Γιώργος Βενετσάνος: Ένα πρώτης τάξεως μάθημα ρεαλισμού

Ένα πρώτης τάξεως μάθημα ρεαλισμού
Γράφει ο Γιώργος Βενετσάνος
Η ιστορική πορεία των σχέσεων Ισραήλ και Τουρκίας χαρακτηρίζεται από έντονες μεταπτώσεις,
καθώς έχει βιώσει περιόδους στενής στρατηγικής συνεργασίας αλλά και ανοιχτής αντιπαράθεσης.
Η Τουρκία έγραψε ιστορία το 1949 ως η πρώτη χώρα με πλειοψηφία μουσουλμανικό πληθυσμό που αναγνώρισε το νεοσύστατο εβραϊκό κράτος. Λίγο αργότερα, κατά τη δεκαετία του 1950, οι ηγέτες των δύο χωρών, Αντνάν Μεντερές και Δαβίδ Μπεν Γκουριόν, έθεσαν τις βάσεις για μια ισχυρή, αν και παρασκηνιακή, διπλωματική και στρατιωτική συμμαχία.
Όμως στη διάρκεια του Πολέμου των Έξι Ημερών το 1967, η Άγκυρα επέλεξε να στηρίξει διπλωματικά τα αραβικά κράτη. Η επόμενη μεγάλη κρίση ήρθε το 1980, όταν το Ισραήλ ανακήρυξε την Ιερουσαλήμ ως την «αδιαίρετη πρωτεύουσά» του. Η κίνηση αυτή ώθησε την Τουρκία να υποβαθμίσει τη διπλωματική της εκπροσώπηση στο επίπεδο του επιτετραμμένου, αν και οι εμπορικές επαφές και τα κανάλια επικοινωνίας πίσω από τις κλειστές πόρτες παρέμειναν ενεργά.
Ακολουθεί η υπογραφή της Συμφωνίας του Όσλο το 1993,
σε συνδυασμό με την πίεση του κεμαλικού κατεστημένου και των ενόπλων δυνάμεων της Τουρκίας, που οδήγησε στην πλήρη εξομάλυνση των διμερών σχέσεων. Η περίοδος αυτή σφραγίστηκε από κομβικές συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου και αμυντικής σύμπραξης. Στο πλαίσιο αυτό, ισραηλινά πολεμικά αεροσκάφη πραγματοποιούσαν ασκήσεις στον τουρκικό εναέριο χώρο, ενώ το Ισραήλ ανέλαβε την αναβάθμιση του τουρκικού οπλοστασίου, όπως των μαχητικών F-4 και των αρμάτων μάχης. Ωστόσο, η ανάληψη της εξουσίας από τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και το κόμμα του (AKP) το 2002 επανακαθόρισε την εξωτερική πολιτική της Άγκυρας, δίνοντας έμφαση στον αραβικό και ισλαμικό κόσμο. Η νέα αυτή κατεύθυνση κορυφώθηκε με την κρίση του «Μαβί Μαρμαρά» το 2010. Η φονική επέμβαση των ισραηλινών ειδικών δυνάμεων στο τουρκικό πλοίο, το οποίο μετέφερε ανθρωπιστική βοήθεια προς τη Λωρίδα της Γάζας, προκάλεσε το ολοκληρωτικό «πάγωμα» των διπλωματικών σχέσεων για μια ολόκληρη δεκαετία.
Σήμερα, ωστόσο, φαίνεται πως ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στις παραδοσιακά εύθραυστες σχέσεις μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της τουρκικής φιλοκυβερνητικής εφημερίδας Türkiye, το οποίο επικαλείται Ισραηλινό αξιωματούχο, το Τελ Αβίβ προχώρησε στην αποστολή ενός υψηλόβαθμου διπλωμάτη στην Άγκυρα. Ο Τζόελ Λάιον (Joel Lion) υπέβαλε τα διαπιστευτήριά του στο τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών, σηματοδοτώντας την επιστροφή ανώτερου Ισραηλινού απεσταλμένου στη χώρα για πρώτη φορά μετά τα τέλη του 2023. Η εξέλιξη αυτή έρχεται να αποκαταστήσει την απευθείας επικοινωνία των δύο πλευρών, η οποία είχε περιοριστεί δραστικά μετά τη μαζική αποχώρηση των Ισραηλινών διπλωματών εκείνη την περίοδο.
Στρέφοντας το βλέμμα στα δικά μας, γίνεται σαφές ότι οι σχέσεις Ισραήλ και Τουρκίας είναι διαχρονικά ευμετάβλητες.
Συνεπώς, τίποτα δεν αποκλείει την πλήρη, ακόμη και στρατηγική, επαναπροσέγγισή τους στο μέλλον. Η Ελλάδα ορθώς επενδύει στις ισχυρές σχέσεις της με το Ισραήλ, ωστόσο, όπως πολύ σοφά λέει ο λαός μας, «καλός ο αγιασμός, έχε όμως και μια γάτα». Στη γεωπολιτική σκακιέρα, το να βασίζεσαι αποκλειστικά σε έναν «παίκτη» είναι πάντα ρίσκο. Η ελληνική διπλωματία οφείλει να αξιοποιεί τη στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, έχοντας όμως πάντα έτοιμα εναλλακτικά σενάρια για την επόμενη ημέρα.
