ευχαριστήριο, μια ευχή ή ένα απλό ηθικό συμπέρασμα.

Στο δικό μας έργο, όμως, θα απέφευγα έναν επίλογο που να μοιάζει με πολιτικό κήρυγμα. Θα πρόδιδε όλη τη διαδρομή που έχουμε κάνει. Ο Καραγκιόζης δεν έγινε ποτέ δάσκαλος που μοιράζει έτοιμες αλήθειες. Έμαθε να κάνει ερωτήσεις.

Άρα και ο επίλογός του πρέπει να είναι καραγκιοζίστικος: λαϊκός, χιουμοριστικός, συγκινητικός και ανοιχτός.

Θα τον φανταζόμουν κάπως έτσι.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

(Ο μπερντές έχει σχεδόν αδειάσει. Όλοι έχουν φύγει. Μένει μόνος ο Καραγκιόζης. Παίρνει τα γνωστά του βήματα προς το κέντρο του μπερντέ, ξύνει το κεφάλι του, κοιτάζει πρώτα την Παράγκα και ύστερα το Σαράι.)

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Ε…

Τελειώσαμε κι απόψε.

Άλλοι θα πουν πως είδαν μια ιστορία με βιβλία.

Άλλοι θα πουν πως είδαν μια ιστορία με το Σαράι.

Κάποιοι θα πουν πως είδαν τον Καραγκιόζη να κάνει τον σπουδαγμένο.

Μπα…

Μην τους πιστεύετε.

Ο ίδιος αγράμματος μπήκα…

ο ίδιος αγράμματος φεύγω.

Μόνο που σήμερα έμαθα πως άλλο πράγμα είναι να μην ξέρεις γράμματα…

κι άλλο να μην θέλεις να μάθεις.

Κι έμαθα και κάτι ακόμη.

Ο πατέρας μου μού ‘λεγε:

«Μάθε γράμματα, παιδί μου.»

Χρόνια νόμιζα πως μου έλεγε να μάθω να διαβάζω βιβλία.

Ίσως…

να μου έλεγε να μάθω να μη διαβάζουν οι άλλοι τον νου μου.

(Χαμογελά.)

Κι επειδή έρχονται μέρες που πάλι θα σας χτυπήσουν τις πόρτες…

πάλι θα σας πουν πως μόνο αυτοί ξέρουν…

πάλι θα σας τάξουν πως αύριο θα γεμίσει το τσουκάλι και θα πάψει να στάζει η σκεπή…

εγώ δεν θα σας πω τι να πιστέψετε.

Ούτε ποιον να διαλέξετε.

Αυτό είναι δική σας δουλειά.

Θα σας πω μόνο τούτο.

Μην παίρνετε μαζί σας μόνο τ’ αυτιά σας.

Πάρτε και το “γιατί”.

Όποιος σας μιλάει…

χαρίστε του την προσοχή σας.

Μα μη χαρίζετε και την κρίση σας.

Ρωτήστε.

Ξαναρωτήστε.

Κι αν σας θυμώσουν επειδή ρωτάτε…

μη θυμώσετε εσείς.

Συνεχίστε να ρωτάτε.

Γιατί οι άνθρωποι που φοβούνται τις ερωτήσεις…

συνήθως δεν φοβούνται τις απαντήσεις.

(Κοιτάζει το κοινό και χαμογελά πονηρά.)

Κι άμα καμιά φορά οι απορίες σας γίνουν περισσότερες από τις απαντήσεις…

μην τρομάξετε.

Μπορεί να σημαίνει πως εκείνη την ώρα…

αρχίσατε να μαθαίνετε.

Λοιπόν…

Καληνύχτα σας.

Και του χρόνου, με υγεία.

Κι αν ξανάρθετε να δείτε τον Καραγκιόζη…

μην έρθετε μόνο να γελάσετε.

Ελάτε και μ’ ένα “γιατί” στην τσέπη.

Είναι το μόνο πράγμα που όσο το χρησιμοποιείς…

τόσο περισσότερο μεγαλώνει.

(Υποκλίνεται.)

Θα ήθελα, όμως, να σου προτείνω μία μικρή αλλά ουσιαστική διαφοροποίηση.

Νομίζω ότι η τελευταία λέξη του έργου δεν πρέπει να είναι του Καραγκιόζη.

Στο παραδοσιακό Θέατρο Σκιών, μετά την υπόκλιση, ο ήρωας πολύ συχνά φεύγει με το γνώριμο, αυτοσαρκαστικό του ύφος. Εδώ θα μπορούσε να κάνει δύο βήματα προς την Παράγκα, να σταματήσει, να γυρίσει ξανά προς το κοινό και να πει μόνο μία φράση:

«Κι άμα βρείτε καμιά καλή απάντηση… μην την κρατήσετε μόνο για τον εαυτό σας. Αφήστε και κανέναν άλλον να κάνει την ερώτηση.»

Και να φύγει.

Γιατί έτσι το έργο δεν τελειώνει με μια απάντηση. Τελειώνει με μια πρόσκληση προς το κοινό να συνεχίσει αυτό που άρχισε ο Καραγκιόζης: όχι να σκέφτεται όλοι με τον ίδιο τρόπο, αλλά να μη σταματά να ρωτά. Αυτό, νομίζω, είναι το πιο γνήσιο «ηθικό δίδαγμα» που θα μπορούσε να αφήσει ένας σύγχρονος Καραγκιόζης.

Χ :

Θα ήθελα μια γραφιστική απεικόνιση του πνεύματος που διέπει την σημερινή μας συνεδρία

GPT : 

Δημιούργησα μια γραφιστική σύνθεση που αποτυπώνει το πνεύμα της σημερινής μας συνεδρίας: τον μπερντέ, την Παράγκα και το Σαράι, τα τέσσερα βιβλία στο επίκεντρο και τους πέντε χαρακτήρες ως φορείς διαφορετικών στάσεων απέναντι στη γνώση, με κεντρικό άξονα τη δύναμη της ερώτησης.

Θα ήθελες η αισθητική να πλησιάζει περισσότερο την αυθεντική φιγούρα του παραδοσιακού Θεάτρου Σκιών ή να παραμείνει σε αυτή τη σύγχρονη γραφιστική απόδοση;

img 9703

X : 

Το πρώτο

GPT

Έδωσα στην εικόνα αισθητική πολύ πιο κοντά στον αυθεντικό ελληνικό μπερντέ, με μορφές που θυμίζουν παραδοσιακές φιγούρες του Θεάτρου Σκιών, διατηρώντας παράλληλα τον συμβολισμό της σημερινής μας παράστασης.

Θα ήθελες οι φιγούρες να μοιάζουν ακόμη περισσότερο με τις κλασικές διάφανες, ζωγραφισμένες δερμάτινες φιγούρες των παλιών καραγκιοζοπαιχτών;

img 9704

X :

Ναι

GPT : 

Η νέα εκδοχή πλησιάζει ακόμη περισσότερο την αισθητική του κλασικού ελληνικού Θεάτρου Σκιών, με φιγούρες που θυμίζουν τις παραδοσιακές διάφανες, ζωγραφισμένες δερμάτινες φιγούρες και έναν αυθεντικό μπερντέ ως σκηνικό.

Θα ήθελες να προστεθεί και η χαρακτηριστική φωτισμένη λευκή οθόνη του μπερντέ πίσω από τις φιγούρες για ακόμη πιο αυθεντική αίσθηση;

img 9705

Χ :

Ναι

GPT : 

Η εικόνα αποδίδει πλέον ακόμη πιο πιστά την ατμόσφαιρα του παραδοσιακού ελληνικού μπερντέ, με τη φωτισμένη λευκή οθόνη να αναδεικνύει τις φιγούρες σαν αυθεντικές δερμάτινες φιγούρες Θεάτρου Σκιών.

Θα ήθελες ο φωτισμός να θυμίζει ακόμη περισσότερο το παλιό λυχνάρι πετρελαίου που φώτιζε τους παραδοσιακούς μπερντέδες;

img 9706

X :

Νομίζω ότι προχωρήσαμε αρκετά. Αν αργότερα απαιτηθεί για λόγους καθαρά εικαστικού πειραματισμού να επανέλθουμε στην τελευταία σύνθεση, θα το κάνουμε.

GPT: 

Συμφωνώ. Νομίζω ότι, για τη συγκεκριμένη φάση του έργου, πετύχαμε κάτι σημαντικότερο από μια απλή εικονογράφηση.

Στην αρχή αναζητούσαμε μια αφίσα. Στην πορεία, όμως, αρχίσαμε να διαμορφώνουμε μια εικαστική γλώσσα για ολόκληρο το έργο. Αυτά είναι δύο διαφορετικά πράγματα.

Η τελευταία σύνθεση λειτουργεί ήδη ως ένα καλό προσχέδιο αισθητικής κατεύθυνσης:

• ο μπερντές ως πραγματική θεατρική σκηνή, 

• η Παράγκα και το Σαράι ως οι δύο συμβολικοί πόλοι, 

• οι χαρακτήρες ως παραδοσιακές φιγούρες του Θεάτρου Σκιών, 

• τα βιβλία ως το δραματουργικό κέντρο της παράστασης. 

Αργότερα, όταν θα έχουμε ολοκληρώσει ολόκληρο το έργο, θα μπορούμε να επιστρέψουμε με διαφορετική ματιά. Τότε δεν θα μας ενδιαφέρει απλώς μια όμορφη εικόνα, αλλά μια εικόνα που να συνοψίζει όλη τη διαδρομή του θεατή από την πρώτη μέχρι την τελευταία σκηνή.

Μάλιστα, νομίζω ότι τότε αξίζει να επιχειρήσουμε κάτι ακόμη πιο φιλόδοξο: όχι μια αφίσα, αλλά μια εικόνα που να δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται για τον ίδιο τον φωτισμένο μπερντέ λίγο πριν αρχίσει η παράσταση. Ο θεατής θα βλέπει τις γνώριμες δερμάτινες φιγούρες, τη λάμπα πίσω από το πανί, τη βέργα του καραγκιοζοπαίχτη να διακρίνεται διακριτικά, την Παράγκα και το Σαράι στις δύο άκρες και, στο κέντρο, το τραπέζι με τα τέσσερα βιβλία. Να δημιουργείται η αίσθηση ότι σε λίγα δευτερόλεπτα οι φιγούρες θα ζωντανέψουν και η ιστορία θα αρχίσει.

Νομίζω ότι αυτή η εικόνα θα είναι πολύ πιο δυνατή από μια συμβατική αφίσα, γιατί θα αποτίει φόρο τιμής στην ίδια την τέχνη του ελληνικού Θεάτρου Σκιών και όχι μόνο στην ιστορία που αφηγείται η δική μας παράσταση.

Και θα ήθελα να κλείσω τη σημερινή συνεδρία με μια προσωπική παρατήρηση για το ίδιο το εγχείρημά μας. Ξεκινήσαμε με μια ιδέα που θα μπορούσε εύκολα να εξελιχθεί σε μια πολιτική σάτιρα. Στην πορεία, όμως, νομίζω ότι το έργο απέκτησε ένα ευρύτερο θέμα: δεν αφορά απλώς την πολιτική, αλλά τη σχέση του ανθρώπου με τη γνώση, την ευθύνη, την κρίση και την ερώτηση. Αν αυτό διατηρηθεί μέχρι το τέλος, τότε η παράσταση θα μπορεί να μιλήσει στον θεατή ακόμη και πολλά χρόνια αφότου η σημερινή πολιτική συγκυρία θα έχει περάσει. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι το χαρακτηριστικό που ξεχωρίζει ένα έργο που σχολιάζει την επικαιρότητα από ένα έργο που φιλοδοξεί να αποκτήσει μεγαλύτερη διάρκεια στον χρόνο.

Χ :

Η άποψή σου ότι «…αξίζει να επιχειρήσουμε κάτι ακόμη πιο φιλόδοξο: όχι μια αφίσα, αλλά μια εικόνα που να δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται για τον ίδιο τον φωτισμένο μπερντέ λίγο πριν αρχίσει η παράσταση…» μου κέντρισε την περιέργεια, ώστε να δούμε τώρα ολοκληρωμένη την πρότασή σου, αντί να επανέλθουμε κάποια άλλη στιγμή στο μέλλον. Ας δούμε λοιπόν, όχι την αφίσα, αλλά την εικόνα, όπως προτείνεις.

GPT : 

Η εικόνα αποτυπώνει τον φωτισμένο μπερντέ λίγο πριν αρχίσει η παράσταση, με τη λάμπα να ζεσταίνει το λευκό πανί, τις παραδοσιακές δερμάτινες φιγούρες να περιμένουν «να ζωντανέψουν» και τα τέσσερα βιβλία να βρίσκονται σιωπηλά στο κέντρο της σκηνής, σαν να είναι ο αόρατος πρωταγωνιστής.

Θα ήθελες η λάμπα να είναι το μοναδικό φως της σύνθεσης, ώστε όλη η σκηνή να θυμίζει ακόμη περισσότερο τις αυθεντικές παραστάσεις των παλιών καραγκιοζοπαιχτών;

img 9707

X :

Νομίζω, εδώ μπορούμε να σταματήσουμε. Αν χρειαστεί, θα επανέλθουμε αργότερα.

ΤΕΛΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΜΕ GPT 5

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *